Ισότητα των δύο Φύλων Άνδρα και Γυναίκας - Γονείς Ενορίας

Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:

Κείμενο κήρυγμα
ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΣΧΟΛΗ ΝΟΠΕ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ
ΜΑΘΗΜΑ: ΑΤΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
ΘΕΜΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: Η ΙΣΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΦΥΛΩΝ ΣΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ)

ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ: Κος Δημητρόπουλος
Κος Βλαχόπουλος
Επιμέλεια Εργασίας: ΚΑΠΟΤΗ ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ
ΑΜ:1340201100162
ΕΞΑΜΗΝΟ Δ’
ΑΘΗΝΑ 2012-2013
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Α. ΠΡΟΛΟΓΟΣ 
Β. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 
Γ. ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ - ΜΕΡΟΣ Ι
α) Ιστορική Εξέλιξη της κατοχύρωσης της αρχής της ισότητας των φύλων στον Ελληνικό Χώρο 
β) Η Ισότητα των δύο φύλων στην οικογένεια κατά το ισχύον δίκαιο 
γ) Ισότητα και Οικογένεια: ως Συνταγματικά Δικαιώματα 
δ) Ισότητα και Οικογένεια: ως Προστατευόμενα Έννομα Αγαθά 
ε) Ισότητα και Οικογένεια: Σε σχέση με άλλες Διατάξεις 
στ) Τα Οικογενειακά Δικαιώματα 
ζ) Οικογενειακό Δίκαιο και Αστικός Κώδικας 
η) Διεθνείς Συμβάσεις 
ΜΕΡΟΣ ΙΙ
α) Ελληνικοί Νόμοι 
β) Νομολογία 
Δ. ΕΠΙΛΟΓΟΣ 
Ε. ΠΕΡΙΛΗΨΗ-SUMMARY 
ΣΤ. ΛΗΜΜΑΤΑ
Ζ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 
Α. ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η εν λόγω εργασία πραγματεύεται την ισότητα των δύο φύλων στο Οικογενειακό Δίκαιο (Οικογένεια), ένα θέμα που έχει απασχολήσει αρκετά την ελληνική κοινωνία, καθώς και την ελληνική έννομη τάξη.
Η εργασία είναι διαρθρωμένη στα εξής τμήματα:
(Α) Πρόλογος,
(Β) Εισαγωγή,
(Γ) Κύριο Μέρος: Ι. (α- Ιστορική εξέλιξη της κατοχύρωσης της αρχής της ισότητας των φύλων στον ελληνικό χώρο, β- Η ισότητα των δύο φύλων στην οικογένεια κατά το ισχύον δίκαιο, γ- Ισότητα και οικογένεια: ως συνταγματικά δικαιώματα, δ- Ισότητα και οικογένεια: ως προστατευόμενα έννομα αγαθά, ε- Ισότητα και οικογένεια: σε σχέση με άλλες διατάξεις, στ- Τα οικογενειακά δικαιώματα, ζ- Οικογενειακό Δίκαιο και Αστικός Κώδικας, η- Διεθνείς συμβάσεις) και ΙΙ. α- Ελληνικοί νόμοι, β- Νομολογία.
(Δ) Επίλογος,
(Ε) Περίληψη-Summary,
(ΣΤ) Λήμματα και
(Ζ) Βιβλιογραφία.
Β. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η αρχή της ισότητας κατοχυρώνεται στο 2ο μέρος του Συντάγματος με τίτλο «Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα», στο άρθρο 4.
«1.Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.
2. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις.
3. Έλληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος. Επιτρέπεται να αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια μόνο σε περίπτωση που κάποιος απέκτησε εκούσια άλλη ιθαγένεια ή που ανέλαβε σε ξένη χώρα υπηρεσία αντίθετη προς τα εθνικά συμφέροντα, με τις προϋποθέσεις και τη
διαδικασία που προβλέπει ειδικότερα ο νόμος.
4. Μόνο Έλληνες πολίτες είναι δεκτοί σε όλες τις δημόσιες λειτουργίες, εκτός από τις εξαιρέσεις που εισάγονται με ειδικούς νόμους.
5. Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.
6. Κάθε Έλληνας που μπορεί να φέρει όπλα είναι υποχρεωμένος να συντελεί στην άμυνα της Πατρίδας, σύμφωνα με τους ορισμούς των νόμων.
7. Τίτλοι ευγένειας ή διάκρισης ούτε απονέμονται ούτε αναγνωρίζονται σε Έλληνες πολίτες.
-Ερμηνευτική δήλωση:
Η διάταξη της παραγράφου 6 δεν αποκλείει να προβλέπεται με νόμο η υποχρεωτική προσφορά άλλων υπηρεσιών, εντός ή εκτός των ενόπλων δυνάμεων (εναλλακτική θητεία), από όσους έχουν τεκμηριωμένη αντίρρηση συνείδησης για την εκτέλεση ένοπλης ή γενικά στρατιωτικής υπηρεσίας.»
Στην εν λόγω εργασία μας ενδιαφέρουν οι παράγραφοι 1 και 2 του ανωτέρω άρθρου.
Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, ως θεμελιώδες, μητρικό και ατομικό δικαίωμα κατοχυρώνεται στο ελληνικό Σύνταγμα ήδη από το 1975 και διατηρήθηκε και στις αναθεωρήσεις που ακολούθησαν, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι αποτελεί και ένα από τα συχνότερα προσβαλλόμενα δικαιώματα και στην ελληνική κοινωνία και σε διεθνές επίπεδο.
Η πραγματικότητα αυτή μαρτυρά τις διακρίσεις και τις ανισότητες που γίνονταν για χρόνια σε βάρος του γυναικείου φύλου, λόγω του γεγονότος ότι στις περισσότερες κοινωνίες επικρατούσε το πατριαρχικό μοντέλο οικογένειας. Οι άνδρεςΣ1, δηλαδή, ήταν αρχηγοί της οικογένειας και τα δικαιώματα των γυναικών ήταν ανύπαρκτα. Οι γυναίκες αντιμετωπίζονταν μάλλον ως «παιδομηχανές» παρά ως άνθρωποι. Οι αντιλήψεις αυτές έχουν αφήσει τα κατάλοιπά τους και στη σύγχρονη κοινωνία, εντούτοις με το πέρασμα του χρόνου και την πρόοδο των κοινωνικών αντιλήψεων εξασθενούν, αλλά δεν εξαλείφονται εντελώς.
Ένας από τους τομείς της ανθρώπινης ζωής, στον οποίο συχνά διαπιστώνονται διακρίσεις σε βάρος των γυναικών, είναι αυτός της οικογένειας. Πράγματι, ακόμα και σήμερα, παρά τη συνταγματική κατοχύρωση, δεν είναι λίγα τα κρούσματα που στην ελληνική οικογένεια παραβιάζεται η αρχή της ισότητας, κυρίως σε βάρος των γυναικών και σπανίως σε βάρος του ανδρικού φύλου, λόγω της ιδιαίτερα ανώτερης θέσης που οι άνδρες, όπως προαναφέρθηκε, μέχρι προσφάτως, κατείχαν. Ειδικότερα, σε πολλές ελληνικές οικογένειες η παραβίαση της αρχής της ισότητας είναι τόσο κατάφωρη που φτάνει να παραβιάζει ακόμα και την ανθρώπινη αξία (άρθρο 2 Σ.).
Η οικογένεια νοείται ανεξάρτητα από τη νομιμότητα και διαφοροποιείται από την αναφερόμενη στο γάμο ρύθμιση. Το Σύνταγμα, δηλαδή, δεν προστατεύει μόνο τη «νόμιμη» οικογένεια αλλά και τη «συμβίωση» ή και τη «φυσική οικογένεια» δηλαδή το δεσμό αίματος που υπάρχει μεταξύ των συγγενώνΣ2. Οι οικογενειακές σχέσεις δεν είναι a priori σχέσεις αντιθετικές, αλλά σχέσεις παράλληλες.
Παρ’ όλα αυτά στον οικογενειακό χώρο εμφανίζονται αρκετές αντιθέσεις και συγκρούσεις. Οι συγκρούσεις αυτές καθώς και οι παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων εμφανίζονται κυρίως μεταξύ των συζύγων. Το πρόβλημα της αμυντικής ενέργειας στον οικογενειακό χώρο, εμφανίζεται ως πρόβλημα αναμόρφωσης του θεσμού της οικογένειας με βάση τις συνταγματικές αρχές και τις γενικότερες κοινωνικοπολιτικές αλλαγές. Η λύση στο πρόβλημα αυτό είναι δυνατόν να δοθεί μόνο με την εφαρμογή των θεμελιωδών δικαιωμάτων στις οικογενειακές σχέσεις, πάνω στις βάσεις που θέτουν οι αρχές της ισότητας και της ελευθερίας (άρθρο 4 & 5 Σ.).
Η ανάλυση, λοιπόν, που ακολουθεί αφορά στη θεωρητικά κατοχυρωμένη ισότητα των δύο φύλων στην οικογένεια, η οποία σε λίγα χρόνια, ελπίζουμε, να είναι αυτονόητη και σε πρακτικό επίπεδο.

Σ1: Κατά τα προηγούμενα χρόνια οι διακρίσεις που γίνονταν σε βάρος των γυναικών αφορούσαν κυρίως το Αστικό Δίκαιο ενώ σε βάρος των ανδρών το Δίκαιο της Κοινωνικής Ασφάλισης.
Σ2: Μολονότι η ελεύθερη ένωση βρίσκεται καταρχήν έξω από το χώρο του Δικαίου, αφού οι σύντροφοι που την απαρτίζουν αρνούνται να δώσουν νομική επένδυση στη σχέση τους, το Δίκαιο δεν μπορεί να μείνει αδιάφορο μπροστά σ’ αυτήν την πραγματική κατάσταση και για το λόγο αυτό η τάση που επικρατεί σήμερα είναι η επέκταση ορισμένων ρυθμίσεων και σ’ αυτή.
Γ. ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ
ΜΕΡΟΣ Ι
α. Ιστορική Εξέλιξη της κατοχύρωσης της αρχής της ισότητας των φύλων στον ελληνικό χώρο.
Η αρχή της ισότητας, ως γενική έννοια και όχι ως ισότητα των δύο φύλων, διατυπώθηκε ήδη στην αρχαία Ελλάδα και κυρίως στο πλαίσιο της Στωικής Φιλοσοφίας. Επιπλέον, η έννοια της ισότητας εμφανίσθηκε τα χρόνια του χριστιανισμού, ως ισότητα των ανθρώπων ενώπιον του θεού.
Επιπλέον, όσον αφορά την εξέλιξη της συνταγματικής της κατοχύρωσης, διαπιστώνουμε τα εξής: Το Σύνταγμα της Επιδαύρου (1822), στο άρθρο γ όριζε «Όλοι οι Έλληνες εισίν όμοιοι ενώπιον των νόμων άνευ τινος εξαιρέσεως ή βαθμού, ή κλάσεως ή αξιώματος». Παρόμοιες διατυπώσεις συναντούμε και στο Σύνταγμα του Άστρους (1823), στον ταυτάριθμο γ, και στο άρθρο 7 του Συντάγματος της Τροιζήνας (1827). Επίσης, το άρθρο 27 του λεγόμενου «Ηγεμονικού Συντάγματος» (1832) όπως και τα άρθρα 3 των Συνταγμάτων 1844, 1864, 1911, το άρθρο 6 του Συντάγματος 1927 και το άρθρο 3 του Συντάγματος 1952, κατοχύρωναν την αρχή της ισότητας.
Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφέρουμε τα ονόματα ορισμένων σημαντικών προσωπικοτήτων που κατέβαλλαν αξιοσημείωτες προσπάθειες για την κατοχύρωση τόσο των πολιτικών όσο και των κοινωνικών δικαιωμάτων των γυναικών: ο βουλευτής Α. Μπασιάς, από τον οποίο κατετέθη η πρώτη πρόταση νόμου στην ελληνική βουλή για παροχή ψήφου στις γυναίκες το Δεκέμβριο του 1919, ο υπουργός δικαιοσύνης Δ. Γούναρης το Μάιο 1923, ο βουλευτής Χρήστος Θηβαίος. Ωστόσο, παρά τους αγώνες των συγκεκριμένων ανθρώπων κανένα Σύνταγμα μέχρι το 1975 δε διευκρίνιζε ρητά και άμεσα τη θέση της γυναίκας στην ελληνική νομοθεσία.
Από το Σύνταγμα του 1952 και μετά τα πράγματα αλλάζουν. Παρατηρήθηκε μία ικανοποιητική εξελικτική πορεία της εξίσωσης των δικαιωμάτων ανδρών και γυναικών. Όπως είναι ήδη γνωστό, η αρχή της ισότητας αφορούσε αρχικά μόνο τον ανδρικό πληθυσμό. Η επέκτασή της και στις γυναίκες είναι αποτέλεσμα της σύγχρονης ιστορικής εξέλιξης που ξεκίνησε από το 1952. Τη χρονολογία αυτή με τον Ν. 2159/1952 επετεύχθη η αναγνώριση του εκλογικού δικαιώματος στις γυναίκες, που αποτέλεσε το σταθερότερο βήμα προς την πορεία εξίσωσης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των δύο φύλων, όχι μόνο στον πολιτειακό βίο αλλά και στην κοινωνική και οικογενειακή ζωή εν γένει.
Έτσι, σταδιακά φθάνουμε στην επόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος το 1975, οπότε και πήρε την τελική του μορφή το άρθρο 4 που κατοχυρώνει την ισότητα των δύο φύλων. Η διατύπωση ωστόσο του εδαφίου σχετικά με τις επιτρεπόμενες αποκλίσεις του Συντάγματος του 1975, αποτέλεσε αντικείμενο διαφωνιών και στο ζήτημα αυτό αντιτάχθηκαν ο αρχηγός της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης Γ. Μαύρος, ο τότε αρχηγός του ΠΑ.ΣΟ.Κ Ανδρέας Παπανδρέου και ο Ν. Αλαβάνος.
Ενδεικτικά, το άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος του 1975 είχε την εξής διατύπωση: «Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις. Αποκλίσεις επιτρέπονται μόνο στις ειδικά προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις.» Κατά την τελική όμως επεξεργασία των διατάξεων που ψηφίσθηκαν αποφασίσθηκε να μην περιληφθεί η περί αποκλίσεων διάταξη στο Κεφάλαιο των ατομικών δικαιωμάτων, αλλά στη μεταβατική διάταξη 116 παρ. 2 Σ., κατά την οποία: «Αποκλίσεις από τους ορισμούς της παρ. 2 του άρθρου 4 επιτρέπονται μόνο για σοβαρούς λόγους στις περιπτώσεις, που ορίζει ειδικά ο Νόμος». Ο όρος «σοβαροί λόγοι» («αποχρώντες λόγοι» στο αρχικό κείμενο πριν από την απόδοσή τους στην δημοτική) παρέπεμπε στις φυσικές ιδιαιτερότητες των δύο φύλων, τις οποίες δε μπορεί να αγνοήσει η νομική αρχή της ισότητας. Ήδη, με την συνταγματική αναθεώρηση του 2001, τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 116 παρ. 2.Σ και ορίζεται πλέον ότι «δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών.»
Με την νέα αυτή διάταξη προστατεύονται ουσιαστικότερα κοινωνικές ομάδες που υφίστανται διακρίσεις και ιδιαίτερα οι γυναίκες. Προβλέπεται ειδικότερα η λήψη θετικών μέτρων, που κατατείνουν στην αποκατάσταση των υφιστάμενων ανισοτήτων εις βάρος τους. Πρόκειται για μία από τις πιο ουσιώδεις καινοτομικές διατάξεις του Συντάγματος και της αναθεώρησης του 2001.
β. Ισότητα των δύο φύλων στην οικογένεια κατά το ισχύον δίκαιο.
Η οικογένεια προστατεύεται από το Σύνταγμα στο άρθρο 21, ως θεμελιώδης θεσμός και ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους με την εξής διατύπωση:
"1. H οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και o γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Kράτoυς.
2. Πολύτεκνες οικογένειες, ανάπηροι πολέμου και ειρηνικής περιόδου, θύματα πολέμου, χήρες και αρφανά εκείνων που έπεσαν στον πόλεμο, καθώς και όσοι πάσχουν από ανίατη σωματική ή πνευματική νόσο έχουν δικαίωμα ειδικής φροντίδας από το Kράτoς."
Ο οικογενειακός χώρος αποτελεί βιοτική περιοχή, στην οποία ο άνθρωπος αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Σύμφωνα λοιπόν με το ισχύον δίκαιο, όπως αυτό διατυπώνεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 4 του Συντάγματος, διαπιστώνουμε τα εξής: "Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις". Η διάταξη αυτή όπως και εκείνη της παρ. 1 του ιδίου άρθρου αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα ταυτόχρονης ρητής συνταγματικής καθιέρωσης αντικειμενικής αρχής και θεμελιώδους δικαιώματος. Ο συντακτικός νομοθέτης στην παρ. 2 αναφέρεται ρητά στο υποκειμενικό νομικό Status, το οποίο πηγάζει και προσδιορίζεται από την αντικειμενική ρύθμιση, δηλαδή στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των Ελλήνων και των Ελληνίδων. Αναλυτικότερα, με τη 2η αυτή παράγραφο θέλησε ο συντακτικός νομοθέτης βασικά να καθιερώσει την ισότητα την δύο φύλων. Από την υποκειμενική όμως ερμηνεία της διάταξης προκύπτει και η ιδιαίτερη υποκειμενική συνταγματική προστασία, η οποία άλλωστε συνάγεται και από την 1η παράγραφο.
Η αρχή της ισότητας, όπως και το δικαίωμα στην οικογένεια, δεν αποτελούν προγραμματικές προτάσεις αλλά ισχύον δίκαιο, που αναπτύσσουν πλήρη νομική δύναμη. Μάλιστα κατά το άρθρο 110 παρ. 1 δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση οι διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1, 4 και 7. Για την παράγραφο 2 του άρθρου 4 δεν γίνεται αναφορά. Η ισότητα αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα που εκδηλώνεται σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας, ένας από τους οποίους είναι και η οικογένεια. Μέχρι προσφάτως θα μπορούσαμε να πούμε ότι τόσο στην ελληνική κοινωνία όσο και σε ξένες, δε γινόταν λόγος για ισότητα των δικαιωμάτων στην οικογένεια αλλά για ανισότητα. Οι άνδρες λόγω της μυϊκής τους υπεροχής θεωρούνταν και σε όλα τα υπόλοιπα ανώτεροι, κάτι το οποίο άλλαξε και σήμερα μιλάμε για ως επί το πλείστον ισότητα μεταξύ των δύο φύλων στην οικογένεια.
Η συνταγματική αυτή κατοχύρωση εμποδίζει κάθε είδους παραβίαση του δικαιώματος αυτού. Ωστόσο γενικές οριοθετήσεις του δικαιώματος υπάρχουν και αναφέρονται ρητά στο άρθρο 5 παρ. 1 Σ.: "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη."
Επιπλέον, η οικογένεια αποτελεί και έννοια κοινωνιολογική. Ο όρος υποδηλώνει την πρωταρχική κοινωνική ομάδα (την κοινωνία ανδρός και γυναικός, όπως έλεγε και ο Αριστοτέλης) που ο δεσμός των μελών της συνυφαίνεται με βιολογικό γεγονός: Σεξουαλική σχέση ή τεκνοποιία. Όταν αυτό το βιολογικό γεγονός ενσωματώνεται στο δίκαιο, εμφανίζεται η νομική έννοια της οικογένειας (Οικογενειακό Δίκαιο). Η σεξουαλική σχέση εντάσσεται στο γάμο και στην ελεύθερη ένωση (στο βαθμό που αυτή αναγνωρίζεται από το δίκαιο). Ανεξάρτητα, λοιπόν, αν μία οικογένεια είναι δημιουργημένη σε καθεστώς γάμου ή ελεύθερης ένωσης το δικαίωμα της ισότητας των δύο φύλων παραμένει αμετάβλητο.
Η οικογένεια διακρίνεται σε "ευρεία ή πατριαρχική", η οποία συγκεντρώνει περισσότερα έγγαμα ζεύγη υπό τον κοινό γενάρχη και σε "πυρηνική ή συζυγική", που συγκροτείται από τους συζύγους και τα ανήλικα ή ενήλικα άγαμα τέκνα τους. Στις σύγχρονες κοινωνίες επικρατεί συνήθως η δεύτερη μορφή. Η βασική λειτουργία της έγκειται στη διαμόρφωση ενός ιδιωτικού χώρου για την ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων και την ολοκλήρωση της ανθρώπινης προσωπικότητας, καθώς και για την κοινωνικοποίηση των παιδιών.
γ. Ισότητα και οικογένεια: ως συνταγματικά δικαιώματα.
Κάθε συνταγματικό δικαίωμα, όπως και η ισότητα, αποτελείται από τρεις διαστάσεις: την υλική, την πνευματική, την κοινωνική. Όσον αφορά στην πρώτη διάσταση αυτή πηγάζει από το γεγονός ότι το δικαίωμα της ισότητας, ως φυσικό δικαίωμα, συνδέεται με μία φυσική ιδιότητα η οποία υπάρχει σε κάθε άνθρωπο. Με άλλα λόγια, το δικαίωμα της ισότητας συνδέεται άμεσα με τη φυσική πλευρά του ανθρώπου είτε αυτός είναι μέλος μιας κοινωνίας είτε όχι, πάντως υποκείμενο του δικαίου.
Με τη δεύτερη διάσταση, την πνευματική (ή ψυχική), διευκρινίζεται το πλαίσιο των ρόλων που κάθε άνθρωπος καλείται να αναλάβει και η οποία περιλαμβάνει και την πνευματική καλλιέργειά του. Το Σύνταγμα αποτελεί έναν οδηγό για την πνευματική αυτή ανάταση του κάθε ανθρώπου.
Επειδή, ωστόσο, ο άνθρωπος ως "κοινωνικό ον" δε μπορεί να ζει μόνος του, για το λόγο αυτό τίθεται το ζήτημα της τρίτης υπόστασης, της κοινωνικής. Με άλλα λόγια, κάθε ατομικό δικαίωμα θα πρέπει να μελετάται στα πλαίσια της κοινωνίας αφού ο φορέας του ζει με σ' αυτή. Έτσι σε μια δημοκρατικά οργανωμένη κοινωνία κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα και είναι ελεύθερος να τα ασκεί ανενόχλητος. Η ελευθερία του ενός τελειώνει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου. Μέσα σε μία κοινωνία δηλαδή ο κάθε άνθρωπος οφείλει να σέβεται τα δικαιώματα των συνανθρώπων του και αντιστοίχως τα δικά του να γίνονται σεβαστά.
Φορείς του δικαιώματος είναι όλα τα φυσικά πρόσωπα. Το δικαίωμα αυτό είναι "απαράγραπτο" και "αναπαλλοτρίωτο" και δεν είναι επιδεκτικό παραίτησης, κάτι που θα προσέκρουε στην προστατευτική υποχρέωση του Κράτους (εξασφαλιστικό, προστατευτικό Κράτος)Σ3. Επιπλέον, γενική για το μέλλον παραίτηση από το δικαίωμα της ισότητας αντιβαίνει στο Σύνταγμα. Ειδική παραίτηση δεν είναι επίσης δυνατή, αν η ισότητα αφορά προσωπικές, ανθρώπινες ιδιότητες του φορέα.
Επιπλέον, τόσο η ισότητα όσο και η οικογένεια είναι δύο δικαιώματα που έχουν αμυντικό (έναντι όλων, erga omnes, δηλαδή και κατά του Κράτους και κατά των πολιτών αρθρ. 25 παρ. 1 εδ.γ Σ.), προστατευτικό (όχι erga omnes αλλά στρέφοντα μόνο προς το Κράτος και όχι προς τους ιδιώτες) και διασφαλιστικό περιεχόμενο (εξασφαλιστικό και διεκδικητικό περιεχόμενο).

Σ3: άρθρο 21 παρ. 4 Σ: είναι σαφές ότι η τελευταία διάταξη εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο του «Κοινωνικού Κράτους Δικαίου»
Ωστόσο, και τα δύο αυτά δικαιώματα υπόκεινται όχι σε περιορισμούς αλλά σε οριοθετήσεις και υπακούνεΣ4 στη ρήτρα της συνταγματικής νομιμότητας, κοινωνικότητας, χρηστότητας. Παρεκκλίσεις προβλέπονται στα άρθρα 21.1Σ & 10Σ.
Όλα τα παραπάνω ισχύουν όχι μόνο στα πλαίσια μιας ευρύτερης κοινωνικής ομάδας, αλλά και στον κλειστό χώρο της οικογένειας. Ο άνδρας οφείλει να σέβεται τα δικαιώματα της γυναίκας και εκείνη από τη δική της πλευρά τα δικά του. Σε καμία περίπτωση κανένα από τα δύο φύλα δεν "νομιμοποιείται" να συμπεριφέρεται με τρόπο που μπορεί να περιορίζει τα δικαιώματα του άλλου. Ο αμοιβαίος σεβασμός αποτελεί το οικοδόμημα μιας υγιούς οικογένειας.
Η οικογένεια αποτελώντας μικρογραφία της κοινωνίας διέπεται και αυτή από πολλούς κανόνες που ισχύουν και στον ευρύτερο χώρο της κοινωνίας. Τα δικαιώματα του ενός συντρόφου σταματούν εκεί που αρχίζουν του άλλου. Η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας είναι απαράμιλλο και θεμελιώδες στοιχείο για την υγιή σχέση των μελών της. Ο σεβασμός, η αλληλεγγύη, η αγάπη, η συντροφικότητα, η διατήρηση της προσωπικότητας, το ήθος, η υπομονετικότητα, ο αλληλοσεβασμός, η ανεκτικότητα, ο θαυμασμός, η εκτίμηση είναι αξίες που δεν θα πρέπει να ξεχνιούνται στον οικογενειακό χώρο με το πέρασμα του χρόνου αντίθετα να αποτελούν φωτεινές ενδείξεις που θα πρέπει να εφαρμόζονται από κάθε μέλος της οικογένειας.
Το Σύνταγμα του 1975 περιλαμβάνει διατάξεις που άμεσα ή έμμεσα ενδιαφέρουν το οικογενειακό δίκαιο και καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό τη φυσιογνωμία, τη δομή και το περιεχόμενό του. Αξιοσημείωτο είναι ότι η θεμελιώδης διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ.γΣ επιτρέπει στα δικαιώματα που αναφέρονται στο Σύνταγμα να ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν.
Το άρθρο 21Σ προστατεύει τα κοινωνικά δικαιώματα της οικογένειας, του γάμου, της υγείας και της κατοικίας. Το δικαίωμα στην οικογένεια αποτελεί ένα θεμελιώδες, μητρικό, ατομικό και κοινωνικό δικαίωμα του οποίου φορέας μπορεί να είναι οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο. Η οικογένεια στο Σύνταγμα είναι έννοια ευρύτερη απ’ αυτή στον Αστικό Κώδικα. Σύμφωνα με τον
ΑΚ., οικογενειακό δίκαιο είναι το σύνολο των νομικών εκείνων κανόνων που διέπουν τις οικογενειακές σχέσεις. Πρόκειται για τις σχέσεις μεταξύ των συζύγων. Το οικογενειακό δίκαιο περιέρχεται
στο 4ο βιβλίο του ΑΚ. (άρθρα 1346-1694), ρυθμίζεται ωστόσο και

Σ4: Αν υποθέσουμε ότι το περιεχόμενο ενός δικαιώματος ορίζεται ως η περιφέρεια ενός κύκλου, τότε περιορισμός είναι η συρρίκνωση της περιφέρειας αυτής, ενώ οριοθέτηση είναι η χάραξή της. Το Σύνταγμα του 1975 δεν εισάγει κανένα περιορισμό της αρχής της ισότητας.
από το Σύνταγμα και από άλλα νομοθετήματα.
Οικογένεια θεωρείται οποιαδήποτε μόνιμη συμβίωση ετερόφυλων προσώπων χωρίς να απαιτείται ιερολογία ή δημόσια βεβαίωση, δηλαδή ουσιώδης νομικός τύπος. Επιπλέον η συνταγματική προστασία της οικογένειας, στρέφεται εναντίον όχι μόνο της κρατικής αλλά και οποιασδήποτε άλλης εξουσίας. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 21Σ εμπλουτίστηκε με την αναθεώρηση του 2001.
Αναλυτικότερα, οι διατάξεις αυτές που είναι κατοχυρωμένες στο Σύνταγμα και αφορούν στο χώρο της οικογένειας είναι οι εξής: Το άρθρο 4 παρ. 2Σ, που αφορά στην ισότητα των δύο φύλων, ( οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις), το άρθρο 5 παρ. 1Σ, που αναφέρεται στην προστασία της προσωπικότητας (καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη), το άρθρο 13 παρ. 1Σ, που αφορά στην ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης (η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός), το άρθρο 4 παρ. 1Σ, που αφορά εν γένει στο δικαίωμα της ισότητας (οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου), το άρθρο 21 παρ. 1Σ, που αναφέρεται στην προστασία της οικογένειας, του γάμου, της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας (η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους).
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται το συμπέρασμα ότι το Σύνταγμα αποκλείει νομοθετικές ρυθμίσεις που λόγου χάριν θα είχαν ως αποτέλεσμα την άνιση μεταχείριση των φύλων στην οικογένεια. Ακόμη οι συνταγματικές αυτές διατάξεις επηρεάζουν και την ερμηνεία του οικογενειακού δικαίου στις περιπτώσεις που υπάρχουν για παράδειγμα "αόριστες" έννοιες και το Σύνταγμα έχει ρόλο καθοδηγητικό και εξειδικευτικό. Αυτή ακριβώς είναι η τριτενέργεια των συνταγματικών διατάξεων στις ιδιωτικές σχέσεις (άρθρο 25 παρ. 1εδ.γΣ).
δ. Ισότητα και οικογένεια: ως προστατευόμενα έννομα αγαθά
Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης 4 παρ.2 Σ. είναι η ισότητα των δύο φίλων σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας και σαφώς και σε αυτόν της οικογένειας. Από οντολογική άποψη η ισότητα αποτελεί μία πραγματική "κατάσταση", ένα "status" και ως εκ τούτου ένα πραγματικό, έννομο, συνταγματικό αγαθό. Η ισότητα, ωστόσο, ως κατάσταση διαφέρει από την αρχή της ισότητας, δηλαδή τον κανόνα δικαίου που επιβάλλει την "κατάσταση" (status) αυτή. Επιπλέον, η ίδια η έννοια της ισότητας εμπεριέχει την έννοια κάποιου μέτρου σύγκρισης. Με άλλα λόγια, η ισότητα υπάρχει μεταξύ δύο ή περισσότερων υποκειμένων και προσδιορίζει την κατάσταση του κάθε υποκειμένου συγκριτικά με την κατάσταση άλλων υποκειμένων.
Επιπροσθέτως, η ισότητα, όπως άλλωστε και τα υπόλοιπα συνταγματικά αγαθά, διαθέτουν corpus (υλικό στοιχείο) και animus(ψυχικό στοιχείο). Το corpus παραλλάσσει αναλόγως την ειδικότερη μορφή της ισότητας ενώ το animus έχει ρυθμιστικό χαρακτήρα με ποιοτικό περιεχόμενο και συνιστά ρύθμιση, με την οποία εξασφαλίζεται επί ομοίων περιπτώσεων ίση μεταχείριση.
Σημειωτέον, ότι η ισότητα διακρίνεται σε πραγματική και νομική και περαιτέρω η πραγματική σε φυσική και σε εν στενή έννοια. Η εν στενή έννοια, πραγματική ισότητα αναφέρεται στην πραγματική αξία των δικαιωμάτων (ανεξάρτητα από φυσικές διαφορές των προσώπων) πράγμα που αδιαμφισβήτητα μας παραπέμπει στο 4 παρ. 2Σ. Οι άνθρωποι έχουν την ίδια αξία, είναι ίσοι και έχουν τα ίδια δικαιώματα. Η συνταγματική ισότητα αναφέρεται στην κοινωνική-νομική υπόσταση του ανθρώπου. Παρά τις όποιες φυσικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των φύλων, οι άνθρωποι έχουν την ίδια νομική βαρύτητα και ως εκ τούτου δεν δικαιολογούνται διακρίσεις βασιζόμενες στα κριτήρια αυτά.
Ανάλογα ισχύουν και στην οικογένεια. Η οικογένεια αποτελείται τόσο από corpus όσο και από animus. Το corpus, δηλαδή το υλικό στοιχείο, αποτελείται από αυτή καθεαυτή τη συμβίωση των μελών μιας οικογένειας, ενώ το animus, το πνευματικό στοιχείο, είναι η θέληση για συμβίωση η πνευματική επικοινωνία των μελών μιας οικογένειας.
Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι η ισότητα των φύλων στην οικογένεια έχει χαρακτήρα απαραβίαστο. Κανείς δεν είναι ανώτερος από κανέναν, ούτε νομικώς ούτε κοινωνικώς. Όλοι έχουν ίσα δικαιώματα και ίσες υποχρεώσεις. Η καθιερωμένη από τα άρθρα 4 & 116 Σ, αλλά και από το Κοινοτικό Δίκαιο, ισότητα εκλαμβάνεται ως δημιουργική ισότητα, υπό την έννοια, ότι δεν υποχρεώνει απλώς το νομοθέτη σε ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών, αλλά ότι δημιουργεί το δικαίωμα στα πρόσωπα κάθε φύλου να αξιώνουν δικαστικά την επέκταση τυχόν αδικαιολογήτως ευνοϊκών διατάξεων που ισχύουν για το άλλο φύλο.
ε. Ισότητα και οικογένεια: σε σχέση με άλλες διατάξεις.
Η ισότητα στην οικογένεια (άρθρο 4 παρ. 2 & 21Σ) έχει διφυή σημασία και υποδηλώνει τόσο την ισότητα στις ευκαιρίες όσο και την όμοια μεταχείριση ουσιωδών όμοιων καταστάσεων και ανόμοια μεταχείριση ουσιωδών ανόμοιων καταστάσεων. Επιπλέον, η ισότητα και η ελευθερία αποτελούν τους γενικούς συνταγματικούς προσδιορισμούς της ανθρώπινης αξίας και τις συνταγματικές εξειδικεύσεις, τα ανθρώπινα δικαιώματα. Εξ άλλου η ανθρώπινη αξία "ελευθεροποιεί" την ισότητα και "ισοποιεί" την ελευθερία. Ανθρώπινη αξία είναι και ισότητα και ελευθερία. Ανθρώπινη αξία κατ' άρθρο 21Σ έχει κάθε άνθρωπος γι αυτό το λόγο έχει δικαίωμα να απολαμβάνει και ελευθερία (άρθρο 5Σ) και ισότητα (άρθρο 4Σ). Η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην ισότητα και στην ανθρώπινη αξία είναι στενότατη καθώς η μία αποτελεί προϋπόθεση της άλλης. Ενώ δηλαδή η ανθρώπινη αξία αναφέρεται σε οντότητα, στον άνθρωπο, η ισότητα αναφέρεται σε ιδιότητες ή καταστάσεις που ανάγονται σ' αυτόν. Επίσης το άρθρο 4 παρ. 2ΣΣ, αναφερόμενο στα δικαιώματα (ατομικά και κοινωνικά) αλλά και στις υποχρεώσεις, καθιερώνει την ισότητα των δύο φύλων σε όλους τους θεσμούς και τομείς της ζωής.
Από την άλλη, και η σχέση ισότητας-ελευθερίας είναι συμπληρωματική καθώς επίσης η μία είναι προϋπόθεση της άλλης. Ενδεικτικά, η ανθρώπινη αξία εδραιώνεται πάνω και στην ελευθερία και στην ισότητα και προϋποθέτει την ταυτόχρονη ύπαρξή τους. Η αφαίρεση μιας από τις δύο αρχές, σημαίνει ταυτόχρονα ακρωτηριασμό της ανθρώπινης αξίας. Η τελευταία προσδίδει κοινωνικό περιεχόμενο στην ελευθερία της οποίας θέτει και τα όρια.
Καταλήγοντας, η ισότητα των δύο φύλων στο θεσμό της οικογένειας συνδέεται και με άλλα δύο μητρικά δικαιώματα, την ανθρώπινη αξία (άρθρο 2 παρ. 1Σ) και την ελευθερία (άρθρο 5Σ). Κάθε φύλο οφείλει να σέβεται την ελευθερία του άλλου και να προστατεύει την ανθρώπινη αξία του. Η οικογένεια αποτελεί μικρογραφία της κοινωνίας και ότι ισχύει σε γενικό επίπεδο ισχύει και σε ειδικό. Άλλες συναφείς διατάξεις με την 4 παρ. 2Σ είναι αυτές του άρθρου 21Σ που αναφέρεται στην οικογένεια και το άρθρο 22Σ που αφορά στην εργασία και κατοχυρώνουν εξομοίωση των δικαιωμάτων των δύο φύλων.

Σ5: Τα άρθρα 4.2 & 116.1 &2 διαφέρουν ποιοτικά (όχι μόνο ισότητα ενώπιον του Νόμου, αλλά και ισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, και διπλή σημασία αρνητική και θετική) από το 4.1Σ
στ. Τα Οικογενειακά Δικαιώματα
Οι οικογενειακές σχέσεις, που ρυθμίζονται από το Οικογενειακό Δίκαιο είναι έννομες σχέσεις και ως εκ τούτου απορρέουν δικαιώματα απ' αυτά. Τα οικογενειακά δικαιώματα είναι και προσωπικά (π.χ. το δικαίωμα στην έγγαμη συμβίωση), και περιουσιακά (π.χ. δικαίωμα στη διατροφή). Είναι, επίσης, λειτουργικά, μια και εξυπηρετούν το συμφέρον της οικογένειας και προσωποπαγή, καθώς εξυπηρετούν ατομικά τα συμφέροντα κάθε μέλους της οικογένειας. Τα προσωπικά δικαιώματα πέρα από σχετικότητα χαρακτηρίζονται και από απόλυτη ενέργεια, αφού ο εκάστοτε δικαιούχος αξιώνει σεβασμό από κάθε τρίτο.
Πέρα από τα προαναφερθέντα δικαιώματα, υπάρχουν και άλλα, τα οποία αφορούν στα μέλη της οικογένειας, τόσο λόγω της ιδιότητάς τους αυτής, όσο και γενικά ως μέλη ενός ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Η ισότητα, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, η ανθρώπινη αξία αποτελούν ορισμένα από τα εν λόγω δικαιώματα.
ζ. Οικογενειακό Δίκαιο και Αστικός Κώδικας
Σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, στην Ελλάδα, η ύπαρξη οικογένειας, προϋποθέτει τη συμβίωση δύο ανθρώπων, οι οποίοι τελούν σε γάμου κοινωνία. Η ύπαρξη οικογένειας, χωρίς να έχει προηγηθεί τέλεση γάμου, σε νομικό επίπεδο προχωρά, αλλά σε κοινωνικό θα πρέπει να γίνουν τεράστιες προσπάθειες για την αναγνώρισή της. Παρ' όλα αυτά η έννοια της οικογένειας αντιμετωπίζεται ευρύτερα από το Σύνταγμα και δεν περιλαμβάνει μόνο την οικογένεια που έχει δημιουργηθεί με προηγούμενη τέλεση γάμου αλλά και την ελεύθερη ένωση.
Εξετάζοντας το θέμα από τη μεριά της ύπαρξης οικογένειας, προηγηθείσης και της τέλεσης γάμου, έχουμε να επισημάνουμε τα εξής: το γεγονός ότι στην σημερινή εποχή η γυναίκα είναι ελεύθερη να επιλέξει τον άνθρωπο με τον οποίο επιθυμεί να δημιουργήσει οικογένεια και αντίστοιχα ο άνδρας έχει την ίδια δυνατότητα, φανερώνει τη θεμελίωση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της ελευθερίας (άρθρο 5Σ), της ισότητας των δύο φύλων (άρθρο 4 παρ. 2Σ) καθώς και της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (άρθρο 2 παρ1Σ). Παλαιότερα οι διαδικασίες αυτές ήταν απαγορευμένες δεδομένου ότι ούτε η γυναίκα είχε το δικαίωμα να επιλέξει το μέλλοντα σύζυγό της και σε πολλές περιπτώσεις ούτε ο ίδιος ο άνδρας είχε αντίστοιχα το δικαίωμα επιλογής της μέλλουσας συζύγου του, αφού ο γάμος ήταν απόφαση των δύο οικογενειών για την ενίσχυση της κοινωνικής και οικονομικής τους ισχύος. Επιπλέον, το γεγονός ότι η έγγαμη σχέση δε συνεπάγεται την ύπαρξη κοινού συζυγικού επωνύμου μαρτυρά την αλλαγή, που στις περισσότερες περιπτώσεις πραγματοποιείται, στη νοοτροπία, σύμφωνα με την οποία η γυναίκα αμέσως μετά το γάμο αποκτούσε αυτόματα το επώνυμο του συζύγου της (ΑΚ 1388 παρ. 1). Στη σημερινή εποχή, ο κάθε σύζυγος μετά το γάμο διατηρεί το δικό του επώνυμο και δεν υπάρχει αυτό που ονομαζόταν κοινό συζυγικό (οικογενειακό) επώνυμο.
Η ισότητα και ο σεβασμός της προσωπικότητας προϋποθέτουν ακόμη την πίστη, την επικοινωνία, την συμπαράσταση, καταστάσεις οι οποίες λόγω της ανισότητας των προαναφερθέντων δικαιωμάτων που επικρατούσε σε βάρος των γυναικών, δεν εφαρμόζονταν. Μια άλλη έκφραση του δικαιώματος της ισότητας των δύο φύλων, είναι η ελευθερία άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, την οποία ο νόμος αναγνωρίζει ρητώς στο άρθρο 1387 παρ. 2 ΑΚ και οποιαδήποτε απόκλιση ή περιορισμός της θα συνεπαγόταν ακυρότητα. Με άλλα λόγια, και οι δύο σύζυγοι έχουν δικαίωμα στην εργασία, η οποία πέρα από το γεγονός ότι αποτελεί βιοποριστικό μέσο, αποτελεί και έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες ανάπτυξης και ανάπλασης της προσωπικότητας. Στο παρελθόν κάτι ανάλογο ήταν αδιανόητο μια και η θέση της γυναίκας ήταν στο σπίτι και σχετιζόταν με την ενασχόληση του νοικοκυριού, τη φροντίδα των παιδιών της και του συζύγου της. Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι κάθε σύζυγος διατηρεί, στα πλαίσια του γάμου, τον ιδιωτικό του χώρο, δικαιούται να έχει τους δικούς του φίλους, να επικοινωνεί ελεύθερα με τρίτα πρόσωπα, να καλλιεργεί τα προσωπικά, πνευματικά, καλλιτεχνικά, αθλητικά και άλλα ενδιαφέροντά του μαρτυρά την εξίσωση των δικαιωμάτων των δύο φύλων, διότι στο παρελθόν όλα αυτά ήταν προνόμιο μόνο των ανδρών (άρθρο 1387 παρ. 2 ΑΚ). Καταλήγοντας, ένα άλλο κοινό δικαίωμα των συζύγων είναι ότι οι αποφάσεις που αφορούν θέματα του συζυγικού βίου λαμβάνονται από κοινού και όχι μόνο από τον άνδρα όπως συνηθιζόταν, καθώς επίσης και η υποχρέωση για ισότιμη και ανάλογη συμβολή στις δαπάνες του νοικοκυριού, που παλαιότερα απασχολούσε μόνο το ανδρικό φύλο.
Ακόμη, το γεγονός ότι στον ΑΚ (άρθρο 1397) ρυθμίζει το θέμα της περιουσιακής αυτοτέλειας των συζύγων, χωρίς να περιέρχονται όλα στον σύζυγο μετά το γάμο αποτελεί έκφανση της ισότητας των φύλων.
Τα παραπάνω που ισχύουν στο καθεστώς του γάμου και μαρτυρούν την ισότητα των δύο φύλων, ισχύουν πάνω κάτω και στην ύπαρξη της οικογένειας που υπάρχει με ελεύθερη ένωση των γονέων. Εξάλλου, το σύνταγμα ως ο ανώτερος νόμος, που βρίσκεται στην κορυφή της ιεραρχίας, υπερτερεί όλων των τυπικών νόμων. Για το λόγο αυτό οικογένεια ονομάζεται και αυτή που δεν υφίσταται σε γάμου κοινωνία.
 
Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού