Ο Αγιος Γρηγόριος ο Νύσσης - Γονείς Ενορίας

Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:

Κατήχηση
ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΝΥΣΣΗΣ
ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ Ο ΛΟΓΟΣ
Ο ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΤΑ ΜΑΚΡΙΝΙΑ
Εισαγωγή - Περίληψη

Ο λόγος αυτός γράφτηκε το φθινόπωρο του 379 μ.Χ., όταν ο Άγ. Γρηγόριος
επισκέφθηκε την αδελφή του Μακρίνα στον Πόντο, για να παρηγορηθεί
για το θάνατο του αδελφού τους Μεγ. Βασιλείου. Η Μακρίνα ήταν άρρωστη,
λίγο πριν το τέλος της, αλλά είχε μαζί του έναν ενδιαφέροντα διάλογο που έδωσε
αφορμή να γραφτεί ο παρών λόγος. Τα κυριώτερα σημεία του είναι τα εξής:
Ο θάνατος είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα· όταν το σώμα
εγκαταλειφθεί από την ψυχή, τότε αποσυντίθεται στα στοιχεία που πριν
το αποτελούσαν. Καθένα στοιχείο του σώματος επιστρέφει στο φυσικό του
στοιχείο, έτσι ώστε κανένα επιμέρους στοιχείο δεν καταστρέφεται πλήρως
ή δεν επιστρέφει στην ανυπαρξία, και το σώμα παραμένει μέσα στα όρια
αυτού του κόσμου (στο νερό, τον αέρα, το χώμα και το πυρ). Αυτό είναι
η φθορά, δηλ. αποσύνθεση και όχι καταστροφή ή μετάπτωση σε κατάσταση
ανυπαρξίας.
Η ψυχή δεν επηρεάζεται από αυτήν την αποσύνθεση, γιατί είναι απλή και
ασύνθετη και γι’ αυτό δεν μπορεί να διασπαστεί. Η ψυχή είναι αθάνατη και
εκτείνεται στην αιωνιότητα. Το μόνο που αλλάζει σ’ αυτήν κατά το θάνατο είναι
ο τρόπος υπάρξεώς της. Ακόμη και τότε η σχέση της με το φθειρόμενο σώμα δεν
διακόπτεται, και η ψυχή θα μπορέσει να βρει όλα τα στοιχεία του λόγω
της γνωστικής της δυνάμεως. Ούτε ο χώρος (απόσταση) ούτε ο χρόνος
εμποδίζει την ψυχή να βρει τα στοιχεία του σώματος κατά την ανάσταση.
Αυτό που περιμένει τους ανθρώπους μετά θάνατον είναι η κάθαρση, η
ανανέωση και αποκατάσταση του σώματος και η ανάσταση όλων. Ο
Δημιουργός δεν θέλει να μείνουμε απλά έμβρυα. Ο τελικός σκοπός της
φύσεώς μας δεν είναι η κατάσταση της νηπιακής ηλικίας ούτε οι επόμενες
ηλικίες ούτε ακόμη η καταστροφή του σώματος που έρχεται με το θάνατο.
Όλα αυτά είναι μέρος της οδού που διανύουμε. Το έσχατο τέρμα αυτής της
κινήσεως είναι η αποκατάστασή μας στην αρχέγονη κατάστασή μας.
Η ψυχή κατά την ανάσταση θα επιστρέψει στο σώμα. Οι δίκαιες
ψυχές θα δοξασθούν, αλλά οι αμαρτωλές θα τιμωρηθούν. Η καθαρή ψυχή
θ’ απολαύσει τη θέα του Θεού.
Στην εποχή μας αξίζει να μελετηθεί ιδιαίτερα ο λόγος, διότι θέτει το
θέμα του θανάτου, τη φθορά και την ανάσταση του σώματος, την αθανασία
της ψυχής. Η όλη διαπραγμάτευση του θέματος οδηγεί τον αναγνώστη σε
πρακτικά συμπεράσματα, που έχουν αντίκτυπο στην προσαρμογή της
καθημερινής του ζωής στην προοπτική της αιώνιας ζωής, δηλαδή τη
βασιλεία του Θεού.
ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ
Κείμενο – Μετάφραση (Αρχιμ. Δωρόθεος Πάπαρης)
1 ᾿Επειδὴ τοῦ ἀνθρωπίνου βίου πρὸς Θεὸν μετέστη ὁ πολὺς ἐν ἁγίοις
Όταν ο μεγάλος μεταξύ των Αγίων Βασίλειος έφυγε από την παρούσα ζωή
Βασίλειος, καὶ κοινὴ πένθους ἀφορμὴ ταῖς ᾿Εκκλησίαις ἐγένετο, περιῆν
προς το Θεό, αποτέλεσε ο θάνατός του την αφορμή για γενικό πένθος στις
δὲ ἔτι τῷ βίῳ ἡ ἀδελφὴ καὶ διδάσκαλος, ἐγὼ μὲν ᾔειν κατὰ σπουδὴν
Εκκλησίες. Ζούσε τότε ακόμη η αδελφή και δασκάλα μου (Μακρίνα) και πήγα
κοινωνήσων ἐκείνῃ τῆς ἐπὶ τῷ ἀδελφῷ συμφορᾶς.
κοντά της για να μετάσχω μαζί της στη συμφορά του θανάτου του αδελφού μας.
Καί μοι περιώδυνος ἦν ἡ ψυχὴ, πρὸς τοιαύτην ζημίαν ὑπεραλγοῦσα,
Η ψυχή μου ήταν πολύ θλιμμένη, επειδή πονούσε γι’ αυτή τη μεγάλη απώλεια·
καί τινα τῶν δακρύων κοινωνὸν ἐπεζήτουν τὸν ἶσον ἔχοντά μοι τῆς
ζητούσα κάποιον που θα έχυνε δάκρυα μαζί μου και θα σήκωνε το ίδιο
λύπης ἄχθος. ῾Ως δὲ ἐν ὀφθαλμοῖς ἦμεν ἀλλήλων, ἐμοὶ μὲν ἀνεκίνει τὸ
βάρος της θλίψεως. Μόλις συναντηθήκαμε, η παρουσία της δασκάλας μου
πάθος προφανεῖσα τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡ διδάσκαλος· καὶ γὰρ ἤδη καὶ αὐτὴ
αναζωπύρωσε τη θλίψη μου· διότι ήδη και εκείνη υπέφερε από θανατηφόρα
τῇ πρὸς θάνατον ἀῤῥωστίᾳ συνείχετο.
ασθένεια.
῾Η δὲ κατὰ τοὺς τῆς ἱππικῆς ἐπιστήμονας ἐνδοῦσά μοι πρὸς ὀλίγον
Εκείνη τότε, αφού υποχώρησε, μιμούμενη τους δασκάλους της ιππικής τέχνης,
παρενεχθῆναι τῇ ῥύμῃ τοῦ πάθους, ἀναστομοῦν ἐπεχείρει μετὰ ταῦτα
και παραδόθηκε μαζί μου στο πάθος της θλίψεως, στη συνέχεια προσπάθησε
τῷ λόγῳ, καθάπερ χαλινῷ τινι τῷ ἰδίῳ λογισμῷ τὸ ἀτακτοῦν τῆς
με το λόγο της να με σταματήσει· σαν χαλινάρι χρησιμοποίησε τη σκέψη της,
ψυχῆς ἀπευθύνουσα, καὶ ἦν αὐτῇ τὸ ἀποστολικὸν λόγιον
για να ηρεμήσει την ταραγμένη ψυχή μου. Ανέφερε το λόγο του Αποστόλου,
προφερόμενον, τὸ μὴ δεῖν ἐπὶ τῶν κεκοιμημένων λυπεῖσθαι· μόνων
ότι δεν πρέπει να λυπούμαστε για τους κεκοιμημένους· διότι αυτό το πάθος
γὰρ τοῦτο τῶν οὐκ ἐχόντων ἐλπίδα τὸ πάθος εἶναι.
(της λύπης) χαρακτηρίζει μόνον όσους δεν έχουν ελπίδα (στον Κύριο).
2. ΓΡΗΓ. Κἀγὼ περιζεούσης ἔτι μοι τῆς καρδίας τῇ λύπῃ, «Πῶς ἔστιν,
Εγώ τότε, επειδή η θλίψη πλάκωνε την καρδιά μου, είπα: «Πώς είναι δυνατόν
εἶπον, ἐν ἀνθρώποις τοῦτο κατορθωθῆναι, οὕτως ἐν ἑκάστῳ φυσικοῦ
να το πετύχουν αυτό (να μην λυπούνται) οι άνθρωποι, αφού όλοι αισθάνονται
τινος πρὸς τὸν θάνατον τῆς διαβολῆς ὑπαρχούσης, καὶ οὔτε τῶν
φυσική απέχθεια προς το θάνατο; Και δεν μπορούν ν’ αντέξουν εύκολα στη θέα
ὁρώντων τοὺς ἀποθνήσκοντας εὐκόλως καταδεχομένων τὴν θέαν, οἷς
αυτών που είναι ετοιμοθάνατοι· αλλά, και όσοι συμβαίνει να τους πλησιάζει
τε ἂν προσίῃ ὁ θάνατος ἀποφευγόντων ἐφ᾿ ὅσον οἷόν τε; ᾿Αλλὰ καὶ
ο θάνατος, τον αποφεύγουν όσο μπορούν. Ακόμη και οι ισχύοντες νόμοι
τῶν ἐπικρατούντων νόμον ἔσχατον ἐν ἀδικίαις καὶ ἔσχατον ἐν
θεωρούν το θάνατο ως τη μεγαλύτερη αδικία και την έσχατη τιμωρία.
τιμωρίαις τοῦτο κρινόντων, τίς μηχανὴ τὸ μηδὲν ἡγεῖσθαι τὴν τοῦ ζῇν
Με ποιό τρόπο, λοιπόν, όταν έλθει ο θάνατος, θα θεωρήσουμε την αναχώρηση
ἀναχώρησιν, καὶ ἐπὶ τῶν ἔξω τινὸς μὴ ὅτι γε τῶν ἐπιτηδείων, ὅταν
από την παρούσα ζωή ως ένα τίποτε, έστω και για ένα ξένο πρόσωπο; Και πολύ
τοῦ βίου λήγωσιν;
περισσότερο για συγγενικό μας πρόσωπο;
»῾Ορῶμεν δὲ, εἶπον, καὶ πᾶσαν τὴν ἀνθρωπίνην σπουδὴν πρὸς τοῦτο
Και συνέχισα: «Παρατηρούμε άλλωστε ότι όλος ο ανθρώπινος μόχθος
βλέπουσαν, ὅπως ἂν ἐν τῷ ζῇν διαμένοιμεν. Διὰ τοῦτο γὰρ καὶ οἶκοι
αποβλέπει σ’ αυτό, πώς δηλαδή θα διατηρηθούμε στη ζωή. Γι’ αυτό το λόγο
πρὸς διαγωγὴν ἡμῖν ἐπινενόηνται, ὡς ἂν μὴ τῷ περιέχοντι διὰ ψύξεως
έχουμε επινοήσει και τα σπίτια για διαμονή, για να μην καταπονείται το σώμα
ἢ θερμότητος καταπονοῖτο τὰ σώματα.
είτε από την ψύχρα είτε από τη ζέστη.
»Γεωπονία δὲ τί ἄλλο καὶ οὐχὶ τοῦ ζῇν ἐστι παρασκευή; ῾Η δὲ τῆς ζωῆς
»Η γεωργία τί άλλο είναι παρά η μέριμνα για τη ζωή; Και η φροντίδα πάλι για
φροντὶς πάντως διὰ τὸν τοῦ θανάτου φόβον γίνεται. ῾Η δὲ ἰατρικὴ
τη ζωή γίνεται σίγουρα από φόβο για το θάνατο. Εξάλλου, για ποιό λόγο
πόθεν τιμία τοῖς ἀνθρώποις ἐστίν; Οὐκ ἐπειδὴ μάχεσθαί πως διὰ τῆς
εκτιμούν οι άνθρωποι την ιατρική επιστήμη; Δεν είναι επειδή καταπολεμεί με
τέχνης δοκεῖ πρὸς τὸν θάνατον;
τις μεθόδους της το θάνατο;
»Θώρακες δὲ, καὶ θυρεοὶ, καὶ κνημῖδες, καὶ κράνη, καὶ τὰ ἀμυντήρια
»Και για ποιό λόγο χρησιμοποιούμε τους θώρακες, τους θυρεούς, τις κνημίδες,
τῶν ὅπλων, καὶ αἱ τῶν τειχῶν περιβολαὶ καὶ σιδηρόδετοι πύλαι, καὶ
τα κράνη και τα αμυντικά όπλα; Για ποιό λόγο γίνονται τα τείχη γύρω από τις
ἡ τῶν τάφρων ἀσφάλεια καὶ τὰ τοιαῦτα, τί ἄλλο πλὴν διὰ τὸν τοῦ
πόλεις, οι σιδερόφρακτες πόρτες, οι ασφαλείς τάφροι και τα παρόμοια; Για τί
θανάτου γίνεται φόβον; Οὕτως οὖν ὄντος φοβεροῦ φυσικῶς τοῦ
άλλο γίνονται, αν όχι για το φόβο του θανάτου; Έτσι, λοιπόν, ενώ είναι από τη
θανάτου, πῶς ἔστι ῥᾳδίως πεισθῆναι τῷ κελεύοντι ἄλυπον διαμένειν
φύση του φοβερός ο θάνατος, πώς είναι εύκολο να μας πείσει εκείνος που μας
ἐπὶ τοῦ κατοιχομένου τὸν περιόντα;».
προτρέπει να μη λυπούνται οι επιζώντες για τους πεθαμένους;».
3. ΜΑΚΡ. «Τί δὲ, φησὶν ἡ διδάσκαλος, τί σοι μάλιστα λυπηρὸν αὐτὸ ἐφ᾿
Και η δασκάλα απάντησε: «Γιατί σου φαίνεται ιδιαίτερα λυπηρό αυτό καθ’
ἑαυτοῦ, τὸ τοῦ θανάτου δοκεῖ; οὐ γὰρ ἱκανὸν εἰς διαβολὴν ἡ τῶν
αυτό το γεγονός του θανάτου; Διότι δεν μπορεί η συνήθεια των χαμηλής
ἀλογωτέρων συνήθεια».
νοημοσύνης ανθρώπων ν’ αποτελεί κριτήριο για τη στάση απέναντι στο θάνατο».
ΓΡΗΓ. «Τί μὲν οὖν οὐκ ἔστι λύπης ἄξιον, πρὸς αὐτὴν εἶπον ἐγὼ, ὅταν
Και εγώ είπα προς αυτήν: «Πώς δεν είναι άξιο λύπης, όταν βλέπουμε αυτόν
βλέπωμεν τὸν τέως ζῶντά τε καὶ φθεγγόμενον, ἄπνουν καὶ ἄναυδον
που προηγουμένως ήταν ζωντανός και μιλούσε, να μένει ξαφνικά χωρίς πνοή,
καὶ ἀκίνητον ἀθρόως γενόμενον, καὶ πάντα αὐτῶν σβεσθέντα τὰ
άφωνος και ακίνητος; Να σταματούν οι φυσικές του αισθήσεις; Να μην ενεργεί
φυσικὰ αἰσθητήρια, οὐκ ὄψεως, οὐκ ἀκοῆς ἐνεργούσης, οὐκ ἄλλου τινὸς
ούτε η όραση ούτε η ακοή ούτε τίποτε άλλο απ’ αυτά που αντιλαμβάνονται τα
ὧν ἡ αἴσθησις τὴν ἀντίληψιν ἔχει; ῟Ω κἂν πῦρ προσενέγκῃς, κἂν
αισθητήρια; Κι αν αγγίξεις το σώμα του με φωτιά ή με σίδερο ή αν το κόψεις
σίδηρον, κἂν ἀνατέμῃς διὰ ξίφους τὸ σῶμα, κἂν τοῖς σαρκοβόροις
με το ξίφος ή το ρίξεις σε σαρκοφάγα θηρία, ακόμη κι αν το παραχώσεις
προθῇς, κἂν ἐγκρύψῃς χώματι, πρὸς ἅπαντα ὁμοίως ὁ κείμενος ἔχει.
στο χώμα, απέναντι σ’ όλα αυτά ο νεκρός αντιδρά το ίδιο (μένει αναίσθητος).
»῞Οταν οὖν ἐν τούτοις βλέπηται ἡ μεταβολὴ, τὸ δὲ ζωτικὸν ἐκεῖνο
»Όταν, λοιπόν, παρουσιάζεται σ’ αυτά τέτοια αλλαγή, και το αίτιο της ζωής
αἴτιον, ὅ τί ποτε ἦν, ἀφανές τε καὶ ἄδηλον ἀθρόως γένηται, καθάπερ
–ο,τιδήποτε είναι αυτό– φτάσει απότομα στην αφάνεια και την εξαφάνιση,
ἐπὶ λύχνου σβεσθέντος τῆς τέως ἐξαπτομένης ἐφ᾿ ἑαυτοῦ φλογὸς οὔτε
όπως συμβαίνει με σβησμένο λυχνάρι που η φλόγα του, που άναβε πριν, τώρα
ἐπὶ τῆς θρυαλλίδος μενούσης, οὔτε ἑτέρωθί που μεθισταμένης, ἀλλ᾿ εἰς
ούτε στο φυτίλι δεν διατηρείται ούτε αλλού βρίσκεται, αλλά παντελώς χάνεται,
ἀφανισμὸν παντελῆ μεταχωρούσης, πῶς ἂν γένοιτο τὴν τοσαύτην
πώς είναι δυνατόν μια τέτοια μεταβολή να μην προκαλέσει καθόλου λύπη
μεταβολὴν ἐνεγκεῖν ἀλύπως μηδενὶ, προδήλως ἐπερειδόμενον;
σε κανέναν, που δεν έχει προφανώς και που να στηριχθεί;
»῎Εξοδον γὰρ ψυχῆς ἀκούσαντες, τὸ μὲν ὑπολειφθὲν ὁρῶμεν, τὸ δὲ
»Διότι ακούσαμε να βγαίνει η ψυχή από το σώμα και βλέπουμε να μένει το
χωρισθὲν ἀγνοοῦμεν, αὐτό τε ὅ τί ποτε κατὰ τὴν φύσιν ἐστὶ, καὶ εἰς
πτώμα· δεν γνωρίζουμε αυτό που έφυγε, ούτε τί ήταν στη φύση του ούτε πού
ὅ τι μετακεχώρηκεν, οὐ γῆς, οὐκ ἀέρος, οὐχ ὕδατος, οὐκ ἄλλου τινὸς
πήγε. Και κανένα από τα στοιχεία του κόσμου μας –ούτε η γη ούτε ο αέρας
τῶν στοιχείων ἐν ἑαυτῷ δεικνύντος ἐκείνην τὴν δύναμιν τὴν τοῦ
ούτε το νερό– δείχνει να δέχτηκε μέσα του τη δύναμη που έφυγε από το σώμα·
σώματος ἐκχωρήσασαν· ἧς ὑπεξελθούσης νεκρόν ἐστι τὸ ὑπολειφθὲν
αυτήν, που με την έξοδό της άφησε νεκρό το υπόλοιπο μέρος του ανθρώπου
καὶ πρὸς διαφθορὰν ἤδη ἐκκείμενον».
(το σώμα) και έτοιμο να διαλυθεί».
Ταῦτα δέ μου διεξιόντος μεταξὺ κατασείσασα τῇ χειρὶ ἡ διδάσκαλος
Ενώ έλεγα αυτά, η δασκάλα κούνησε το χέρι της και μου είπε:
4. ΜΑΚΡ. «Μή τίς σε τοιοῦτος, φησὶ, φόβος ὑποταράσσει καὶ συνέχει
«Μήπως σε τρομάζει και κυριαρχεί στη σκέψη σου ένας τέτοιος φόβος,
τὴν διάνοιαν, ὡς οὐ διαμενούσης εἰς ἀεὶ τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ
ότι η ψυχή δεν ζει αιώνια, αλλά
συγκαταληγούσης τῇ διαλύσει τοῦ σώματος;».
διαλύεται μαζί με το σώμα;».
ΓΡΗΓ. ᾿Εγὼ δὲ καὶ γὰρ οὔπω τοῦ πάθους τὸν λογισμὸν ἀνεδεξάμην
Εγώ τότε, επειδή ο λογισμός ήταν βυθισμένος στο πάθος της θλίψεως,
θρασύτερόν πως ἀπεκρινάμην, οὐ πάνυ περισκεψάμενος τὸ λεγόμενον.
απάντησα με κάποια θρασύτητα, χωρίς να σκεφτώ τι λέω.
Εἶπον γὰρ ἐπιτάγμασιν ἐοικέναι τὰς θείας φωνὰς, δι᾿ ὧν τὸ μὲν δεῖν
Είπα ότι οι θείες φωνές μοιάζουν σαν διαταγές που μας αναγκάζουν να
πεπεῖσθαι τὴν ψυχὴν εἰσαεὶ διαμένειν ἀναγκαζόμεθα, οὐ μὴν λόγῳ τινὶ
πιστέψουμε ότι η ψυχή ζει πάντοτε· σ’ αυτή την πίστη όμως δεν καταλήξαμε
τῷ τοιούτῳ προσήχθημεν δόγματι. ᾿Αλλ᾿ ἔοικεν ἡμῖν δουλικῶς ἔνδοθεν
με τη λογική. Αντίθετα, φαίνεται ότι ο νους δέχεται την άποψη αυτή
ὁ νοῦς φόβῳ τὸ κελευόμενον δέχεσθαι, οὐχ ἑκουσίᾳ τινὶ ὁρμῇ τοῖς
από μέσα του, επειδή φοβάται σαν δούλος· δεν συγκατατίθεται στα λεγόμενα
λεγομένοις συντίθεσθαι.
με τη θέλησή του.
῞Οθεν καὶ βαρύτεραι ἡμῖν ἐπὶ τῶν κατοιχουμένων αἱ λύπαι γίνονται
Γι’ αυτό το λόγο και η λύπη μας για τους νεκρούς γίνεται πιο βαρειά, επειδή
οὐκ ἀκριβῶς ἐπισταμένων ἡμῶν, εἴτ᾿ ἔτι ἐστὶ καθ᾿ αὑτὸ τοῦτο τὸ
δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια, εάν εξακολουθεί να υφίσταται ακόμη αυτή η αιτία
ζωοποιὸν αἴτιον, καὶ ὅπη, καὶ ὅπως, εἴτε οὐκ ἔστιν οὐδαμῆ οὐδαμῶς.
της ζωής (η ψυχή), και πού είναι, και πώς είναι· ούτε πάλι, αν δεν υπάρχει
῎Ισας γὰρ ποιεῖ τοῦ ἀληθῶς ὄντος ἀδηλία τὰς ἐφ᾿ ἑκάτερον ὑπολείψεις.
πουθενά καθόλου. Η αβεβαιότητα αυτή για την πραγματική κατάσταση
Καὶ πολλοῖς μὲν τοῦτο, πολλοῖς δὲ τὸ ἐναντίον δοκεῖ. Καὶ εἰσί γέ τινες
εξισώνει τις αντιλήψεις για την κάθε άποψη (αν υπάρχει ή δεν υπάρχει η ψυχή).
παρὰ τοῖς ῞Ελλησιν οὐ μικρὰν ἔχοντες ἐπὶ φιλοσοφίᾳ τὴν δόξαν, οἳ
Άλλοι πιστεύουν τη μία άποψη κι άλλοι την άλλη. Και μερικοί Έλληνες, που
ταῦτα ᾠήθησάν τε καὶ ἀπεφήναντο.
έχουν μεγάλη φήμη στη φιλοσοφία, είναι που τα σκέφτηκαν και εξέφρασαν
άποψη γι’ αυτά.
5. ΜΑΚΡ. «῎Εα, φησὶ, τοὺς ἔξωθεν λήρους, ἐν οἷς ὁ τοῦ ψεύδους εὑρέτης
«Άφησε, μου είπε, τις ανοησίες των εχθρών (ειδωλολατρών), με τις οποίες πολύ
ἐπὶ βλάβῃ τῆς ἀληθείας πιθανῶς τὰς ἠπατημένας ὑπολήψεις
πιθανά ο εφευρέτης του ψεύδους (διάβολος) επινοεί τις απατηλές φιλοσοφίες,
συντίθησιν· σὺ δὲ πρὸς τοῦτο βλέπε, ὅτι τὸ οὕτως περὶ ψυχῆς ἔχειν,
για να προσβάλλει την αλήθεια. Συ πρόσεξε το εξής, ότι μια τέτοια άποψη για
οὐδὲν ἄλλο ἐστὶν ἢ ἀλλότριον πρὸς τὴν ἀρετὴν ἔχειν, καὶ πρὸς τὸ
την ψυχή δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά απομάκρυνση από την αρετή και
παρὸν ἡδὺ μόνον βλέπειν· τὴν δὲ τοῖς αἰῶσιν ἐνθεωρουμένην ζωὴν ἀπ᾿
προσκόλληση στην ηδονή του παρόντος· σημαίνει απόρριψη της ελπίδας για
ἐλπίδος ποιεῖσθαι, καθ᾿ ἣν μόνη ἡ ἀρετὴ τὸ πλεῖον ἔχει».
την αιώνια ζωή, στην οποία κυριαρχεί μόνον η αρετή».
ΓΡΗΓ. «Καὶ πῶς, ἔφην, γένοιτ᾿ ἂν ἡμῖν παγία τις καὶ ἀμετάθετος ἡ περὶ
«Και πώς, απάντησα, θα έχουμε σταθερή και αμετάβλητη πίστη ότι η ψυχή
τοῦ διαμένειν τὴν ψυχὴν δόξα; Αἰσθάνομαι γὰρ καὶ αὐτὸς, ὅτι τοῦ
παραμένει και μετά το θάνατο; Διότι αντιλαμβάνομαι κι εγώ ο ίδιος ότι, εάν
καλλίστου τῶν κατὰ τὴν ζωὴν τῆς ἀρετῆς λέγω ὁ τῶν ἀνθρώπων
δεν κυριαρχήσει μέσα μας χωρίς αμφιβολία η πίστη γι’ αυτό (αιωνιότητα
χηρεύσει βίος, εἰ μή τις ἀναμφίβολος ἡ περὶ τούτου πίστις ἐν ἡμῖν
ψυχής), τότε ο βίος των ανθρώπων χάνει το καλύτερό του στη ζωή, την αρετή.
κρατυνθείη. Πῶς γὰρ ἔστι τὴν ἀρετὴν χώραν ἔχειν ἐφ᾿ ὧν ἡ παροῦσα
Διότι, πώς είναι δυνατόν να υπάρξει αρετή εκεί που η ύπαρξη περιορίζεται
ζωὴ περιγράφειν τὸ εἶναι ὑπείληπται, καὶ πλέον ἐλπίζεται μετὰ
μόνον στην παρούσα ζωή, και μετά απ’ αυτήν δεν ελπίζουμε σε τίποτε;».
ταύτην οὐδέν;».
6. ΜΑΚΡ. «Οὐκοῦν ζητῆσαι χρὴ, φησὶν ἡ διδάσκαλος, ὅθεν ἂν ἡμῖν τὴν
«Λοιπόν, πρέπει να αναζητήσουμε, λέει η δασκάλα, ποιό είναι το κατάλληλο
δέουσαν περὶ τούτων ἀρχὴν ὁ λόγος λάβῃ. Καὶ εἰ δοκεῖ, παρὰ σοῦ
σημείο, για ν’ αρχίσει η συνομιλία μας. Και αν θέλεις, μπορείς να
γενέσθω τῶν ἐναντίων δογμάτων ἡ συμμαχία· ὁρῶ γὰρ ὅτι σοι καὶ
υπερασπιστείς τα αντίθετα επιχειρήματα· διότι, παρατηρώ ότι η σκέψη σου
ὑποκεκίνηται πρὸς τοιαύτην καταφορὰν ἡ διάνοια. Εἶθ᾿ οὕτως ὁ τῆς
προς αυτά γέρνει. Έπειτα, μετά την έκθεση των αντίθετων επιχειρημάτων,
ἀληθείας μετὰ τὴν ἀντίθεσιν ἀναζητηθήσεται λόγος.
θ’ αναζητήσουμε την αλήθεια.
ΓΡΗΓ. ᾿Επειδὴ τοῦτο ἐκέλευσε, παραιτησάμενος αὐτὴν μὴ κατὰ
Επειδή εκείνη έδωσε αυτή την εντολή, την παρακάλεσα να μην νομίζει
ἀλήθειαν οἰηθῆναι τὰ παρ᾿ ἡμῶν ἀντιλέγεσθαι, ἀλλ᾿ ὑπὲρ τοῦ βεβαίως
ότι θεωρούσα τις αντιρρήσεις ως αληθείς· αλλά χρησιμοποιούσα τις απόψεις
κατασκευασθῆναι τὸ περὶ ψυχῆς δόγμα, τῶν ἀντιπιπτόντων πρὸς τὸν
των αντιτιθεμένων σκόπιμα, για να αποδειχθεί απόλυτα στέρεο το δόγμα
σκοπὸν τοῦτον ὑπεκλυθέντων·
για την αθανασία της ψυχής.
«῏Η που, ἔφην, ταῦτα ἂν εἴποιεν οἱ τῷ ἐναντίῳ παριστάμενοι λόγῳ,
«Στ’ αλήθεια, ρώτησα, όσοι δέχονται τις αντίθετες απόψεις δεν λένε ότι το
ὅτι τὸ σῶμα σύνθετον ὂν, πάντως εἰς τὰ, ἐξ ὧν συνέστηκε, διαλύεται;
σώμα είναι σύνθετο και διαλύεται οπωσδήποτε στα μέρη από τα οποία
Λυθείσης δὲ τῶν στοιχείων τῆς ἐν τῷ σώματι συμφυΐας, ἐπὶ τὸ οἰκεῖον
συνίσταται; Και όταν το σώμα διαλυθεί στα συστατικά του στοιχεία, το καθένα
ἐν ἑκάστῳ γίνεται κατὰ τὸ εἰκὸς ἡ ῥοπὴ αὐτῆς φύσεως τῶν στοιχείων,
πηγαίνει προς το όμοιό του σύμφωνα με τη φυσική του ροπή και αποδίδει το
δι᾿ ὁλκῆς τινος ἀναγκαίας τῇ ὁμογενεῖ τὸ οἰκεῖον ἀποδιδούσης. Τῷ τε
όμοιο στο όμοιο με βάση τον φυσικό προσανατολισμό του. Η θερμότητα π.χ.
γὰρ θερμῷ πάλιν τὸ ἐν ἡμῖν ἑνωθήσεται, καὶ τῷ στεῤῥῷ τὸ γεῶδες,
του δικού μας (σώματος) θα ενωθεί πάλι με τη θερμότητα, και το γήϊνο στοιχείο
καὶ τῶν λοιπῶν ἑκάστῳ πρὸς τὸ συγγενὲς ἡ μεταχώρησις γίνεται.
με τα στερεά στοιχεία· και τα υπόλοιπα στοιχεία θα ενωθούν με τα συγγενικά
τους.
»῾Η οὖν ψυχὴ μετὰ τοῦτο ποῦ ἔσται; Εἰ μὲν γὰρ ἐν τοῖς στοιχείοις εἶναί
»Η ψυχή, όμως, μετά τη διάλυση, πού θα είναι; Εάν κάποιος πει ότι είναι με τα
τις λέγοι, τὴν αὐτὴν εἶναι τούτοις κατ᾿ ἀνάγκην συνθήσεται. Οὐ γὰρ
στοιχεία, τότε υποχρεωτικά θα έχει την ίδια σύσταση μ’ αυτά. Διότι δεν μπορεί
ἂν γένοιτό τις τοῦ ἑτεροφυοῦς πρὸς τὸ ἀλλότριον μίξις, καὶ, εἰ ταῦτα
να γίνει ανάμειξη δύο διαφορετικών στη φύση τους στοιχείων· και αν γίνει
εἴη, ποικίλη τις πάντως ἀναφανήσεται ἡ πρὸς τὰς ἐναντίας μεμιγμένη
μεταξύ αυτών, τότε η ψυχή θα φανεί να έχει ποικιλία στη φύση της, διότι θα
ποιότητας, τὸ δὲ ποικίλον ἁπλοῦν οὐκ ἔστιν, ἀλλ᾿ ἐν συνθέσει
είναι αναμειγμένη με πολλά αντίθετα μεταξύ τους στοιχεία· και το ποικίλο δεν
θεωρεῖται πάντως. Πᾶν δὲ τὸ σύνθετον καὶ διαλυτὸν ἐξ ἀνάγκης· ἡ δὲ
είναι απλό, αλλά σύνθετο σε κάθε περίπτωση. Και κάθε σύνθετο αναγκαστικά
διάλυσις φθορὰ τοῦ συνεστῶτός ἐστι.
διαλύεται· και η διάλυση αποτελεί τη φθορά του συνθέτου όντος.
»Τὸ δὲ φθειρόμενον οὐκ ἀθάνατον· ἢ οὕτως γε ἂν καὶ ἡ σὰρξ ἀθάνατος
»Και ό,τι φθείρεται δεν είναι αθάνατο. Διαφορετικά, και το σώμα θα ήταν
λέγοιτο, εἰς τὰ, ἐξ ὧν συνέστηκε, λυομένη. Εἰ δὲ ἄλλο τί που παρὰ
αθάνατο, εφόσον ως σύνθετο θα διαλύονταν στα στοιχεία του. Εάν όμως
ταῦτά ἐστι, ποῦ λόγος αὐτὴν εἶναι ὑποτίθεται, ἐν μὲν τοῖς στοιχείοις
υπάρχει κάτι άλλο εκτός απ’ αυτά (τα διαλυόμενα στοιχεία), δηλαδή η ψυχή,
διὰ τοῦ ἑτεροφυῶς αὐτὴν ἔχειν οὐχ εὑρισκομένην; ἄλλου δὲ οὐδενὸς ἐν
πού θα τη βάλει να υπάρχει η σκέψη μας; Διότι, μέσα στα στοιχεία, λόγω της
τῷ κόσμῳ ὄντος, ἐν ᾧ γένοιτ᾿ ἂν ἡ ψυχὴ καταλλήλως τῇ ἰδίᾳ φύσει
ανομοιότητας της φύσεώς της, δεν είναι δυνατό να υπάρχει. Δεν υπάρχει επίσης
ἐμβιοτεύουσα; ῝Ο δὲ μηδαμῆ ἐστιν, οὐδέ ἐστι πάντως.
τίποτε άλλο στον κόσμο, στο οποίο μέσα να μπορεί να ζήσει η ψυχή σύμφωνα
με τη φύση της. Και εκείνο που δεν υπάρχει πουθενά, δεν υφίσταται και καθόλου.
7. ΜΑΚΡ. Καὶ ἡ διδάσκαλος ἠρέμα τοῖς ῥηθεῖσιν ἐπιστενάξασα, «Τάχα
Και η δασκάλα, ακούγοντας αυτά, αφού αναστέναξε απάντησε ήρεμα: «Ίσως
που ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα, φησὶ, πρὸς τὸν ᾿Απόστολον ἐν ᾿Αθήναις
αυτά και παρόμοια μ’ αυτά έλεγε η σύναξη των Στωϊκών και οι Επικουρείων
ποτὲ συστάντες προέφερον Στωϊκοί τε καὶ ᾿Επικούρειοι. Καὶ γὰρ
στον Απόστολο (Παύλο) στην Αθήνα. Διότι ακούω
ἀκούω πρὸς ταῦτα μάλιστα τὸν ᾿Επίκουρον ταῖς ὑπολήψεσι φέρεσθαι,
ότι ο Επίκουρος υποστήριζε αυτές τις θεωρίες,
τις καὶ αὐτόματος ἡ τῶν ὄντων ὑπενοήθη φύσις, ὡς
ότι δηλαδή η φύση των όντων δημιουργήθηκε αυτόματα και τυχαία και ότι
οὐδεμιᾶς προνοίας διὰ τῶν πραγμάτων διηκούσης. Καὶ διὰ τοῦτο
καμία πρόνοια δεν μεριμνά για τα πράγματα. Γι’ αυτό το λόγο, ως συνέπεια
κατὰ τὸ ἀκόλουθον καὶ τὴν ἀνθρωπίνην ζωὴν πομφόλυγος δίκην
αυτής της θεωρίας, θεωρούσε την ανθρώπινη ζωή σαν μια φούσκα από αέρα·
ᾤετο πνεύματί τινι τοῦ σώματος ἡμῶν περιταθέντος, ἕως ἂν
θεωρούσε το σώμα ως περιτύλιγμα κάποιου πνεύματος, για να κρατάει καλά
περικρατῆται τὸ πνεῦμα τῷ περιέχοντι, τῇ δὲ διαπτώσει τοῦ ὄγκου
ως περιέχον το πνεύμα· και όταν ο όγκος του σώματος θα κατέρρεε,
καὶ τὸ ἐναπειλημμένον συγκατασβέννυσθαι.
κι αυτό που υπήρχε μέσα (περιεχόμενο) χανόταν.
»῞Ορος γὰρ τούτῳ τῆς τῶν ὄντων φύσεως τὸ φαινόμενον ἦν, καὶ
»Γι’ αυτόν (τον Επίκουρο) βάση της φύσεως των όντων αποτελούσε το
μέτρον τῆς τοῦ παντὸς καταλήψεως ἐποιεῖτο τὴν αἴσθησιν, μεμυκὼς
φαινόμενο· και μέτρο της κατανοήσεως όλων ήταν η αίσθηση. Είχε κλείσει εξ
παντάπασι τὰ τῆς ψυχῆς αἰσθητήρια, καὶ πρὸς οὐδὲν τῶν νοητῶν τε
ολοκλήρου τα αισθητήρια της ψυχής και γι’ αυτό δεν μπορούσε να δει κανένα
καὶ ἀσωμάτων βλέπειν οἷός τε ὢν, ὥσπερ ὁ οἰκίσκῳ τινὶ καθειργμένος
νοητό ή ασώματο ον· όπως αυτός που είναι κλεισμένος σ’ ένα σπιτάκι και δεν
τῶν οὐρανίων θαυμάτων ἀθέατος μένει, τοῖς τοίχοις καὶ τῷ ὀρόφῳ
μπορεί να δει κανένα από τα ουράνια θαύματα, διότι τον εμποδίζουν οι τοίχοι
πρὸς τὴν τῶν ἔξω θέαν ἐμποδιζόμενος. ᾿Ατεχνῶς γὰρ γήϊνοί τινές εἰσι
και η οροφή να δει προς τα έξω. Όλα τα αισθητά που φαίνονται είναι σαν
τοῖχοι τὰ αἰσθητὰ πάντα, ὅσα ἐν τῷ παντὶ καθορᾶται, πρὸς τὴν τῶν
γήϊνοι τοίχοι, οι οποίοι εμποδίζουν τους πιο μικρόψυχους να δουν με τον
νοητῶν θεωρίαν δι᾿ ἑαυτῶν τοὺς μικροψυχοτέρους διατειχίζοντες.
εαυτό τους τη θεωρία των νοητών.
8. »Γῆν ὁ τοιοῦτος βλέπει μόνην, καὶ ὕδωρ, καὶ ἀέρα, καὶ πῦρ· ὅθεν δὲ
»Ο Επίκουρος βλέπει μόνο γη, νερό, αέρα και φωτιά. Από μικροψυχία όμως
τούτων ἕκαστον, ἢ ἐν τίνι ἐστὶν, ἢ ὑπὸ τίνος περικρατεῖται, διιδεῖν ὑπὸ
δεν μπορεί να δει από που προέρχεται το καθένα ή σε τί είναι ή από ποιό
μικροψυχίας οὐ δύναται. Καὶ ἱμάτιον μέν τις ἰδὼν τὸν ὑφάντην
κρατιέται γύρω γύρω. Και όταν δει κάποιος ένα ρούχο, σκέφτεται τον
ἀνελογίσατο, καὶ διὰ τῆς νηὸς τὸν ναυπηγὸν ἐνενόησεν, ἥ τε αὐτοῦ
υφαντουργό που το έκανε· και με το πλοίο σκέφτεται τον ναυπηγό· με τη θέα
οἰκοδόμου χεὶρ ὁμοῦ τῇ τοῦ οἰκοδομήματος ὄψει τῇ διανοίᾳ τῶν
πάλι του οικοδομήματος, έρχεται στο νου όσων το βλέπουν το χέρι του
θεωμένων ἐγγίνεται.
οικοδόμου.
»Οἱ δὲ πρὸς τὸν κόσμον ὁρῶντες πρὸς τὸν διὰ τούτων δηλούμενον
»Αλλά αυτοί, ενώ βλέπουν προς τον κόσμο, κλείνουν τα μάτια προς Αυτόν τον
ἀμβλυωποῦσιν, ὅθεν τὰ σοφὰ ταῦτα καὶ δριμέα παρὰ τῶν τὸν
οποίο φανερώνουν τα πάντα· έτσι παρουσιάζονται αυτά τα δήθεν σοφά και
ἀφανισμὸν ψυχῆς δογματιζόντων προφέρεται· σῶμα ἐκ στοιχείων,
έξυπνα δόγματα από εκείνους που διδάσκουν ότι η ψυχή χάνεται· λένε ότι το
καὶ στοιχεῖα ἐκ σώματος, καὶ τὸ μὴ δύνασθαι τὴν ψυχὴν καθ᾿ ἑαυτὴν
σώμα είναι από τα στοιχεία και τα στοιχεία από το σώμα· ότι δεν μπορεί η ψυχή
εἶναι, εἰ μήτε τούτων τι εἴη, μήτε ἐν τούτοις.
να υπάρξει από μόνη της, εάν δεν είναι ένα από τα στοιχεία ή μέσα σ’ αυτά.
»Εἰ γὰρ ὅτι μὴ ὁμοφυὴς τοῖς στοιχείοις ἐστὶν ἡ ψυχὴ, διὰ τοῦτο
»Διότι, εάν νομίζουν οι αντιρρησίες ότι δεν υπάρχει πουθενά η ψυχή, εφόσον
οὐδαμοῦ εἶναι αὐτὴν οἱ ἀντιλέγοντες οἴονται· οὗτοι πρῶτον μὲν καὶ
δεν έχει την ίδια φύση με τα στοιχεία, πρέπει αυτοί πρώτα πρώτα να δεχτούν
τὴν ἐν σαρκὶ ζωὴν ἄψυχον εἶναι δογματιζέτωσαν. Οὐ γὰρ ἄλλο τι τὸ
ότι και η ζωή του σώματος είναι άψυχη. Διότι το σώμα δεν είναι τίποτε άλλο
σῶμά ἐστιν, εἰ μὴ συνδρομὴ τῶν στοιχείων· μὴ τοίνυν μηδ᾿ ἐν τούτοις
παρά σύνθεση στοιχείων. Ας μη λένε, λοιπόν, ότι η ψυχή υπάρχει μέσα στα
τὴν ψυχὴν εἶναι λεγέτωσαν δι᾿ ἑαυτῆς ζωοποιοῦσαν τὸ σύγκριμα·
στοιχεία και ότι από μόνη της δίνει τη ζωή στο σύνθετο σώμα· διότι εάν, όπως
εἴπερ οὐκ ἔστι μετὰ ταῦτα δυνατὸν, καθὼς οἴονται, τῶν στοιχείων
νομίζουν, δεν είναι δυνατό μετά (τη διάλυση) να υπάρχει η ψυχή, εφόσον
ὄντων καὶ τὴν ψυχὴν εἶναι, ὡς μηδὲν ἄλλο ἢ νεκρὰν τὴν ζωὴν ἡμῶν
υπάρχουν μόνο τα στοιχεία, τότε οι ίδιοι αποδεικνύουν ότι η ζωή μας είναι
παρ᾿ αὐτῶν ἀποδείκνυσθαι.
νεκρή.
»Εἰ δὲ νῦν ἐν τῷ σώματι τὴν ψυχὴν εἶναι οὐκ ἀμφιβάλλουσι, πῶς τοῦ
Εάν όμως δεν αμφιβάλλουν ότι υπάρχει τώρα η ψυχή μέσα στο σώμα, τότε πώς
σώματος εἰς τὰ στοιχεῖα τὸν ἀφανισμὸν αὐτῆς δογματίζουσι, ἔπειτα
διδάσκουν την απώλειά της, ενώ το σώμα διατηρείται στα στοιχεία; Εξάλλου,
δὲ καὶ κατὰ ταύτης τῆς θείας φύσεως τὰ ἶσα τολμάτωσαν. Πῶς γὰρ
πρέπει στη συνέχεια να τολμήσουν να πουν τα ίδια και για τη φύση του Θεού.
ἐροῦσι τὴν νοεράν τε καὶ ἄϋλον καὶ ἀειδῆ φύσιν εἰς τὰ ὑγρά τε καὶ
Διότι πώς θα πουν ότι η νοερή, άϋλη και αιώνια Φύση εισχωρεί στα υγρά, τα
μαλακὰ καὶ στερέμνια διαδυομένην ἐν τῷ εἶναι συνέχειν τὰ ὄντα, οὔτε
μαλακά και τα σκληρά, για να δίνει συνοχή στα όντα, ενώ ούτε συγγενεύει μ’
συγγενῶς ἔχουσαν πρὸς τὰ ἐν οἷς γίνεται, οὔτε διὰ τὸ ἑτερογενὲς ἐν
αυτά που έρχεται σε επαφή, αλλά ούτε και αδυνατεί να είναι μέσα σ’ αυτά με
αὐτοῖς εἶναι ἀδυνατοῦσαν; Οὐκοῦν ἐξῃρήσθω καθόλου τοῦ δόγματος
οποία διαφέρει στη φύση. Λοιπόν, ας πετάξουν έξω από το πιστεύω τους και
αὐτῶν καὶ αὐτὸ τὸ Θεῖον, ᾧ διακρατεῖται τὰ ὄντα».
το Θεό, ο οποίος κυβερνά όλα τα όντα».
9. ΓΡΗΓ. «Αὐτὸ δὲ τοῦτο, εἶπον ἐγὼ, πῶς ἂν τοῖς ἀντιλέγουσιν
«Αυτό ακριβώς, είπα εγώ, θέλω να μάθω: πώς είναι δυνατόν αυτοί που έχουν
ἀναμφίβολον γένοιτο, τὸ ἐκ Θεοῦ εἶναι τὰ πάντα, καὶ ἐν αὐτῷ
αντιρρήσεις να πιστέψουν χωρίς αμφιβολία ότι ο Θεός έκανε τα πάντα;
περικρατεῖσθαι τὰ ὄντα, ἢ καὶ ὅλως τὸ εἶναί τι Θεῖον τῆς τῶν ὄντων
Να πιστέψουν ότι Αυτός όλα τα κυβερνά και ότι γενικά υπάρχει Θεός, ο οποίος
ὑπερκείμενον φύσεως;».
ξεπερνά τη φύση των δημιουργημάτων;».
ΜΑΚΡ. «῾Η δὲ σιωπᾷν μὲν ἦν, φησὶν, ἐπὶ τοῖς τοιούτοις ἁρμοδιώτερον,
Εκείνη απάντησε: «Είναι προτιμότερο να σιωπά κανείς σ’ αυτές τις
μηδὲ ἀξιοῦν ἀποκρίσεως τὰς μωράς τε καὶ ἀσεβεῖς τῶν προτάσεων,
αντιρρήσεις· ν’ απαξιεί ν’ απαντά σε ανόητες και ασεβείς απόψεις, επειδή και
ἐπεὶ καί τις τῶν θείων ἀπαγορεύει λόγος μὴ ἀποκρίνεσθαι ἄφρονι ἐν τῇ
ο θείος λόγος δεν επιτρέπει ν’ απαντάμε στην ανοησία ενός ανόητου·
ἀφροσύνῃ αὐτοῦ· ἄφρων δὲ πάντως ἐστὶ, κατὰ τὸν Προφήτην, ὁ μὴ
διότι, σύμφωνα με τον Προφήτη, είναι ανόητος όποιος λέει ότι δεν υπάρχει
εἶναι λέγων Θεόν.
Θεός.
»᾿Επεὶ δὲ χρὴ καὶ τοῦτο εἰπεῖν, ἐρῶ σοι, φησὶ, λόγον, ἐμὸν οὐχὶ, ἀλλ᾿
»Επειδή, όμως, πρέπει κι σ’ αυτό να απαντήσω, θα σου πω όχι δικό μου λόγο
οὐδὲ ἄλλου τινὸς ἀνθρώπου· μικρὸς γὰρ οὗτος, ὅστις δ᾿ ἂν ᾖ· ἀλλ᾿
ούτε κάποιου άλλου ανθρώπου· διότι θα ήταν πολύ λίγος, όποιος κι αν ήταν.
αὐτὸν ὃν ἡ κτίσις τῶν ὄντων διὰ τῶν ἐν αὐτῇ θαυμάτων διέξεισιν,
Θα σου πω λόγο που διηγείται η δημιουργία των κτισμάτων με τα θαύματά της·
ἀκροατὴς ὀφθαλμὸς γίνεται, διὰ τῶν φαινομένων, ἐνηχοῦντος τῇ
θα σου πω για τα φαινόμενα που βλέπει το μάτι και γι’ αυτά που ηχούν με
καρδίᾳ τοῦ σοφοῦ τε καὶ τεχνικοῦ λόγου. Βοᾷ γὰρ ἄντικρυ τὸν
σοφία και καλλιτεχνία μέσα στην καρδιά. Διότι η δημιουργία φωνάζει καθαρά
ποιητὴν ἡ κτίσις, αὐτῶν τῶν οὐρανῶν, καθώς φησιν ὁ Προφήτης, ταῖς
για το δημιουργό της· όπως λέει ο Προφήτης, ο ίδιος ο ουρανός με ανείπωτες
ἀλαλήτοις φωναῖς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ διηγουμένων.
φωνές διηγείται τη δόξα του Θεού (Ψαλμ. 18,2).
»Τίς γὰρ βλέπων τὴν τοῦ παντὸς ἁρμονίαν, τῶν τε οὐρανίων καὶ
»Διότι, ποιός βλέπει την αρμονία του σύμπαντος και τα θαύμασια φαινόμενα
τῶν κατὰ γῆν θαυμάτων, καὶ ὡς ἐναντίως ἔχοντα πρὸς ἄλληλα τὰ
του ουρανού και της γης; Ότι δηλαδή, ενώ τα στοιχεία τους είναι από τη φύση
στοιχεῖα κατὰ τὴν φύσιν, πρὸς τὸν αὐτὸν τὰ πάντα σκοπὸν διά τινος
αντίθετα μεταξύ τους, όμως όλα συνδέονται με αδιάσπαστη ενότητα μεταξύ
ἀῤῥήτου κοινωνίας συμπλέκεται, τὴν παρ᾿ ἑαυτοῦ δύναμιν ἕκαστον
τους για τον ίδιο σκοπό; Ποιός δεν βλέπει ότι το καθένα συνεισφέρει τη δική
πρὸς τὴν τοῦ παντὸς διαμονὴν συνεισφέροντα, καὶ οὔτε τὰ ἀμικτά τε
του δύναμη για τη συντήρηση του σύμπαντος; Ποιός δεν βλέπει ότι δεν
καὶ ἀκοινώνητα κατὰ τὴν ἰδιότητα τῶν ποιοτήτων διαχωρεῖ
χωρίζονται οι άμικτες και ακοινώνητες ατομικές ιδιότητες του ενός από το
ἀπ᾿ ἀλλήλων, οὔτε ἐν ἀλλήλοις φθείρεται κατακιρνάμενα πρὸς ἄλληλα
άλλο; Αλλά ούτε διαλύονται το ένα μέσα στο άλλο με την ανάμιξη αντίθετων
ταῖς ἐναντίαις ποιότησιν, ἀλλὰ καὶ οἷς ἀνωφερής ἐστιν ἡ φύσις, ἐπὶ τὰ
ιδιοτήτων; Διότι συμβαίνει, όσα η φύση τους τα οδηγεί προς τα πάνω να
κάτω φέρεται, τῆς ἡλιακῆς θερμότητος διὰ τῶν ἀκτίνων
πηγαίνουν προς τα κάτω, όπως η ηλιακή θερμότητα που πέφτει προς τα κάτω
καταῤῥεούσης· τά τε ἐμβριθῆ τῶν σωμάτων ἀνακουφίζεται διὰ τῶν
με τις ακτίνες του ήλιου. Τα βαριά πάλι σώματα ανυψώνονται με την
ἀτμῶν λεπτυνόμενα, ὡς καὶ τὸ ὕδωρ παρὰ τὴν ἑαυτοῦ φύσιν
ελαφρύτητα των ατμών, όπως το νερό που αντίθετα στη φύση του ανεβαίνει
ἀνωφερὲς γίνεσθαι, δι᾿ ἀέρος ἐπὶ πνευμάτων ὀχούμενον, καὶ τὸ
προς τα πάνω και το σπρώχνει ο αέρας με τα σύννεφα. Η φωτιά επίσης, που
αἰθέριον πῦρ πρόσγειον γίνεσθαι, ὡς καὶ τὸ βάθος μὴ ἀμοιρεῖν τῆς
είναι αέρας, γίνεται γήϊνο σώμα, για να μη μένει το βάθος γης χωρίς θερμότητα.
θερμότητος, ἐπιχεομένην δὲ τῇ γῇ τὴν ἐκ τῶν ὄμβρων ἰκμάδα μίαν
Από την άλλη, η υγρασία που πέφτει στη γη με τις βροχές, ενώ έχει μία φυσική
οὖσαν τῇ φύσει, μυρίας γεννᾷν βλαστημάτων διαφορὰς πᾶσι
ιδιότητα, προκαλεί μυριάδες είδη διαφορετικών φυτών, προσφέροντας στο
κατάλληλον τοῖς ὑποκειμένοις ἐμφυομένην· τήν τε ὀξυτάτην τοῦ πόλου
καθένα την κατάλληλη συνθήκη αναπτύξεως. Βλέπει ακόμη κανείς την
περιφορὰν καὶ τῶν ἐντὸς κύκλων τὴν ἐπὶ τὸ ἔμπαλιν κίνησιν, τάς τε
ταχύτατη περιστροφή του πόλου και την αντίστροφη κίνηση μέσα στους
ὑποδρομὰς καὶ τὰς συνόδους, καὶ τὰς ἐναρμονίους ἀποστάσεις τῶν
αστρικούς κύκλους, τις εκλείψεις, τις συνδρομές και τις αρμονικές αποστάσεις
ἄστρων·
των αστέρων.
»ὁ ταῦτα βλέπων τῷ διανοητικῷ τῆς ψυχῆς ὀφθαλμῷ, ἆρα οὐχὶ
»Αυτός που τα βλέπει αυτά με το νοερό οφθαλμό της ψυχής του, άραγε δεν
φανερῶς ἐκ τῶν φαινομένων διδάσκεται, ὅτι θεία δύναμις ἔντεχνός τε
μαθαίνει ξεκάθαρα από τα φαινόμενα, ότι υπάρχει κάποια θεία δύναμη,
καὶ σοφὴ τοῖς οὖσιν ἐμφαινομένη, καὶ διὰ πάντων ἥκουσα τὰ μέρη
δημιουργική και σοφή, που φανερώνεται στα όντα; Μια δύναμη που διαπερνά
συναρμόζει τῷ ὅλῳ, καὶ τὸ ὅλον συμπληροῖ ἐν τοῖς μέρεσι, καὶ μιᾷ τινι
όλα τα μέρη ώστε να συναπαρτίζουν το όλο, και συμπληρώνει το όλο με τα
περικρατεῖται δυνάμει τὸ πᾶν, αὐτὸ ἐν ἑαυτῷ μένον καὶ περὶ ἑαυτὸ
μέρη; Δεν μαθαίνει ότι μια δύναμη τα συγκρατεί όλα; Ότι όλα μένουν στον
κινούμενον, καὶ οὔτε λῆγόν ποτε τῆς κινήσεως, οὔτε εἰς ἄλλον τινὰ
εαυτό τους και κινούνται γύρω του· δεν σταματούν ποτέ την κίνηση και δεν
τόπον παρὰ τὸν, ἐν ᾧ ἐστι, μεθιστάμενον;».
αλλάζουν τόπο πέρα απ’ αυτόν που βρίσκονται;».
10. ΓΡΗΓ. «Καὶ πῶς, εἶπον, ἡ περὶ τὸ εἶναι τὸν Θεὸν πίστις, καὶ τὴν
«Και πώς, ρώτησα, η πίστη στο Θεό αποδεικνύει ταυτόχρονα και την ύπαρξη
ψυχὴν εἶναι τὴν ἀνθρωπίνην συναποδείκνυσιν; Οὐ γὰρ δὴ ταὐτόν ἐστι
της ανθρώπινης ψυχής; Διότι η ψυχή δεν είναι κάτι το ίδιο με το Θεό ώστε,
τῷ Θεῷ ἡ ψυχὴ, ὥστε εἰ τὸ ἓν ὁμολογοῖτο εἶναι συνομολογεῖσθαι
εάν ομολογηθεί ότι υπάρχει το ένα, να παραδεχτούμε οπωσδήποτε ότι υπάρχει
πάντως καὶ τὸ λειπόμενον».
και το άλλο».
ΜΑΚΡ. «῾Η δὲ, Λέγεται, φησὶ, παρὰ τῶν σοφῶν μικρός τις εἶναι κόσμος
Εκείνη τότε μου απάντησε: «Λένε οι σοφοί ότι ο άνθρωπος είναι ένας
ὁ ἄνθρωπος, ταῦτα περιέχων ἐν ἑαυτῷ τὰ στοιχεῖα, οἷς τὸ πᾶν
μικρόκοσμος καθώς περιέχει μέσα του στοιχεία από τα οποία αποτελούνται τα
συμπεπλήρωται. Εἰ δὲ ἀληθὴς οὗτος ὁ λόγος ἔοικε δὲ, τάχα οὐκ ἂν
όντα. Αν ο λόγος αυτός, όπως φαίνεται, είναι αληθινός, τότε δεν θα
ἑτέρας ἐδεήθημεν συμμαχίας εἰς τὸ βεβαιωθῆναι ἡμῖν ὃ περὶ ψυχῆς
χρειαζόμασταν καμμιά επιπλέον απόδειξη για να βεβαιώσουμε αυτό που
ὑπειλήφαμεν.
πιστεύουμε για την ψυχή.
»῾Υπειλήφαμεν δὲ τὸ εἶναι αὐτὴν καθ᾿ ἑαυτὴν ἐν ἐξηλλαγμένῃ τε καὶ
»Πιστεύουμε ότι η ψυχή υπάρχει καθ’ εαυτή με φύση ιδιαίτερη και
ἰδιαζούσῃ φύσει, παρὰ τὴν σωματικὴν παχυμέρειαν. ῾Ως γὰρ πάντα
διαφορετική από την παχύτητα του σώματος. Διότι, όπως αντιλαμβανόμαστε
τὸν κόσμον διὰ τῆς αἰσθητικῆς ἀντιλήψεως ἐπιγινώσκοντες, δι᾿ αὐτῆς
όλο τον κόσμο με τις αισθήσεις, με την ίδια
τῆς κατὰ τὴν αἴσθησιν ἡμῶν ἐνεργείας εἰς τὴν τοῦ ὑπὲρ αἴσθησιν
την ενέργεια των αισθητηρίων οδηγούμαστε στη γνώση της υπεραισθητής
πράγματος καὶ νοήματος ἔννοιαν ὁδηγούμεθα, καὶ γίνεται ἡμῖν ὁ
και νοητής πραγματικότητας· τότε γίνεται το μάτι μας
ὀφθαλμὸς ἑρμηνεὺς τῆς παντοδυνάμου σοφίας, τῆς τῷ παντὶ μὲν
ερμηνευτής της παντοδύναμης σοφίας (του Θεού), την οποία θεωρούμε στο
ἐνθεωρουμένης, τὸν δὲ κατ᾿ αὐτὴν τοῦ παντὸς περιδεδραγμένον
κάθε ον και η οποία μας φανερώνει Εκείνον που συγκρατεί το σύμπαν.
δι᾿ ἑαυτῆς μηνυούσης, οὕτω καὶ πρὸς τὸν ἐν ἡμῖν βλέποντες κόσμον,
Με τον ίδιο τρόπο κι εμείς, βλέποντας τον εσωτερικό μας κόσμο,
οὐ μικρὰς ἔχομεν ἀφορμὰς πρὸς τὸ διὰ τῶν φαινομένων καὶ τοῦ
δεν έχουμε και λίγες αφορμές να στοχαστούμε μέσα από τα φαινόμενα
κεκρυμμένου καταστοχάσασθαι. Κέκρυπται δὲ ἐκεῖνο, ὃ ἐφ᾿ ἑαυτοῦ ὂν
αυτό που κρύβεται από πίσω. Και κρύβεται εκείνο το οποίο, όντας από τον
νοητόν τε καὶ ἀειδὲς διαφεύγει τὴν αἰσθητικὴ κατανόησιν».
εαυτό του νοητό και αόρατο, ξεφεύγει από την κατανόηση των αισθήσεων».
11. ΓΡΗΓ. Κἀγὼ εἶπον· «᾿Αλλὰ τὴν τοῦ παντὸς ὑπερκειμένην σοφίαν
Είπα κι εγώ: «Σίγουρα είναι δυνατόν να δεχθούμε με το συλλογισμό τη σοφία
διὰ τῶν ἐνθεωρουμένων τῇ φύσει τῶν ὄντων σοφῶν τε καὶ τεχνικῶν
που ξεπερνά κάθε ον, με τη θεωρία των σοφών και καλλιτεχνικών ιδιοτήτων
λόγων, ἐν τῇ ἁρμονίᾳ ταύτῃ καὶ διακοσμήσει δυνατόν ἐστιν
που υπάρχουν στη φύση των όντων και αποτελεί την αρμονική διακόσμησή
ἀναλογίσασθαι· ψυχῆς δὲ γνῶσις διὰ τῶν κατὰ τὸ σῶμα δεικνυμένων
τους. Ποιά όμως γνώση της ψυχής είναι δυνατόν να προέλθει από τις σωματικές
τίς ἂν γένοιτο τοῖς ἀπὸ τῶν φαινομένων τὸ κρυπτὸν ἀνιχνεύουσιν;».
ιδιότητες σ’ αυτούς που ψάχνουν να βρουν τι κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα;».
ΜΑΚΡ. «Καὶ μάλιστα μέν τοι, φησὶν ἡ παρθένος, τοῖς κατὰ τὸ σοφὸν
«Βέβαια, λέει η παρθένα, για εκείνους που, σύμφωνα με το σοφό παράγγελμα,
ἐκεῖνο παράγγελμα γινώσκειν ἑαυτοὺς ἐπιθυμοῦσιν· εἰ κἂν ἡ
επιθυμούν να γνωρίσουν τον εαυτό τους, η ίδια η ψυχή γίνεται δασκάλα για
διδάσκαλος τῶν περὶ ψυχῆς ὑπολήψεων αὐτὴ ἡ ψυχὴ, ὅτι ἄϋλός τις
τα ζητήματα της ψυχής· διότι, ενώ είναι άϋλη και ασώματη,
καὶ ἀσώματος, καταλλήλως τῇ ἰδίᾳ φύσει ἐνεργοῦσά τε καὶ κινουμένη,
ενεργεί και κινείται ανάλογα στη φύση της
καὶ διὰ τῶν σωματικῶν ὀργάνων τὰς ἰδίας κινήσεις ἐνδεικνυμένη.
και με τα όργανα του σώματος μαρτυρεί τις κινήσεις της.
»῾Η γὰρ ὀργανικὴ τοῦ σώματος αὕτη διασκευὴ, ἔστι μὲν οὐδὲν ἧττον
»Η κατασκευή αυτή των οργάνων του σώματος διατηρείται το ίδιο
καὶ ἐπὶ τῶν ἀπονεκρωθέντων διὰ θανάτου, ἀλλ᾿ ἀκίνητος μένει καὶ
και σ’ αυτούς που έχουν ήδη πεθάνει· μένει όμως ακίνητη και ανενέργητη,
ἀνενέργητος, τῆς ψυχικῆς δυνάμεως ἐν αὐτῇ μὴ οὔσης. Κινεῖται δὲ τότε
διότι δεν υπάρχει μέσα της η δύναμη της ψυχής. Τότε μόνον κινείται, όταν
ὅταν ἥ τε αἴσθησις ἐν τοῖς ὀργάνοις ᾖ, καὶ διὰ τῆς αἰσθήσεως ἡ νοητὴ
υπάρχουν οι αισθήσεις στα σωματικά όργανα και μέσω των αισθήσεων
δύναμις διήκῃ ταῖς ἰδίαις ὁρμαῖς συγκινοῦσα πρὸς τὸ δοκοῦν τὰ
διαπερνά η νοητική δύναμη (της ψυχής) με την ορμή της και κινεί τις
ὀργανικὰ αἰσθητήρια».
σωματικές αισθήσεις εκεί που θέλει».
12. ΓΡΗΓ. «Τί οὖν, εἶπον, ἐστὶν ἡ ψυχή; εἰ δυνατὸν λόγῳ τινὶ τὴν φύσιν
«Τί, λοιπόν, είναι η ψυχή; ρώτησα. Είναι δυνατόν με κάποια λόγια να
ὑπογραφῆναι, ὡς ἄν τις γένοιτο ἡμῖν τοῦ ὑποκειμένου διὰ τῆς
περιγραφεί η φύση της, ώστε να μπορούμε με τον λεκτικό ορισμό ν’
ὑπογραφῆς κατανόησις».
αντιληφθούμε τί είναι;».
ΜΑΚΡ. Καὶ ἡ διδάσκαλος, «ἄλλοι μὲν ἄλλως, φησὶ, τὸν περὶ αὐτῆς
Και η δασκάλα απάντησε: «Προσπάθησαν πολλοί, με διαφορετικό τρόπο ο
ἀπεφήναντο λόγον, κατὰ τὸ δοκοῦν ἕκαστος ὁριζόμενοι, ἡ δὲ ἡμετέρα
καθένας, σύμφωνα με την αντίληψη τους, να ορίσουν τον ορισμό της· ο δικός
περὶ αὐτῆς δόξα οὕτως ἔχει· Ψυχή ἐστιν οὐσία γεννητὴ, οὐσία ζῶσα,
μας ορισμός γι’ αυτήν είναι ο εξής: Η ψυχή είναι κτιστή ουσία, ζώσα, νοερή
νοερὰ, σώματι ὀργανικῷ καὶ αἰσθητικῷ, δύναμιν ζωτικὴν καὶ τῶν
που μεταδίδει από μόνη της στα όργανα και τις αισθήσεις του σώματος δύναμη
αἰσθητῶν ἀντιληπτικὴν δι᾿ ἑαυτῆς ἐνιοῦσα, ἕως ἂν ἡ δεκτικὴ τούτων
ζωής και αντίληψη των αισθητών, έως εκεί που φτάνει η συνεκτική φύση τους».
συνέστηκε φύσις».
Καὶ ἅμα ταῦτα λέγουσα δείκνυσι τῇ χειρὶ τὸν ἰατρὸν τὸν ἐπὶ θεραπείᾳ
Και ενώ έλεγε αυτά, δείχνει με το χέρι το γιατρό που καθόταν δίπλα της για τη
τοῦ σώματος αὐτῇ προσκαθήμενον, καί φησιν· «᾿Εγγὺς ἡμῖν τῶν
τη θεραπεία του σώματός της και είπε: «Η απόδειξη των όσων λέμε είναι
εἰρημένων ἡ μαρτυρία. Πῶς γὰρ, εἶπεν, οὗτος ἐπιβαλὼν τῇ ἀρτηρίᾳ
μπροστά μας. Πές μου, πώς αυτός (ο γιατρός) ακουμπώντας με τα δάχτυλα την
τὴν τῶν δακτύλων ἁφὴν, ἀκούει τρόπον τινὰ διὰ τῆς ἁπτικῆς
αρτηρία, ακούει κατά κάποιο τρόπο με την αίσθηση της αφής
αἰσθήσεως τῆς φύσεως πρὸς αὐτὸν βοώσης, καὶ τὰ ἴδια πάθη
τον οργανισμό να του φωνάζει και να του διηγείται τις ασθένειές του;
διηγουμένης, ὅτι ἐν ἐπιτάσει ἐστὶ τῷ σώματι τὸ ἀῤῥώστημα, καὶ ἀπὸ
Να διηγείται δηλαδή ότι η αρρώστια βρίσκεται σε έξαρση στο σώμα και
τῶνδε τῶν σπλάγχνων ἡ νόσος ὥρμηται, καὶ ἐπὶ τοσόνδε παρατείνει
ξεκίνησε από το τάδε σπλάγχνο και για τόσο καιρό θα παραταθεί η κρίση του
τοῦ φλογμοῦ ἡ ἐπίτασις;
πυρετού;
»Διδάσκεται δὲ καὶ ὑπὸ τοῦ ὀφθαλμοῦ ἄλλα τοιαῦτα, πρός τε τὸ
»Εξίσου μ’ αυτά ο γιατρός διδάσκεται και από το μάτι, παρατηρώντας από τη
σχῆμα τῆς κατακλίσεως βλέπων, καὶ πρὸς τὴν τῶν σαρκῶν τηκεδόνα.
μια το σχήμα της κατακλίσεώς του κι από την άλλη την αδυναμία του σώματος.
Καὶ ὡς ἐπισημαίνει τὴν ἔνδον διάθεσιν, τό τε εἶδος τοῦ χρώματος,
Παρατηρεί την εσωτερική κατάσταση του σώματος, το είδος του χρώματός του,
ὕπωχρόν τε ὂν καὶ χολῶδες, καὶ ἡ τῶν ὀμμάτων βολὴ περὶ τῶν
αν αν είναι ωχρό ή πρασινωπό, και το βλέμμα των οφθαλμών, που αυτόματα
λυπούντων καὶ ἀλγύνον αὐτομάτως ἐγκλινομένη.
φανερώνει τη λύπη και τον πόνο.
»῾Ωσαύτως δὲ καὶ ἡ ἀκοὴ τῶν ὁμοίων διδάσκαλος γίνεται, τῷ δὲ
Αλλά και η ακοή διδάσκει το γιατρό για παρόμοια πράγματα· κάνει
πυκνῷ τοῦ ἄσθματος, καὶ τῷ συνεκδιδομένῳ μετὰ τῆς ἀναπνοῆς
διάγνωση της νόσου με την πυκνότητα της αναπνοής και με το στεναγμό που
στεναγμῷ τὸ πάθος ἐπιγινώσκουσα. Εἴποι δ᾿ ἄν τις μηδὲ τὴν ὄσφρησιν
βγαίνει ταυτόχρονα μ’ αυτήν. Θα έλεγε μάλιστα κανείς ότι ούτε η όσφρηση του
τοῦ ἐπιστήμονος ἀνεπίσκεπτον εἶναι τοῦ πάθους, ἀλλὰ διὰ τῆς ποιᾶς
επιστήμονα μένει αχρησιμοποίητη στη διάγνωση της ασθένειας· με την
τοῦ ἄσθματος ἰδιότητος ἐπιγινώσκειν τὸ ἐγκεκρυμμένον τοῖς
ποιότητα της αναπνοής βρίσκει την αρρώστεια που κρύβεται στα σπλάγχνα
σπλάγχνοις ἀῤῥώστημα.
του σώματος.
»῏Αρ᾿ οὖν εἰ μή τις δύναμις ἦν νοητὴ ἡ ἑκάστῳ τῶν αἰσθητηρίων
»Άρα, λοιπόν, αν δεν ήταν παρούσα σε κάθε αισθητήριο μια δύναμη νοητική,
παροῦσα; Τί ἂν ἡμᾶς ἡ χεὶρ ἀφ᾿ ἑαυτῆς ἐδιδάξατο, μὴ τῆς ἐννοίας πρὸς
τί θα μπορούσε να μας διδάξει από μόνο του το χέρι, αφού δεν θα καθοδηγούσε
τὴν τοῦ ὑποκειμένου γνῶσιν τὴν ἁφὴν ὁδηγούσης; Τί δ᾿ ἂν ἡ ἀκοὴ
η νόηση την αφή στη γνώση του υποκειμένου; Σε τί, επίσης, θα συνέβαλε στη
διανοίας διεζευγμένη, ἢ ὀφθαλμὸς, ἢ μυκτὴρ, ἢ ἄλλο τι αἰσθητήριον
γνώση του ζητουμένου η ακοή, εφόσον ήταν ξέχωρα από τη νόηση, ή το μάτι
πρὸς τὴν ἐπίγνωσιν τοῦ ζητουμένου συνήργησεν, εἰ ἐφ᾿ ἑαυτοῦ μόνου
ή η μύτη ή κάποια άλλη αίσθηση, εάν η καθεμιά ενεργούσε από μόνη της;
τούτων ἕκαστον ἦν; ᾿Αλλ᾿ ὃ πάντων ἐστὶν ἀληθέστατον, ὃ καλῶς τις
Αλλά, το πιο αληθινό είναι εκείνο το οποίο αναφέρουν ότι είπε κάποιος από
τῶν ἔξω πεπαιδευμένων εἰπὼν μνημονεύεται, τὸν νοῦν εἶναι τὸν
τους μορφωμένους της κοσμικής (έξω, θύραθεν) παιδείας· ότι, δηλαδή, ο νους
ὁρῶντα, καὶ νοῦν τὸν ἀκούοντα.
είναι εκείνος που βλέπει και ακούει.
»Εἰ γὰρ μὴ τοῦτο δοίη τις ἀληθὲς εἶναι, πῶς, εἰπὲ σὺ, πρὸς τὸν ἥλιον
»Και εάν κανείς δεν δεχόταν ότι αυτό είναι αλήθεια, πές μου, πώς εσύ,
βλέπων, καθὼς ἐδιδάχθης παρὰ τοῦ διδασκάλου βλέπειν, οὐχ ὅσος
βλέποντας τον ήλιο, όπως σου έμαθε να τον βλέπεις ο δάσκαλός σου, θα έλεγες
φαίνεται τοῖς πολλοῖς, τοσοῦτον αὐτὸν φῂς εἶναι τῷ μεγέθει τοῦ
ότι αυτός στο μέγεθος της περιφέρειάς του δεν είναι τόσο μεγάλος όσο
κύκλου, ἀλλ᾿ ὑπερβαλεῖν πολλαπλάσια τῷ μέτρῳ πᾶσαν τὴν γῆν;
νομίζουν οι πολλοί, αλλά ξεπερνά σε πολλαπλάσιο αριθμό το μέγεθος όλης
Οὐκ ἐπειδὴ τῇ ποίᾳ κινήσει, καὶ τοῖς χρονικοῖς τε καὶ τοπικοῖς
της γης; Δεν ισχυρίζεσαι με αυτοπεποίθηση ότι έτσι είναι τα πράγματα, διότι
διαστήμασι, καὶ ταῖς ἐκλειπτικαῖς αἰτίαις τῇ διανοία διὰ τῶν
μελέτησες με τη νόηση τα φαινομένα, την οποιαδήποτε κίνηση, τα χρονικά και
φαινομένων ἀκολουθήσας, θαῤῥῶν ἀποφαίνων τὸ οὕτως ἔχειν;
τοπικά διαστήματα και τις αιτίες των εκλείψεων;
»Καὶ τῆς σελήνης μείωσίν τε καὶ αὔξησιν βλέπων, ἄλλα διδάσκει διὰ
»Και όταν βλέπεις την έλλειψη ή το γέμισμα της σελήνης, διδάσκεσαι άλλες
τοῦ φαινομένου περὶ τὸ στοιχεῖον σχημάτων, τὸ, ἀφεγγῆ τε εἶναι
αλήθειες από τα φαινόμενα του σχήματος της σελήνης· ότι στη φύση της είναι
αὐτὴν κατὰ τὴν ἰδίαν φύσιν, καὶ τὸν πρόσγειον κύκλον περιπολεῖν·
είναι αφεγγής (ετερόφωτη) και περιφέρεται γύρω από τη γη· λάμπει με το φως
λάμπει δὲ ἀπὸ τῶν ἡλιακῶν ἀκτίνων, ὡς ἐπὶ τῶν κατόπτρων γίνεσθαι
που δέχεται από τις ακτίνες του ήλιου –όπως συμβαίνει με τους καθρέφτες που
πεφυκέναι τὸν ἥλιον, ἐφ᾿ ἑαυτῶν δεχόμενα οὐκ ἰδίας αὐγὰς
δέχονται πάνω τους τον ήλιο και δεν εκπέμπουν δικό τους φως,
ἀντιδίδωσιν, ἀλλὰ τοῦ ἡλιακοῦ φωτὸς ἐκ τοῦ λείου καὶ στίλβοντος
αλλ’ αντανακλούν προς τα πίσω το ηλιακό φως εξαιτίας τη λείας και στιλπνής
σώματος εἰς τὸ ἔμπαλιν ἀνακλωμένου. ῞Ωσπερ τοῖς ἀνεξετάστως
επιφάνειάς τους. Αυτοί όμως που βλέπουν τα πράγματα χωρίς να τα εξετάσουν
βλέπουσιν ἐξ αὐτῆς δοκεῖ τῆς σελήνης εἶναι τὸ φέγγος.
καλά, πιστεύουν ότι το φως προέρχεται από την ίδια τη σελήνη.
»Δείκνυται δὲ τὸ μὴ ἔχειν, ὅτι γινομένη μὲν ἀντιπρόσωπος τῷ ἡλίῳ
»Αποδεικνύεται βέβαια ότι η σελήνη δεν έχει δικό της φως από το ότι, όταν
κατὰ διάμετρον ὅλῳ τῷ πρὸς ἡμᾶς βλέποντι κύκλῳ καταφωτίζεται·
βρίσκεται εκ διαμέτρου αντίθετα στον ήλιο, φωτίζεται σ’ όλο της τον κύκλο
ἐν ἐλάττονι δὲ τῷ κατ᾿ αὐτὴν τόπῳ θᾶττον περιοῦσα τὸν ἐν ᾧ ἐστι
που βλέπουμε εμείς· επειδή όμως το διάστημα που περιφέρεται είναι μικρότερο,
κύκλον, πρὶν ἅπαξ τὸν ἥλιον περιοδεῦσαι τὸν ἴδιον δρόμον, πλέον ἢ
κάνει πιο γρήγορα τον κύκλο του εαυτού της, προτού ο ήλιος κάνει το δικό του
δωδεκάκις αὐτὴ τὸν κατ᾿ αὐτὴν περιέρχεται.
μία φορά· έτσι περιτρέχει τον εαυτό της περισσότερο από δώδεκα φορές.
»Διὸ συμβαίνει μὴ ἀεὶ πεπληρῶσθαι φωτὸς τὸ στοιχεῖον· οὐ γὰρ μένει
»Γι’ αυτό συμβαίνει να μην είναι γεμάτη πάντα με φως η σελήνη· διότι η θέση
ἐν τῷ πυκνῷ τῆς περιόδου διηνεκῶς ἀντιπρόσωπος τῷ διά πολλοῦ
της δεν διατηρείται συνεχώς απέναντι στον ήλιο λόγω της ταχείας περιστροφής
περιιόντι τόν ἴδιον πόλον, ἡ δι᾿ ὀλίγου πολλάκις τόν ἑαυτῆς
της. Ενώ ο ήλιος κάνει πολύ χρόνο να περιστραφεί γύρω από τον εαυτό του, η
περιθέουσα· ἀλλ᾿ ὥσπερ ἡ κατ᾿ εὐθεῖαν ὡς πρός τόν ἥλιον
σελήνη κάνει πολύ λίγο και περιστρέφεται πολλές φορές. Έτσι, όπως η θέση
ἀντιπρόσωπος θέσις, ἅπαν τὸ πρὸς ἡμᾶς τῆς σελήνης μέρος διὰ τῶν
ακριβώς απέναντι από τον ήλιο, κάνει να φωτίζεται από τις ακτίνες του όλο το
ἡλιακῶν ἀκτίνων πεφωτισμένον ἐποίησεν, οὕτως ὅταν ἐπὶ τὰ πλάγια
μέρος της σελήνης που βλέπουμε εμείς, έτσι και όταν βρίσκεται στα πλάγια
γίνεται τοῦ ἡλίου τοῦ ἀεὶ κατ᾿ αὐτὸν γινομένου τῆς σελήνης
του ήλιου, τότε το ημισφαίριο της σελήνης που βρίσκεται απέναντι από τον
ἡμισφαιρίου διαλαμβανομένου τῇ τοῦ ἀκτίνων περιβολῇ, τὸ πρὸς
ήλιο δέχεται τις ακτίνες του, ενώ το στραμμένο σε μας αναγκαστικά
ἡμᾶς κατ᾿ ἀνάγκην ἀποσκιάζεται, ἀντιμεθισταμένης τῆς λαμπηδόνος
βρίσκεται στη σκιά· η λαμπρότητα αφαιρείται από το μέρος εκείνο της
ἀπὸ τοῦ μὴ δυναμένου πρὸς τὸν ἥλιον βλέπειν μέρους ἐπὶ τὸν ἀεὶ κατ᾿
σελήνης που δεν μπορεί να βλέπει προς τον ήλιο καί δίνεται σ’εκείνο το μέρος
ἐκεῖνον γινόμενον, ἕως ἂν ὑποβᾶσα κατ᾿ εὐθεῖαν τὸν ἡλιακὸν κύκλον
που είναι πάντα απέναντι από τον ήλιο· έως ότου η σελήνη περάσει κατευθείαν
κατὰ νώτου τὴν ἀκτῖνα δέξηται, καὶ οὕτω τοῦ ἄνωθεν ἡμισφαιρίου
απέναντι στον ήλιο και δεχθεί τις ακτίνες του στο νότιο μέρος της, οπότε
περιλαμφθέντος ἀόρατον ποιεῖ τὸ πρὸς ἡμᾶς μέρος, τὸ εἶναι καθόλου
φωτίζεται το πάνω απ’ αυτό ημισφαίριο και γίνεται αόρατο το δικό μας, διότι
τῇ ἰδίᾳ φύσει ἀφεγγὲς καὶ ἀφώτιστον· ὅπερ δὴ παντελὴς τοῦ στοιχείου
από τη φύση του το δεύτερο είναι χωρίς φως. Το φαινόμενο αυτό λέγεται
μείωσις λέγεται. Εἰ δὲ παρέλθῃ πάλιν τὸν ἥλιον κατὰ τὴν ἰδίαν τοῦ
ολική μείωση του σώματος της σελήνης. Εάν πάλι περάσει τον ήλιο στη
δρόμου κίνησιν, καὶ ἐκ πλαγίου γένοιτο τῇ ἀκτῖνι, τὸ πρὸ ὀλίγου
διαδρομή της κινήσεώς της και δεχθεί πλάγια τις ακτίνες του, τότε αυτό που
ἀλαμπὲς ὑπολάμπειν ἄρχεται, τῆς ἀκτῖνος ἀπὸ τοῦ πεφωτισμένου
πριν λίγο ήταν αφώτιστο αρχίζει να λάμπει, διότι οι ακτίνες πέφτουν από το
πρὸς τὸ τέως ἀφανὲς μετιούσης.
φωτισμένο στο πρώην αφώτιστο μέρος της.
»῾Ορᾷς οἷόν σοι γίνεται ἡ ὄψις διδάσκαλος, οὐκ ἄν σοι παρασχομένη δι᾿
»Βλέπεις πόσα πράγματα σου διδάσκει η όραση; Μόνη της δεν θα σου
ἑαυτῆς τῶν τοιούτων τὴν θεωρίαν, εἰ μή τι οὖν τὸ διὰ τῶν ὄψεων
πρόσφερε τη γνώση όλων αυτών, εάν δεν υπήρχε κάτι που βλέπει με τα μάτια·
βλέπων, ὃ τοῖς κατ᾿ αἴσθησιν γινωσκομένοις οἷόν τισιν ὁδηγοῖς
αυτό χρησιμοποιεί τα δεδομένα των αισθήσεων σαν κάποιο οδηγό ώστε να
κεχρημένον διὰ τῶν φαινομένων, ἐπὶ τὰ μὴ βλεπόμενα διαδύεται; Τί
να εισέλθει μ’ αυτά που βλέπει σ’ αυτά που δεν βλέπει. Πρέπει ακόμη να
δεῖ προστιθέναι τὰς γεωμετρικὰς ἐφόδους διὰ τῶν αἰσθητῶν
προσθέσουμε τις γεωμετρικές μεθόδους, οι οποίες με τα φαινομενικά σχήματα
χαραγμάτων, πρὸς τὰ ὑπὲρ αἴσθησιν ἡμᾶς χειραγωγούσας, καὶ μυρία
μας οδηγούν στα υπεραισθητά· και πέρα απ’ αυτές μύρια άλλα,
ἐπὶ τούτοις ἄλλα, δι᾿ ὧν συνίσταται διὰ τῶν ἐν ἡμῖν σωματικῶς
τα οποία αποδεικνύουν ότι με τις σωματικές μας ενέργειες κατανοούμε
ἐνεργουμένων τῆς ἐγκεκρυμμένης τῇ φύσει ἡμῶν νοερᾶς οὐσίας τὴν
την κρυφή μέσα μας νοερή ουσία».
κατάληψιν γίνεσθαι».
13. ΓΡΗΓ. «Τί δὲ, εἶπον, εἰ ὥσπερ κοινὸν μέν ἐστιν ἐπὶ τῆς αἰσθητῆς τῶν
«Τί, είπα εγώ, εάν όπως είναι κοινό στοιχείο στη φύση των αισθητών η ύλη
στοιχείων φύσεως τὸ ὑλῶδες, διαφορὰ δὲ κατὰ τὸ ἰδίαζον ἐν ἑκάστῳ
αλλά και η διαφορά της ύλης σε κάθε είδος είναι μεγάλη εξαιτίας της
εἴδει τῆς ὕλης πολλὴ ἥ τε γὰρ κίνησις αὐτοῖς ἐκ τοῦ ἐναντίου ἐστὶν,
ιδιαιτερότητας των χαρακτηριστικών του και η κίνησή τους παρουσιάζει
τοῦ μὲν ἀνωφεροῦς ὄντος, τοῦ δὲ ἐπὶ τοῦ κάτω βρίθοντος, τὸ δὲ εἶδος
αντιθέσεις, διότι άλλο πάει προς τα πάνω, άλλο πάλι πάει προς τα κάτω και το
οὐ τὸ αὐτὸ, καὶ ἡ ποιότης διάφορος ἔν τινι, τούτων κατὰ τὸν λόγον
είδος τους δεν είναι το ίδιο και η ποιότητά τους διαφορετική, θα μπορούσε να
συνουσιωμένην τις εἶναι λέγοι δύναμιν, τὴν τὰς νοητικὰς ταύτας
πει κάποιος ότι η δύναμή τους είναι συσσωματωμένη σύμφωνα με το λόγο τους
φαντασίας τε καὶ κινήσεις, ἐκ φυσικῆς ἰδιότητός τε καὶ δυνάμεως
και ενεργεί τις νοητικές αυτές φαντασίες και κινήσεις από τη φυσική ιδιότητα
ἐνεργοῦσαν;
και δύναμη των στοιχείων;
»Οἷα δὴ πολλὰ βλέπομεν ὑπὸ τῶν μηχανοποιῶν ἐνεργούμενα, ἐφ᾿ ὧν
»Παραδείγματα τέτοια βλέπουμε πολλά να κάνουν οι μηχανικοί, οι οποίοι με
ἡ ὕλη τεχνικῶς διατεθεῖσα μιμεῖται τὴν φύσιν, οὐκ ἐν τῷ σχήματι μόνῳ
τη τεχνική τους κάνουν την ύλη να μιμείται τη φύση. Δεν δείχνει την
φθόγγον τινὰ δεικνῦσα τὸ ὅμοιον, ἀλλὰ καὶ ἐν ἄλλοις· καί γάρ ἐν
ομοιότητα μόνο στο σχήμα αλλά και σε άλλα· διότι και κινείται
κινήσει γίνεται, καὶ φθόγγον τινά ὑποκρίνεται, ἠχοῦντος ἐν τῷ
και παράγει κάποιο φθόγγο, ο οποίος ηχεί στο φωνητικό μέρος
φωνητικῷ μέρει τοῦ μηχανήματος, καὶ οὐδέ που νοητήν τινα δύναμιν
του μηχανήματος και πουθενά στα γινόμενα δεν φανταζόμαστε κάποια
γινομένοις ἐνθεωροῦμεν τὴν καθ᾿ ἕκαστον ἐργαζομένην τὸ σχῆμα, τὸ
νοητική δύναμη που στο καθένα να δημιουργεί το σχήμα, το είδος,
εἶδος, τὸν ἦχον, τὴν κίνησιν.
τον ήχο και την κίνηση.
»Εἰ ταῦτα λέγομεν καὶ περὶ τὸ μηχανικὸν τοῦτο τῆς φύσεως ἡμῶν
»Κι αν αυτά λέμε ότι συμβαίνουν στα μηχανικά όργανα της φύσεώς μας,
ὄργανον, μηδεμιᾶς κατὰ τὸ ἰδιάζον νοητῆς οὐσίας ἐγκεκραμένης
χωρίς να υπάρχει καμιά νοητική ουσία που να είναι συνυφασμένη με τα
γίνεσθαι, ἀλλά τινος τῇ φύσει τῶν ἐν ἡμῖν στοιχείων κινητικῆς
ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της· αλλά με το να υπάρχει στη φύση των στοιχείων
δυνάμεως ἐγκειμένης, καὶ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας ἀποτέλεσμα εἶναι ἤ
μας κάποια δύναμη που δίνει κίνηση, και αποτέλεσμα της ενέργειάς της είναι
οὐδέν ἄλλο ἤ κίνησίς τις ὁρμητική περί τήν γνῶσιν τῶν
τίποτε άλλο παρά μια κίνηση ορμητική που ενεργεί για να γνωρίσει
σπουδαζομένων ἐνεργουμένη, τί ἄν μᾶλλον διά τούτου τό εἶναι ἐφ᾿
τα πράγματα που ερευνά· με αυτό τί θα αποδεικνύονταν περισσότερο, ότι η
ἑαυτῆς τὴν νοητὴν ἐκείνην καὶ ἀσώματον τῆς ψυχῆς οὐσίαν
νοητή εκείνη και ασώματη ουσία της ψυχής υπάρχει αφ’ εαυτού της
ἀποδεικνύοιτο, ἢ τὸ μηδόλως εἶναι;».
ή ότι δεν υπάρχει καθόλου;».
14. ΜΑΚΡ. «῾Η δὲ, Συμμαχεῖ, φησὶ, τῷ λόγῳ καὶ τὸ ὑπόδειγμα, καὶ ἡ
Εκείνη είπε: «Το παράδειγμά σου ταιριάζει με τα επιχειρήματά σου, αλλά
κατασκευὴ πᾶσα τῆς ἀνθυπενεχθείσης ἡμῖν ἀντιῤῥήσεως οὐ μικρὰ
όλη η επιχειρηματολογία της αντιρρήσεως στα δικά που παρουσιάζεται, θ’
συντελέσει πρὸς τὴν τῶν νοηθέντων ἡμῖν βεβαιότητα».
αποτελέσει μεγάλη επιβεβαίωση των απόψεών μας».
ΓΡΗΓ. «Πῶς οὖν τοῦτο λέγεις;».
«Πώς ισχυρίζεσαι κάτι τέτοιο;».
ΜΑΚΡ. «῞Οτι τοι, φησὶ, τὸ οὕτως εἰδέναι μεταχειρίζεσθαί τι καὶ
«Διότι, απαντά εκείνη, το να γνωρίζεις να χρησιμοποιείς και να διαθέτεις την
διατιθέναι τὴν ἄψυχον ὕλην, ὡς τὴν ἐναποτιθεῖσαν τοῖς μηχανήμασι
άψυχη ύλη κάπως έτσι, ώστε η τέχνη που συγκροτεί τα μηχανήματα να έχει
τέχνην μικροῦ δεῖν ἀντὶ τῆς ψυχῆς τῇ ὕλῃ γίνεσθαι, δι᾿ ὧν κίνησίν τε
σχεδόν τη θέση της ψυχής στην ύλη και να δημιουργεί μ’ αυτά κίνηση,
καὶ ἦχον, καὶ σχήματα, καὶ τὰ τοιαῦτα καθυποκρίνεται, ἀπόδειξις ἂν
ήχο, σχήματα και τις παρόμοιες απομιμήσεις, αυτό αποτελεί απόδειξη ότι κάτι
εἴη τοῦ εἶναί τι τοιοῦτον ἐν τῷ ἀνθρώπῳ, ᾧ ταῦτα πέφυκε διὰ τῆς
τέτοιο υπάρχει και στον άνθρωπο. Μ’ αυτό παρουσιάζεται ο άνθρωπος, με τη
θεωρητικῆς καὶ ἐφευρετικῆς δυνάμεως κατανοεῖν τε ἐν ἑαυτῷ καὶ
θεωρητική και εφευρετική δύναμή του, να επινοεί μέσα του και να
προκατασκευάζειν τῇ διανοίᾳ τὰ μηχανήματα, εἶθ᾿ οὕτως εἰς ἐνέργειαν
προκατασκευάζει με τη σκέψη τα μηχανήματα· έπειτα, με την τέχνη, τα θέτει
διὰ τῆς τέχνης ἄγειν, καὶ διὰ τῆς ὕλης δεικνύειν τὸ νόημα.
σε ενέργεια και υλοποιεί εκείνο που είχε στο νου του.
»Πρῶτον γὰρ ὅτι πνεύματός ἐστι χρεία πρὸς τὴν ἐκφώνησιν,
»Και πρώτα αντιλήφθηκε ότι είχε ανάγκη από αέρα για να δημιουργήσει την
κατενόησεν· εἶθ᾿ ὅπως ἂν ἐπινοηθείη πνεῦμα τῷ μηχανήματι τῷ
εκφώνηση. Έπειτα, για να παράγει αέρα με το μηχάνημα, εξέτασε πρώτα με τη
λογισμῷ προεξήτασε, τὴν τῶν στοιχείων φύσιν ἐπισκεψάμενος, ὅτι
σκέψη και ερεύνησε τη φύση των στοιχείων· βρήκε ότι δεν υπάρχει κανένα
οὐδὲν κενὸν ἐν τοῖς οὖσίν ἐστιν, ἀλλὰ πρὸς τὸ βαρύτερον παραθέσει
κενό στα όντα, αλλά το ελαφρύτερο θεωρείται κενό μόνο σε σύγκριση με το
κενὸν τὸ κοῦφον νομίζεται, ἐπεὶ καὶ αὐτὸς ἐφ᾿ ἑαυτοῦ κατ᾿ ἰδίαν
βαρύτερο. Διότι, και ο ίδιος ο αέρας στην ιδιαίτερη ιδιοσυστασία του
ὑπόστασιν μεστός τε ὁ ἀὴρ καὶ πλήρης ἐστί. Διάκενον γὰρ τὸ ἀγγεῖον
είναι γεμάτος και πλήρης. Καταχρηστικά μάλιστα λέμε ότι το δοχείο είναι
ἐκ καταχρήσεως λέγεται. ῞Οταν γὰρ τοῦ ὑγροῦ κενὸν ᾖ, οὐδὲν ἧττον
άδειο. Κι όταν είναι άδειο από το υγρό περιεχόμενό του, ο μορφωμένος
μεστὸν ἀέρος πεπαιδευμένος καὶ τοῦτο λέγει.
άνθρωπος πάλι θα πει ότι είναι γεμάτο, από αέρα.
»Σημεῖον δὲ τὸν ἐπαχθέντα τῇ λίμνῃ ἀμφορέα μὴ εὐθὺς πληροῦσθαι
»Απόδειξη αυτού αποτελεί και το ότι, όταν ρίξουμε έναν αμφορέα στη λίμνη,
τοῦ ὕδατος, ἀλλ᾿ ἐπιπολάζειν τὰ πρῶτα, τοῦ ἐναπειλημμένου ἀέρος
να μη γεμίζει αμέσως νερό αλλά στην αρχή να επιπλέει· διότι ο περιεχόμενος
ἐπὶ τὸ ἄνω τὸ κοῖλον ἀνέχοντος, ἕως ἂν πιεσθεὶς ὁ ἀμφορεὺς τῇ χειρὶ
αέρας συγκρατεί το κοίλο δοχείο προς τα πάνω, έως ότου πιεστεί ο αμφορέας
τοῦ ἀρυομένου ἐν τῷ βάθει γίνεται, καὶ τοῦτο δέξηται τῷ στόματι τὸ
από το χέρι αυτού που αντλεί νερό· έτσι βυθίζεται, και τότε γεμίζει νερό από
ὕδωρ· οὗ γινομένου δείκνυται τὸ μὴ κενὸν αὐτὸν εἶναι καὶ πρὸ τοῦ
το στόμιο. Μ’ αυτά αποδεικνύεται ότι το δοχείο δεν είναι κενό πριν γεμίσει με
ὕδατος.
νερό.
»Μάχη γάρ τις περὶ τῷ στόματι τῶν δύο στοιχείων ὁρᾶται, τοῦ μὲν
Στο στόμιο του δοχείου γίνεται ένα είδος μάχης μεταξύ των δύο στοιχείων· το
ὕδατος ὑπὸ βάρους ἐπὶ τὸ κοῖλον βιαζομένου τε καὶ εἰσρέοντος, τοῦ δὲ
νερό από τη μια σαν βαρύτερο πιέζεται προς τα κάτω και ρέει μέσα στο δοχείο·
ἀέρος τοῦ ἐναπειλημμένου τῷ κοίλῳ διὰ τοῦ αὐτοῦ στόματος ἐπὶ τὸ
κι από την άλλη ο αέρας που βρίσκεται μέσα στο δοχείο, επειδή πιέζεται από
ἔμπαλιν συνθλιβομένου περὶ τὸ ὕδωρ, καὶ ἀναῤῥέοντος, ὡς καὶ
το νερό, ανεβαίνει προς το ίδιο στόμιο με ορμή και εμποδίζει την είσοδο του
ἀνακόπτεσθαι διὰ τούτου καὶ ἀνακοχλάζειν τὸ ὕδωρ περιαφρίζον τῇ
νερού· γι’ αυτό, με τη δύναμή του ο αέρας, κάνει το νερό να φουσκώνει και
βίᾳ τοῦ πνεύματος.
ν’ αφρίζει.
»Ταῦτα οὖν κατενόησε, καὶ ὅπως ἂν ἐντεθείη πνεῦμα τῷ μηχανήματι
»Όλα αυτά, λοιπόν, τα κατανόησε ο άνθρωπος. Γι’ αυτό επινόησε τρόπο πώς,
διὰ τῆς τῶν στοιχείων φύσεως ἐπενόησε. Κοῖλον γάρ τι ἐκ στεγανῆς
με τα στοιχεία της φύσεως, θα εισέρχεται ο αέρας στο μηχάνημα. Κατασκεύασε
ὕλης κατασκευάσας, καὶ πανταχόθεν τὸν ἐν αὐτῷ ἀέρα περισχὼν
ένα κοίλωμα από στερεή ύλη και περιόρισε απ’ όλες τις πλευρές τον αέρα, να
ἀδιάπνευστον, ἐπάγει τὸ ὕδωρ διὰ στόματος τῷ κοίλῳ, κατὰ τὸ
μην μπορεί να βγει έξω. Έπειτα, έχυσε νερό από το στόμιο στο κοίλωμα, αφού
μέτρον τῆς χρείας τὸ ποσὸν συμμετρήσας τοῦ ὕδατος, εἶθ᾿ οὕτως ἐπὶ
το μέτρησε να είναι στην απαιτούμενη ποσότητα· κατόπιν, δίνει με τον
τὸν παρακείμενον αὐλὸν δίδωσι κατὰ τὸ ἀντικείμενον τῷ ἀέρι τὴν
παρακείμενο αυλό διέξοδο στον αέρα από την αντίθετη πλευρά·
δίοδον, ἐκθλιβόμενος δὲ τῷ ὕδατι βιαιότερον ὁ ἀὴρ πνεῦμα γίνεται·
και ο αέρας με την πίεση του νερού γίνεται δυνατός άνεμος, ο οποίος
ὅπερ ἐκπίπτον τῇ κατασκευῇ τοῦ αὐλοῦ τὸν ἦχον ποιεῖ.
εξερχόμενος παράγει ήχο με την κατασκευή του αυλού.
»῏Αρ᾿ οὐ φανερῶς δείκνυται διὰ τῶν φαινομένων, ὅτι ἔστι τις ἐν τῷ
»Αποδεικνύεται, λοιπόν, ξεκάθαρα από τα φαινόμενα ότι υπάρχει μέσα
ἀνθρώπῳ νοῦς ἄλλο τι παρὰ τὸ φαινόμενον, ὁ τῷ ἀειδεῖ τε καὶ νοερῷ
στον άνθρωπο νους, διαφορετικός από τα ορατά· ο νους, με την αόρατη και
τῆς ἰδίας φύσεως ταῦτα ἐν ἑαυτῷ προκατασκευάζων ταῖς ἐπινοίαις,
νοερή φύση του, προκατασκευάζει με την σκέψη του αυτά (τα φαινόμενα) και
εἶθ᾿ οὕτως διὰ τῆς ὑλικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὸ ἐμφανὲς ἄγων τὴν ἔνδον
στη συνέχεια με την ύλη παρουσιάζει προς τα έξω εκείνα που σχεδίασε με
συστᾶσαν διάνοιαν;
το νου του. Έτσι δεν είναι;
»Εἰ γὰρ ἦν κατὰ τὸν ἀντιτεθέντα λόγον ἡμῖν τῇ φύσει τῶν στοιχείων
»Διότι, εάν, σύμφωνα με όσα λένε οι αντιτιθέμενοι, ήταν δυνατόν αυτά τα
τὰς τοιαύτας θαυματοποιίας λογίζεσθαι, αὐτομάτως ἂν ἡμῖν συνέστη
θαυμαστά γεγονότα να τ’ αποδώσουμε στη φύση των στοιχείων, τότε από μόνα
πάντως τὰ μηχανήματα· καὶ οὔτε ὁ χαλκὸς τὴν τέχνην ἀνέμενεν εἰς τὸ
τους θα δημιουργούνταν τα μηχανήματα. Δεν θα περίμενε ο χαλκός την τέχνη
γενέσθαι ἀνδροείκελον, ἀλλ᾿ εὐθὺ ἂν τοιοῦτος ἐκ φύσεως ἦν· οὐδ᾿ ἂν
για να σχηματίσει άγαλμα, αλλά ευθύς από τη φύση του θα γινόταν. Ούτε ο
τοῦ αὐλοῦ πρὸς τὸν ἦχον ὁ ἀὴρ ἐδεήθη, ἀλλὰ πάντοτε ἂν ἐφ᾿ ἑαυτοῦ
αέρας θα χρειαζόταν τον αυλό για να παράγει ήχο, αλλά πάντοτε από μόνος
ἤχει κατὰ τὸ συμβᾶν, ῥέων τε καὶ κινούμενος· τοῦ τε ὕδατος οὐκ ἂν ἦν
του θα τον παρήγε με την ρέουσα κίνησή του. Ούτε πάλι το νερό, για νά τρέξει
βεβιασμένη διὰ σωλῆνος ἡ πρὸς τό ἄνω φορὰ, τῆς τέχνης ἐκ
προς τα πάνω, θα πιέζονταν από σωλήνα με τεχνική πίεση που σπρώχνει
πιεσμάτων εἰς τὸ παρὰ φύσιν ἀναθλιβούσης τὴν κίνησιν· ἀλλ᾿
το νερό να κινηθεί με τρόπο που ξεπερνά τη φύση του· αλλά,
αὐτομάτως ἀνίη τὸ ὕδωρ πάντως πρὸς τὸ μηχάνημα, τῇ ἰδίᾳ φύσει
από μόνο του θ’ ανέβαινε το νερό προς το μηχάνημα, γιατί θα το έσπρωχνε
ἐπὶ τὸ ἄνω ὀχετηγούμενον.
προς τα πάνω η ίδια η φύση του.
»Εἰ δὲ τούτων κατὰ τὸ αὐτόματόν ἐστιν οὐδὲν ὑπὸ τῆς τῶν στοιχείων
»Εάν, λοιπόν, τίποτε απ’ αυτά δεν γίνεται αυτόματα και δεν ενεργεί από τα ίδια
φύσεως ἐνεργούμενον, ἀλλὰ τέχνῃ πρὸς τὸ δοκοῦν ἕκαστον ἄγεται·
τα στοιχεία της φύσεως, αλλά το καθένα ενεργείται σύμφωνα με τη θέληση, με
ἡ δὲ τέχνη διάνοιά ἐστιν ασφαλής πρός τινα σκοπόν ἐνεργουμένη διά
τη δύναμη της τέχνης· και τέχνη είναι διάνοια σταθερή που ενεργεί για κάποιο
τῆς ὕλης, ἡ δέ διάνοια νοῦ τίς ἐστι οἰκεία κίνησίς τε καὶ ἐνέργεια, ἄρα
σκοπό μέσω της ύλης, ενώ διάνοια είναι φυσική κίνηση και ενέργεια του νου·
καὶ διὰ τῶν ἀντιθέτων ἡμῖν τὸ ἄλλο τι παρὰ τὸ φαινόμενον εἶναι
επομένως, απέδειξε η εξέταση των αντιθέτων επιχειρημάτων στα δικά μας, ότι
τὸν νοῦν ἡ ἀκολουθία τῶν εἰρημένων ἀπέδειξεν».
ο νους είναι κάτι το διαφορετικό από τα φαινόμενα (ορατά)».
15. ΓΡΗΓ. «᾿Εγὼ δὲ, τοῦτο μὲν οὕτως ἔχειν φημὶ καὶ αὐτὸς, τὸ μὴ
«Κι εγώ παραδέχομαι, είπα, ότι έτσι έχουν τα πράγματα· δηλαδή, το μη
ταὐτὸν εἶναι τῷ φαινομένῳ τὸ μὴ φαινόμενον· οὐ μὴν τὸ ζητούμενον
φαινόμενο δεν είναι το ίδιο με το φαινόμενο. Όμως δεν βρίσκω στο επιχείρημα
ἐν τῷ λόγῳ τούτῳ βλέπω, οὔπω γάρ μοι δῆλόν ἐστιν, ὅ τί ποτε χρὴ
αυτό την απάντηση που ζητώ. Διότι δεν μου είναι ακόμη ξεκάθαρο, τί είναι
νομίζειν ἐκεῖνο εἶναι τὸ μὴ φαινόμενον, ἀλλ᾿ ὅτι μὲν ὑλικόν τι οὐκ ἔστιν
εκείνο που πρέπει να θεωρούμε ως μη φαινόμενο. Ότι δεν είναι ύλη, το έμαθα
ἐδιδάχθην τῷ λόγῳ· οὐδέπω δὲ ἔγνων, ὅ τι περὶ αὐτοῦ προσήκει
απ’ όσα λέχθηκαν. Δεν έμαθα όμως ακόμη τί ακριβώς πρέπει να λέω γι’ αυτό.
λέγειν· ἐγὼ δὲ τοῦτο μάλιστα ἐδεόμην μαθεῖν, οὐχ ὅτι οὐκ ἔστιν,
Και θα επιθυμούσα πολύ περισσότερο να μάθω το εξής, τί είναι ακριβώς
ἀλλ᾿ ὅπερ ἐστίν».
και όχι τί δεν είναι».
16. ΜΑΚΡ. ῾Η δὲ, «πολλὰ, φησὶ, καὶ περὶ πολλῶν οὕτω μανθάνομεν ἐν
Κι εκείνη απάντησε: «Μαθαίνουμε πολλά για πολλά πράγματα με τον εξής
τῷ μὴ τόδε τι λέγειν εἶναι αὐτὸ τὸ εἶναι τοῦ ζητουμένου, ὅ τί ποτέ ἐστι
τρόπο· εξηγούμε ότι υπάρχει το ζητούμενο, χωρίς να λέμε ποτέ ότι αυτό
διερμηνεύοντες. ᾿Απόνηρον γὰρ εἰπόντες τὸν ἀγαθὸν παρεστήκαμεν,
ακριβώς είναι η ουσία του ζητουμένου. Όταν π.χ. λέμε κάποιον απόνηρο τον
καὶ ἄνανδρον ὀνομάσαντες τὸν δειλὸν ἐγνωρίσαμεν, καὶ πολλὰ
παρουσιάζουμε ως αγαθό· λέγοντας κάποιον άνανδρο τον χαρακτηρίζουμε ως
τούτοις ἔστιν εἰπεῖν ὁμοιότροπα. Δι᾿ ὧν ἢ τὸ χρηστότερον
δειλό· και πολλά παρόμοια παραδείγματα μπορούμε ν’ αναφέρουμε. Με αυτά
ἀναλαμβάνομεν νόημα διὰ τῆς τῶν πονηρῶν ἀποφάσεως, ἢ τὸ
ή παρουσιάζουμε την πιο ορθή έννοια με αποφατικό τρόπο (αναφέρουμε τι δεν
ἔμπαλιν ἐπὶ τὸ χεῖρον ταῖς ὑπονοίαις τρεπόμεθα, τῇ τῶν καλῶν
είναι) ή πάλι παρουσιάζουμε τις κακές έννοιες και δείχνουμε το κακό με την
ἀφαιρέσει τὸ πονηρὸν ἐνδειξάμενοι.
μη αναφορά των καλών.
»Οὕτω τοίνυν καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος τις λόγου κατανοήσας, οὐκ ἂν
»Έτσι, λοιπόν, και στον παρόντα λόγο εάν κανείς κατανοήσει έτσι τα πράγματα,
τῆς δεούσης περὶ τὸ ζητούμενον ἐννοίας ἀποσφαλείη. Ζητεῖται δὲ τί
δεν θα πέσει έξω στην ορθή έννοια αυτού που ψάχνει. Και ψάχνει τί πρέπει να
χρὴ τὸν νοῦν οἴεσθαι κατ᾿ αὐτὴν τὴν οὐσίαν. ῾Ο τοίνυν τὸ μὲν εἶναι
πιστεύουμε ότι είναι ο νους στην ουσία του. Εκείνος λοιπόν που δεν
τοῦτο, περὶ οὗ ὁ λόγος ἐστὶ, διὰ τῆς παρ᾿ αὐτοῦ δεικνυμένης ἡμῖν
αμφιβάλλει ότι υπάρχει αυτός (ο νους) για τον οποίο συζητάμε και το στηρίζει
ἐνεργείας μὴ ἀμφιβάλλων, τὸ δὲ ὅ τί ἐστι γνῶναι βουλόμενος, ἱκανῶς
στην ενέργεια που δείχνει σε μας· αλλά επιπλέον να μάθει τί ακριβώς είναι, θα
ἂν εὕροιτο, μὴ τοῦτο μαθεῖν εἶναι αὐτὸ ὃ καταλαμβάνει ἡ αἴσθησις, μὴ
ικανοποιούνταν εάν μάθαινε ότι δεν είναι αυτό που γίνεται αντιληπτό με τις
χρῶμα, μὴ σχῆμα, μὴ ἀντιτυπίαν, μὴ βάρος, μὴ πηλικότητα, μὴ τὴν εἰς
αισθήσεις, ότι δεν είναι χρώμα ή σχήμα ή σκληρό ή βάρος ή ποιότητα ή
τρία διάστασιν, μὴ τὴν ἐπὶ τόπου θέσιν, μηδέ τι τῶν περὶ τὴν ὕλην
τρισδιάστατο, μήτε καταλαμβάνει χώρο, μήτε γενικά μπορεί να γίνει αντιληπτό
καταλαμβανομένων ὅλως μηδὲν ἴδῃ, τί ἄλλο παρὰ ταῦτά ἐστιν».
με τα χαρακτηριστικά της ύλης ή είναι κάτι άλλο πέρα αυτά».
17 ΓΡΗΓ. ᾿Εγὼ δὲ μεταξὺ διεξιούσης, «οὐκ οἶδα, ἔφην, πῶς ἔστι,
Εγώ τότε, ενώ συνέχιζε αυτή να μιλάει, πετάχτηκα και είπα: «Δεν γνωρίζω πώς
πάντων τούτων ἀφαιρουμένων τοῦ λόγου, μὴ συνεξαλειφθῆναι
είναι δυνατόν, εάν όλα αυτά αφαιρεθούν από τον ορισμό (του νου), να μην
τούτοις καὶ τὸ ζητούμενον. Τίνι γὰρ προσφυῇ δίχα τούτων ἡ
γίνεται να εξαλειφθεί και αυτό που ζητάμε. Διότι, χωρίς αυτά, που θα βασιστεί
καταληπτικὴ περιεργία, κατά γε τὴν ἐμὴν ὑπόληψιν οὔπω ὁρᾶται.
η αντιληπτική ικανότητα; Πουθενά δεν βλέπω εγώ, σύμφωνα με την αντίληψή
Πανταχῆ γὰρ ἐν τῇ τῶν ὄντων ἀναζητήσει διὰ τῆς ἐξεταστικῆς
μου. Διότι παντού, στην αναζήτηση των όντων με την ερευνητική ικανότητα
διανοίας ὅσον τε τὸ ζητούμενον, ὥσπερ τινὲς τυφλοὶ διὰ τοίχων ἐπὶ
της διάνοιας, σχετικά με το ζητούμενο, όπως οι τυφλοί πιανόμαστε στους
τὴν θύραν χειραγωγούμενοι, ἑνὸς τῶν εἰρημένων πάντως θιγγάνομεν,
τοίχους, για να βρούμε την πόρτα· έτσι κι εδώ ακουμπάμε σ’ ένα από
ἢ χρῶμα εὑρίσκοντες, ἢ σχῆμα, ἢ πηλικότητα, ἤ τι τῶν παρὰ σοῦ νῦν
αναφερθέντα στοιχεία, είτε είνα χρώμα είτε σχήμα είτε ποιότητα είτε κάτι άλλο
ἀπηριθμημένων ἕτερον· ὅταν δὲ τούτων μηδὲν εἶναι λέγηται ἂν, εἰς τὸ
απ’ αυτά που απαρίθμησες παραπάνω. Όταν λοιπόν λέμε ότι το ζητούμενο δεν
μηδόλως τι εἶναι οἴεσθαι ὑπὸ μικροψυχίας περιαγόμεθα».
είναι κανένα απ’ αυτά, τότε από μικροψυχία οδηγούμαστε να πιστεύουμε ότι
αυτό (ο νους) δεν είναι απολύτως τίποτε».
ΜΑΚΡ. ῾Η δὲ σχετλιάσασα μεταξὺ τοῦ λόγου, «Φεῦ τῆς ἀτοπίας,
Εκείνη στενοχωρήθηκε και στο μέσο του λόγου μου είπε: «Τί ανοησία! Σε ποιό
φησὶν, εἰς οἷον καταστρέφει πέρας ἡ μικροφυὴς αὕτη καὶ χαμαίζηλος
επίπεδο πέφτει η στενόμυαλη και χαμηλή αυτή αντίληψη για τα όντα!
περὶ τῶν ὄντων κρίσις. Εἰ γὰρ ἐξῄρηται τοῦ ὄντος ἅπαν ὃ μὴ τῇ
Διότι, αν αφαιρεθεί από τα όντα κάθε τι που δεν γίνεται αντιληπτό με τις
αἰσθήσει γνωρίζεται, οὐδ᾿ ἂν αὐτὴν τὴν τοῦ παντὸς ἐπιστατοῦσαν καὶ
αισθήσεις, τότε εκείνος που ισχυρίζεται κάτι τέτοιο πρέπει να παραδεχτεί ότι
περιδεδραγμένην τῶν ὄντων δύναμιν ὁμολογοίη πάντως ὁ τοῦτο
δεν υπάρχει ούτε αυτή η δύναμη (Θεός) που επιστατεί και συγκρατεί τα όντα.
λέγων, ἀλλὰ τὸ ἀσώματόν τε καὶ ἀειδὲς περὶ τῆς θείας φύσεως
Αλλά, αφού μάθει ότι η θεία φύση είναι ασώματη και αόρατη, θα συμπεράνει
διδαχθεὶς, τὸ μὴ εἶναι αὐτὴν ὅλως ἐκ τῆς τοιαύτης πάντως ἀκολουθίας
σύμφωνα μ’ αυτή τη συλλογιστική ότι δεν υπάρχει και καθόλου. Εάν όμως εκεί
λογίζεται. Εἰ δὲ ἐκεῖ τὸ ταῦτα μὴ εἶναι περιγραφὴ τοῦ εἶναι οὐ γίνεται,
(στο Θεό), το ότι δεν υπάρχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, δεν σημαίνει ότι και
πῶς ὁ ἀνθρώπινος νοῦς τοῦ ὄντος ἐκθλίβεται τῇ ἀφαιρέσει τῶν
Αυτός δεν υπάρχει, πώς ο νους του ανθρώπου αποκλείεται να υπάρχει σαν να
σωματικῶν ἰδιωμάτων συνδαπανώμενος»;
χάνεται μαζί με τις σωματικές ιδιότητες που αποκλείστηκαν»;
18. ΓΡΗΓ. «Οὐκοῦν, εἶπον, ἐξ ἀτόπων μεταλαμβάνομεν ἕτερον ἄτοπον
«Λοιπόν, είπα, με τη σειρά αυτή των επιχειρημάτων πηγαίνουμε από άτοπο σε
διὰ τῆς ἀκολουθίας ταύτης. Περίκειται γὰρ ὁ λόγος ἡμῖν εἰς τὸ ταὐτὸν
άτοπο. Διότι τα επιχειρήματα του λόγου μας στρέφονται γύρω από την ταύτιση
οἴεσθαι τῇ θείᾳ φύσει καὶ τὸν νοῦν τὸν ἡμέτερον, εἴπερ τῇ ὑπεξαιρέσει
και του δικού μας νου με τη θεία φύση, αφού νοούμε και τον ένα και την άλλη
τῶν κατ᾿ αἴσθησιν εὑρισκομένων νοεῖται ἑκάτερον».
με την αφαίρεση των ιδιοτήτων των αισθήσεων».
ΜΑΚΡ. «Μὴ ταὐτὸν εἴπῃς, φησὶν ἡ διδάσκαλος ἀσεβὴς γὰρ καὶ οὗτος ὁ
Και η δασκάλα απάντησε: «Μη λές ότι ταυτίζονται (ο νους και ο Θεός)· αυτός
λόγος, ἀλλ᾿ ὡς ἐδιδάχθης παρὰ τῆς θείας Γραφῆς, ὅμοιον εἰπὲ τοῦτο
ο λόγος είναι ασέβεια. Αλλά, όπως σε δίδαξε η Αγία Γραφή, να λές οτι αυτός
ἐκείνῳ. Τὸ γὰρ κατ᾿ εἰκόνα γενόμενον διὰ πάντων ἔχει πάντως τὴν
(ο νους) είναι όμοιος μ’ εκείνον (το Θεό). Διότι εκείνο που δημιουργήθηκε κατ’
πρὸς τὸ ἀρχέτυπον ὁμοιότητα, νοερὰν τοῦ νοεροῦ, καὶ τοῦ ἀσωμάτου
εικόνα έχει ομοιότητα σε όλα με το αρχέτυπο: το νοερό με το νοερό, το
ἀσώματον, ὄγκου τε παντὸς ἀπηλλαγμένον ὥσπερ ἐκεῖνο, καὶ πᾶσαν
ασώματο με το ασώματο· είναι απαλλαγμένο από κάθε όγκο όπως εκείνο· και
ἐκφεῦγον διὰ σημαντικὴν καταμέτρησιν ὁμοίως ἐκείνῳ· ἄλλο δέ τι παρ᾿
δεν μετριέται με καμμία μέτρηση πάλι όπως εκείνο (αρχέτυπο)· αλλά στη φύση
ἐκεῖνο κατὰ τὴν τῆς φύσεως ἰδιότητα.
του είναι κάτι διαφορετικό από εκείνο.
»Οὐκέτι γὰρ ἂν εἴη εἰκὼν, εἰ ἐκείνῳ δι᾿ ἁπάντων εἴη ταὐτὸν, ἀλλ᾿ ἐν οἷς
»Διότι, αν ήταν σε όλα ίδιο μ’ εκείνο, δεν θα ήταν εικόνα του· αλλά, όπως στις
ἐν τῇ ἀκτίστῳ φύσει καθορᾶται ἐκεῖνο, ἐν τοῖς αὐτοῖς ἡ κτιστὴ φύσις
ιδιότητες της ακτίστου φύσεως βλέπουμε εκείνο (το κτιστό), παρόμοια και η
δείκνυσι τοῦτο· καὶ ὥσπερ πολλάκις ἐν μικρῷ ψήγματι ὑελίνῃ, ὅταν
κτιστή φύση δείχνει αυτό (άκτιστο). Και όπως πολλές φορές συμβαίνει σε μικρό
τύχῃ πρὸς ἀκτῖνα κείμενον, ὅλος ἐνορᾶται τοῦ ἡλίου ὁ κύκλος, οὐ κατὰ
γιάλινο κατασκεύασμα, όταν πέφτουν πάνω του οι ακτίνες του ήλιου, βλέπουμε
τὸ ἴδιον μέγεθος αὐτῷ ἐμφαινόμενος, ἀλλ᾿ ὡς χωρεῖ βραχύτης τοῦ
όλο το δίσκο του ήλιου, όχι βέβαια στο πραγματικό του μέγεθος αλλ’ όσο το
ψήγματος τοῦ κύκλου τὴν ἔμφασιν· οὕτως ἐν τῇ βραχύτητι τῆς
μικρό μέγεθος του αντικειμένου επιτρέπει τη θέα του ηλιακού δίσκου· έτσι
ἡμετέρας φύσεως τῶν ἀφράστων ἐκείνων τῆς θεότητος ἰδιωμάτων αἱ
γίνεται να καθρεφτίζονται στα μικρά όρια της δικής μας φύσεως εκείνες οι
εἰκόνες ἐκλάμπουσιν, ὥστε διὰ τούτων τὸν λόγον χειραγωγούμενον,
ανείπωτες ιδιότητες του Θεού· γίνεται έτσι, ώστε η σκέψη να καθοδηγείται
μήτε ἀποπίπτειν τῆς κατὰ τὴν οὐσίαν τοῦ νοῦ καταλήψεως,
απ’ αυτές (θείες ιδιότητες) και να μην αστοχεί να κατανοήσει το νου στην
ἀποκαθαιρομένης ἐν τῇ ἐξετάσει τοῦ σκέμματος τῆς σωματικῆς
ουσία του, επειδή καθαρίζεται στην πορεία της έρευνάς της από τις σωματικές
ἰδιότητος· μηδ᾿ αὖ πάλιν εἰς ἶσον ἄγειν τῇ ἀορίστῳ τε καὶ ἀκηράτῳ
ιδιότητες. Ούτε πάλι να εξισώνει τη μικρή και πρόσκαιρη (ανθρώπινη) φύση
φύσει, τὴν μικρὰν καὶ ἐπίκηρον· ἀλλὰ νοητὴν μὲν οἴεσθαι τὴν οὐσίαν·
με την αόρατη και καθαρή (θεία) φύση· αλλά, να θεωρεί ότι (ο νους) έχει νοητή
ἐπειδὴ καὶ νοητῆς οὐσίας ἐστὶν εἰκὼν, μὴ μέντοι τὴν αὐτὴν τῷ
ουσία. Επειδή όμως αυτός αποτελεί εικόνα νοητής ουσίας, να μην λέει ότι
ἀρχετύπῳ τὴν εἰκόνα λέγειν.
ταυτίζεται η εικόνα με το αρχέτυπο.
»῞Ωσπερ οὖν διὰ τῆς ἀποῤῥήτου σοφίας τοῦ Θεοῦ τῆς τῷ παντὶ
»Συμβαίνει, λοιπόν, όπως με την άρρητη σοφία του Θεού που φαίνεται παντού·
ἐμφαινομένης τὴν θείαν φύσιν τε καὶ δύναμιν ἐν πᾶσι τοῖς οὖσιν εἶναι
δεν αμφιβάλλουμε ότι η θεία φύση και δύναμη βρίσκεται μέσα σ’ όλα τα όντα,
οὐκ ἀμφιβάλλομεν, ὡς ἂν ἐν τῷ εἶναι τὰ πάντα μένοι· καί τοί γε εἰ τὸν
για να διατηρούνται αυτά στην ύπαρξη. Βέβαια, αν απαιτούσες τον ορισμό της
τῆς φύσεως ἀπαιτοίης λόγον, παμπλήθως ἀπέχει οὐσία Θεοῦ πρὸς τὰ
θείας φύσεως, η ουσία του Θεού απέχει άπειρα από κάθε φαινόμενο και
καθ᾿ ἕκαστον ἐν τῇ κτίσει δεικνύμενά τε καὶ νοούμενα· ἀλλ᾿ ὅμως ἐν
νοούμενο της κτίσεως. Παρ’ όλ’ αυτά όμως, όλοι δέχονται ότι αυτό που
τούτοις εἶναι τὸ διεστὸς κατὰ τὴν φύσιν ὁμολογεῖται·
διαφέρει στη φύση (άκτιστο) βρίσκεται μέσα σ’ αυτά (κτιστά).
»οὕτως οὐδὲν ἄπιστον καὶ τὴν τῆς ψυχῆς οὐσίαν, ἄλλο τι καθ᾿ ἑαυτὴν
»Έτσι, δεν είναι καθόλου απίστευτο ότι και η ουσία της ψυχής –η οποία
οὖσαν, ὅ τί ποτε καὶ εἶναι εἰκάζεται, μὴ ἐμποδίζεσθαι πρὸς τὸ εἶναι, τῶν
οτιδήποτε κι αν υποθέτουμε ότι είναι, είναι κάτι άλλο καθ’ εαυτήν–, να μη
στοιχειωδῶς ἐν τῷ κόσμῳ θεωρουμένων οὐ συμβαινόντων αὐτῇ κατὰ
συναντά εμπόδια υπάρξεως· παρόλο που, όσα στοιχειωδώς παρατηρούνται στον
τὸν λόγον τῆς φύσεως· οὐδὲ ἐπὶ τῶν ζώντων σωμάτων, καθὼς ἤδη
κόσμο, δεν συμβαίνουν και στη δική της φύση. Ούτε στα ζωντανά σώματα στα
προείρηται, οἷς ἡ ὑπόστασις ἐκ τῆς τῶν στοιχείων ἐστὶ συγκράσεως,
οποία, όπως είπαμε παραπάνω, η υπόσταση προέρχεται από τη σύγκραση των
κοινωνία τις κατὰ τὸν τῆς οὐσίας λόγον ἐστὶ τῷ ἁπλῷ τε καὶ ἀειδεῖ
στοιχείων, υπάρχει από την πλευρά της ουσίας κάποια κοινωνία της απλής και
τῆς ψυχῆς πρὸς τὴν σωματικὴν παχυμερίαν· ἀλλ᾿ ὅμως τὸ ἐν τούτοις
χωρίς μορφή ψυχής με την παχύτητα του σώματος. Όμως, δεν υπάρχει καμιά
εἶναι τὴν ζωτικὴν τῆς ψυχῆς ἐνέργειαν, οὐκ ἀμφιβάλλεται, λόγῳ τινὶ
αμφιβολία ότι και σ’ αυτά (τα σώματα) βρίσκεται η ζωτική ενέργεια της ψυχής,
κρείττονι τῆς ἀνθρωπίνης κατανοήσεως ἀνακραθεῖσαν.
η οποία αναμίχθηκε μ’ αυτά με τρόπο που ξεπερνά την ανθρώπινη αντίληψη.
»Οὐκοῦν οὐδὲ ἀναλυσάντων πρὸς ἑαυτὰ τῶν ἐν τοῖς σώμασι
»Επομένως, ούτε όταν διαλυθούν μεταξύ τους τα στοιχεία που αποτελούν το
στοιχείων, τὸ συνδέον αὐτὰ διὰ τῆς ζωτικῆς ἐνεργείας ἀπόλωλεν.
σώμα, δεν χάνεται αυτό που τα συνδέει με τη ζωτική ενέργεια. Αλλ’ όπως,
᾿Αλλ᾿ ὥσπερ συνεστῶτος ἔτι τοῦ τῶν στοιχείων συγκρίματος
όταν το συγκρότημα που αποτελείται από τα στοιχεία παίρνει τη σύστασή του,
ψυχοῦται καὶ τὰ καθ᾿ ἕκαστον, ἴσως τε καὶ ὁμοίως πᾶσι τοῖς μέρεσι τοῖς
τότε και το κάθε στοιχείο του σώματος παίρνει τη δύναμη της ψυχής· διότι η
ψυχή εξίσου και με όμοιο τρόπο εισέρχεται
συμπληροῦσι τὸ σῶμα τῆς ψυχῆς ἐνδυομένης, καὶ οὐκ ἄν τις εἴποι, οὔτε
σε όλα τα μέρη που συναποτελούν το σώμα· και κανείς δεν μπορεί να πει (για
στεῤῥὰν αὐτὴν καὶ ἀντίτυπον εἶναι, τῷ γεώδει συγκεκραμένην, οὔτε
την ψυχή) ούτε ότι είναι στερεή και σκληρή καθώς είναι ενωμένη με τα γεώδη
ὑγρὰν, ἢ ψυχρὰν ἢ τὴν τῷ ψυχρῷ ἀντικειμένην ποιότητα, τὴν ἐν
στοιχεία, ούτε ότι είναι υγρή ή ψυχρή ή ποιότητα αντίθετη στην ψυχρότητα·
πᾶσιν οὖσαν τούτοις, καὶ ἑκάστῳ τὴν ζωτικὴν δύναμιν ἐνιοῦσαν·
κι όλα αυτά, παρόλο που βρίσκεται μέσα σ’ όλα αυτά (τα στοιχεία) και
μεταδίδει στο καθένα τη ζωτική της δύναμη.
»οὕτω, καὶ λυθέντος τοῦ συγκρίματος, καὶ εἰς τὰ οἰκεῖα πάλιν
Έτσι, κι όταν διαλυθεί η σύνθεση του σώματος και τα στοιχεία του πηγαίνουν
ἀναδραμόντος, τὴν ἁπλῆν ἐκείνην καὶ ἀσύνθετον φύσιν ἑκάστῳ
όπου ανήκουν, είναι εύλογο να θεωρούμε ότι, και μετά τη διάλυση, εκείνη η
παρεῖναι τῶν μερῶν, καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν οἴεσθαι, οὐδὲν τοῦ εἰκότος
απλή και ασύνθετη φύση (της ψυχής) βρίσκεται σε κάθε διαλυόμενο μέρος.
ἐστίν· ἀλλὰ τὴν ἅπαξ ἀῤῥήτῳ τινὶ συμφυεῖσαν λόγῳ τῷ τῶν
Και είναι εύλογο να θεωρούμε ότι (η ψυχή), που συνδέθηκε άπαξ με τρόπο
στοιχείων συγκρίματι, καὶ εἰσαεὶ παραμένειν, οἷς κατεμίχθη, μηδενὶ
απερίγραπτο με τα συστατικά στοιχεία του σώματος, θα παραμένει για πάντα
τρόπῳ τῆς γινομένης ἅπαξ αὐτῇ συμφυΐας ἀποσπωμένην. Οὐ γὰρ
μ’ αυτά που αναμίχθηκε, χωρίς ν’ αποσπάται με κανένα τρόπο με τη μία και
ἐπειδὴ λύεται τὸ συγκείμενον, κινδυνεύει συνδιαλυθῆναι τῷ συνθέτῳ
μοναδική ένωσή της (με το σώμα). Διότι δεν συμβαίνει, επειδή διαλύεται η
τὸ μὴ συγκείμενον».
σύσταση των σωματικών στοιχείων, να κινδυνεύει να διαλυθεί ταυτόχρονα
μαζί με το σύνθετο και το άμικτο και ασύνθετο (της ψυχής)».
19. ΓΡΗΓ. Κἀγὼ εἶπον, «᾿Αλλὰ τὰ μὲν στοιχεῖα συμπίπτειν τε πρὸς
Κι εγώ είπα: «Κανείς βέβαια δεν αντιλέγει ότι τα στοιχεία ενώνονται μεταξύ
ἄλληλα, καὶ πρὸς ἀλλήλων διακρίνεσθαι, καὶ τοῦτο εἶναι τὴν τοῦ
τους και πάλι χωρίζονται, και αυτό αποτελεί τη σύσταση αλλά και τη διάλυση
σώματος σύστασίν τε καὶ διάλυσιν, οὐδεὶς ἂν ἀντείποι. ᾿Επειδὴ δὲ πολὺ
του σώματος. Επειδή μάλιστα αυτά απέχουν πολύ
τὸ μέσον ἑκάστῳ νοεῖται τούτων ἑτερογενῶς ἐχόντων πρὸς ἄλληλα,
μεταξύ τους και διαφέρουν το ένα απο το άλλο και σχετικά
κατά τε τὴν τοπικὴν θέσιν, καὶ τὴν τῶν ποιημάτων διαφοράν τε καὶ
με τη θέση τους στο χώρο και με τη διαφορετική και ιδιαίτερη ποιότητά τους·
ἰδιότητα, συνδεδραμηκότων μὲν ἀλλήλοις περὶ τὸ ὑποκείμενον τῶν
όταν, λοιπόν, συγκεντρωθούν μεταξύ τους όλα τα στοιχεία στο υποκείμενο,
στοιχείων, τὴν νοερὰν ταύτην καὶ ἀδιάστατον φύσιν ἣν καλοῦμεν
είναι επόμενο να έχουν σύμφυτη προς αυτή την ενότητα την ίδια τη νοερή
ψυχὴν, ἀκόλουθον συμφυῶς πρὸς τὸ ἡνωμένον ἔχειν·
και αδιαίρετη φύση, την οποία την ονομάζουμε ψυχή.
»εἰ δὲ ἀπ᾿ ἀλλήλων διακριθείη ταῦτα, κἀκεῖσε γένοιτο, ὅπηπερ ἂν
»Όταν όμως αυτά τα στοιχεία χωριστούν μεταξύ τους και πάει το καθένα εκεί
ἕκαστον ἡ φύσις ἄγοι, τὶ πείσεται ἡ ψυχὴ πολλαχῆ τοῦ ὀχήματος αὐτῇ
που η φύση το οδηγεί, τότε τί θα πάθει η ψυχή που το όχημά της (το σώμα)
διασπαρέντος· ὥσπερ τις ναύτης τῆς ὁλκάδος ἐν ναυαγίῳ διαλυθείσης
σκορπίσει σε πολλά σημεία; Συμβαίνει ό,τι μ’ ένα ναύτη, που διαλύεται το
ἀδυνατῶν πᾶσι τοῖς τοῦ πλοίου μορίοις ἄλλοις ἀλλαχῆ τοῦ πελάγους
πλοίο του σε ναυάγιο· αδυνατεί να κολυμπάει συγχρόνως σε όλα τα μέρη του
ἐσκεδασμένοις κατ᾿ αὐτὸν ἐπινήξασθαι παντὸς γὰρ τοῦ ἐπιτυχοῦντος
πλοίου που σκόρπισαν σε πολλά σημεία του πελάγους· θα πιάσει εκείνο που θα
λαβόμενος τὰ λοιπὰ φέρειν καταλείψει τοῖς κύμασι, τὸν αὐτὸν τρόπον
τύχει μπροστά του και τα υπόλοιπα θα τ’ αφήσει στην τύχη των κυμάτων. Κατά
ἡ ψυχὴ τῇ διακρίσει τῶν στοιχείων συνδιασχισθῆναι τὴν φύσιν οὐκ
τον ίδιο τρόπο και η ψυχή, επειδή από τη φύση της δεν μπορεί να διασπαστεί
ἔχουσα, εἴπερ δυσαπαλλάκτως ἔχει τοῦ σώματος, ἑνί τινι πάντως
ανάλογα με τα στοιχεία, αλλά και επειδή δεν μπορεί ν’ αποχωριστεί το σώμα,
προσφυεῖσα στοιχείων, τῶν ἄλλων ἀποσχισθήσεται, καὶ οὐδὲν μᾶλλον
πάντως σίγουρα θα προσδεθεί σ’ ένα από τα στοιχεία και θα χωριστεί από τα
ἀθάνατον αὐτὴν διὰ τὸ ἐν ἑνὶ ζῇν, ἢ θνητὴν, διὰ τὸ ἐν τοῖς πλείοσι μὴ
υπόλοιπα. Μάλιστα, η λογική δεν επιτρέπει να πιστεύουμε ότι η ψυχή γίνεται
εἶναι, ἡ ἀκολουθία τοῦ λόγου δίδωσιν οἴεσθαι.
λιγότερο αθάνατη επειδή ζει σ’ ένα στοιχείο, αλλά ούτε κι ότι γίνεται θνητή
επειδή δεν ζει σε περισσότερα στοιχεία.
20. ΜΑΚΡ. «᾿Αλλ᾿ οὔτε συστέλλεται, φησὶν, οὔτε διαχεῖται τὸ νοητόν τε
«Αλλά, λέει εκείνη, το νοητό και αδιάστατο ούτε συστέλλεται ούτε
καὶ ἀδιάστατον σωμάτων γὰρ ἴδιον συστολὴ καὶ διάχυσις, ἐπίσης δὲ
διαστέλλεται ­–διότι η συστολή και η διαστολή είναι χαρακτηριστικό των
κατὰ τὴν ἰδίαν φύσιν τὴν ἀειδῆ καὶ ἀσώματον τῇ τε συγκρίσει τῶν
σωμάτων· καθόσον (η ψυχή), σύμφωνα με την αΐδιο και ασώματη φύση της,
στοιχείων περὶ τὸ σῶμα καὶ τῇ διακρίσει πάρεστιν, συνεσφιγμένων
παραβρίσκεται εξίσου και στη σύσταση των στοιχείων γύρω στο σώμα και στη
ἐν τῷ συγκρίματι τῶν στοιχείων στενοχωρουμένη, οὔτε
διάλυσή τους· ούτε στενοχωρείται όταν τα στοιχεία συνθέτουν το σώμα ούτε
ἀποφοιτησάντων ἐπὶ τὰ συγγενῆ, καὶ κατὰ φύσιν αὐτοῖς
όταν διαλύονται στα οικεία τους και γυρίζουν στη φύση απ’ όπου προήλθαν·
ἀπολιμπανομένη, κἂν πολὺ τὸ μέσον εἶναι δοκεῖ τὸ τῆς ἑτερότητος
παρά το ότι θεωρείται πολύ μεγάλη η απόσταση μεταξύ των στοιχείων, λόγω
τῶν στοιχείων ἐνθεωρούμενον.
της ετερότητας της φύσεώς τους.
»Πολλὴ γὰρ ἡ διαφορὰ τοῦ ἀνωφεροῦς τε καὶ κούφου πρὸς τὸ βαρὺ
»Διότι, πράγματι, είναι μεγάλη η διαφορά του ελαφρού και άδειου από το
καὶ γεῶδες, τοῦ θερμοῦ πρὸς τὸ ψυχρὸν, καὶ τοῦ ὑγροῦ πρὸς τὸ
βαρύ και στέρεο· του θερμού από το ψυχρό, του υγρού από το αντίθετό του.
ἐναντίον· ἀλλ᾿ ὅμως οὐδεὶς πόνος τῇ νοερᾷ φύσει ἑκάστῳ παρεῖναι,
Καμιά δυσκολία όμως δεν υπάρχει στο να βρίσκεται η νοερή φύση σε καθένα
οἷς ἅπαξ ἐνεφύη, διὰ κράσεως μὴ συνδιασχιζομένη τῇ τῶν στοιχείων
απ’ αυτά, με τα οποία μια και μοναδική φορά ενώθηκε με μίξη, και δεν
ἐναντιότητι.
κομματιάζεται εξαιτίας της αντίθεσης των στοιχείων μεταξύ τους.
»Οὐ γὰρ ἐπειδὴ κατὰ τὴν τοπικὴν διάστασιν, καὶ τὴν ποίαν ἰδιότητα,
»Δηλαδή, επειδή θεωρείται ότι τα στοιχεία απέχουν μεταξύ τους πολύ και
πόῤῥωθεν ἀλλήλων ταῦτα νομίζεται, διὰ τοῦτο κάμνει ἡ ἀδιάστατος
τοπικά και ποιοτικά, γι’ αυτό δεν κουράζεται η αχώριστη φύση να συνδέεται
φύσις τοῖς τοπικῶς διεστηκόσι συναπτομένη, ἐπεὶ καὶ νῦν ἔξεστι τῇ
μ’ αυτά που απέχουν τοπικά μεταξύ τους. Επειδή και τώρα επιτρέπεται στο νου
διανοίᾳ ὁμοῦ τε τὸν οὐρανὸν θεωρεῖν, καὶ ἐπὶ τὰ πέρατα τοῦ κόσμου
να θεωρεί και τον ουρανό αλλά και να επεκτείνεται στα πέρατα του κόσμου με
ταῖς πολυπραγμοσύναις ἐκτείνεσθαι· καὶ οὐ διασπᾶται πρὸς τοσαῦτα
την πολυπραγμοσύνη του· και παρ’ όλ’ αυτά, η θεωρητική δύναμη της ψυχής
μήκη τὸ θεωρητικὸν τῆς ψυχῆς ἡμῶν διατεινόμενον.
μας, με την επέκτασή της σε τόσο μεγάλες αποστάσεις, δεν διασπάται.
»Οὐκοῦν οὐδὲν ἐμπόδιόν ἐστι τῇ ψυχῇ κατὰ τὸ ἶσον παρεῖναι τοῖς τοῦ
»Επομένως, κανένα εμπόδιο δεν υπάρχει στην ψυχή να παραβρίσκεται εξίσου
σώματος στοιχείοις, καὶ συγκεκραμένοις διὰ τῆς συνδρομῆς, καὶ
στα στοιχεία του σώματος, και όταν συγκροτούν τη σύνθεση και όταν
ἀπολυομένοις διὰ τῆς ἀνακράσεως. Καθάπερ γὰρ χρυσοῦ καὶ ἀργύρου
σκορπίζουν με τη διάλυση. Όπως ακριβώς συμβαίνει, όταν λειώνουν μαζί το
συντετηκότων ἐνθεωρεῖταί τις τεχνικὴ δύναμις ἡ τὰς ὕλας συντήξασα·
χρυσάφι και το ασήμι· υπονοείται ότι υπάρχει κάποια τεχνική δύναμη που
καὶ εἰ πάλιν ἀποτακείη τοῦ ἑτέρου τὸ ἕτερον, οὐδὲν ἔλαττον ὁ τῆς
έλιωσε τις δύο ύλες. Κι όταν πάλι μετά το λιώσιμο η μία ύλη χωριστεί από την
τέχνης λόγος ἐν ἑκατέρῳ μένει· καὶ ἡ μὲν ὕλη διεμερίσθη, ἡ δὲ τέχνη οὐ
άλλη, η δύναμη της τεχνικής διατηρείται εξίσου και στις δύο· η ύλη, λοιπόν,
συνδιετμήθη τῇ ὕλῃ· πῶς γὰρ ἂν διαιρεθείη τὸ ἄτμητον;
χωρίστηκε, ενώ η τεχνική δεν ακολούθησε το χωρισμό των υλών. Διότι, πώς θα
διαιρεθεί το αδιαίρετο;
»κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ ἡ νοερὰ τῆς ψυχῆς φύσις, καὶ τῇ συνδρομῇ
»Κατά τον ίδιο τρόπο και η νοερή φύση της ψυχής συνυπάρχει με τα στοιχεία
τῶν στοιχείων ἐνθεωρεῖται, καὶ διαλυθέντων οὐκ ἀποκρίνεται, ἀλλὰ
που ενώνονται (στο σώμα)· κι όταν αυτά διαλυθούν, δεν διασπάται αλλά
καὶ ἐν αὐτοῖς μένει καὶ ἐν τῷ χωρισμῷ αὐτῶν συμπαρεκτεινομένη οὐ
διατηρείται σ’ αυτά· μετά το χωρισμό τους, επεκτείνεται μαζί τους χωρίς να
διακόπτεται, οὐδὲ πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν στοιχείων εἰς μερικὰ τμήματα
διακόπτει την επαφή μ’ αυτά, και χωρίς να κομματιάζεται σε μικρά τεμάχια
κατακερματίζεται. Τοῦτο γὰρ ἴδιον τῆς σωματικῆς καὶ διαστηματικῆς
ανάλογα με τον αριθμό των στοιχείων. Διότι η διαίρεση αποτελεί
ἐστι φύσεως· ἡ δὲ νοερά τε καὶ ἀδιάστατος φύσις τὰ ἐκ διαστάσεως οὐκ
χαρακτηριστικό γνώρισμα της σωματικής και διαιρετής φύσεως· ενώ η νοερή
ἀναδέχεται πάθη.
και αχώριστη φύση δεν επιδέχεται τις ιδιότητες της διαίρεσης.
»Οὐκοῦν ἐστιν ἐν αὐτοῖς ἡ ψυχὴ, ἐν οἷς ἅπαξ ἐγένετο, οὐδεμιᾶς ἀνάγκης
»Υπάρχει, επομένως, η ψυχή μέσα σ’ αυτά, που μία και μοναδική φορά εισήλθε·
τῆς πρὸς ἐκεῖνα συμφυΐας αὐτὴν ἀποσπώσης. Τί οὖν τὸ σκυθρωπὸν ἐν
και καμιά δύναμη δεν την αποσπά από την ένωσή της μ’ αυτά. Ποιό σκοτεινό
τούτοις ἐστὶν, εἰ τοῦ ὁρωμένου τὸ ἀειδὲς ἀνταλλάσσεται; καὶ ὑπὲρ
σημείο, λοιπόν, υπάρχει σ’ αυτά; Ότι το αόρατο ανταλλάσσεται με το ορατό;
τίνος οὕτω διαβέβληταί σοι πρὸς τὸν θάνατον ἡ διάνοια;».
Γιατί έχει επηρεαστεί τόσο αρνητικά ο νους σου προς το θάνατο;».
21. ΓΡΗΓ. ᾿Εγὼ δὲ, ἀναλαβὼν τῇ διανοίᾳ τὸν ὁρισμὸν, ὃν ἐν τοῖς πρὸ
Εγώ τότε, αφού έλαβα υπόψη μου τον ορισμό για την ψυχή που εκείνη
τούτου λόγοις περὶ ψυχῆς ἐποιήσατο, «οὐχ ἱκανῶς εἶπον ἐνδεδεῖχθαί
προηγουμένως είχε πει, απάντησα: «τα επιχειρήματά σου δεν μου απέδειξαν
μοι τὸν λόγον ἐκεῖνον τὰς ἐνθεωρουμένας τῇ ψυχῇ δυνάμεις· ὅς φησι
επαρκώς τις δυνάμεις που θεωρούμε ότι κατέχει η ψυχή. Ο ορισμός λέει ότι η
νοερὰν αὐτὴν εἶναι οὐσίαν, καὶ τῷ ὀργανικῷ σώματι ζωτικὴν δύναμιν
ψυχή είναι νοερή ουσία και ότι εισάγει στον οργανισμό του σώματος δύναμη
πρὸς τὴν τῶν αἰσθήσεων ἐνέργειαν ἐμποιεῖν· οὐ γὰρ μόνον περὶ τὴν
ζωής για να ενεργούν οι αισθήσεις. Διότι η ενέργεια της ψυχής δεν
ἐπιστημονικήν τε καὶ θεωρητικὴν διάνοιαν ἐνεργός ἐστιν ἡμῶν ἡ ψυχὴ,
περιορίζεται μόνο στην επιστημονική και θεωρητική έρευνα, εργαζόμενη μόνο
ἐν τῷ νοερῷ τῆς οὐσίας τὸ τοιοῦτον ἐργαζομένη, οὐδὲ τὰ αἰσθητήρια
στα όρια της νοερής ουσίας της· ούτε πάλι χρησιμοποιεί τις αισθήσεις για να
μόνα πρὸς τὴν κατὰ φύσιν ἐνέργειαν οἰκονομεῖ· ἀλλὰ πολλὴ μὲν ἡ κατὰ
ενεργεί με αυτές σύμφωνα με τα όρια της φύσεως. Αλλά, παρατηρείται στη
ἐπιθυμίαν, πολλὴ δὲ καὶ ἡ κατὰ θυμὸν κίνησις ἐνθεωρεῖται τῇ φύσει·
φύση μεγάλη ενεργοποίηση τόσο του επιθυμητικού όσο και του θυμικού της
ἑκατέρας δὲ τούτων γενικῶς ἡμῖν ἐνυπαρχούσης, εἰς πολλάς τε καὶ
ψυχής. Επειδή και οι δύο (ενέργεια επιθυμητικού και θυμικού) υπάρχουν
ποικίλας διαφορὰς ὁρῶμεν προϊοῦσαν ταῖς ἐνεργείαις ἀμφοτέρων τὴν
γενικά μέσα μας, παρατηρούμε την κίνηση τους να προχωρεί σε ενέργειες με
κίνησιν.
πολλές και ποικίλες διαφορές.
»Πολλὰ μὲν γὰρ ἔστιν ἰδεῖν, ὧν τὸ ἐπιθυμητικὸν καθηγεῖται· πολλά γε
»Διότι βλέπουμε πολλές ενέργειες στις οποίες αίτιο είναι το επιθυμητικό·
πάλιν ἃ τῆς θυμοειδοῦς αἰτίας ἐκφύεται, καὶ οὐδὲν τοῦτο σῶμά ἐστι,
πολλές πάλι έχουν σαν αιτία το θυμικό· ούτε όμως το ένα ούτε το άλλο είναι
τὸ δὲ ἀσώματον νοερὸν πάντως· νοερὸν δέ τι τὴν ψυχὴν ὁ ὁρισμὸς
σώμα. Το ασώματο πάντως είναι νοερό· και ο ορισμός χαρακτήρισε την ψυχή
ἀπεφήνατο, ὥστε δυοῖν ἀτόποις τὸ ἕτερον ἐκ τῆς ἀκολουθίας
νοερό πράγμα. Επομένως, σύμφωνα με το συλλογισμό, από τα δύο άτοπα
ἀνακύπτειν τοῦ λόγου, ἢ καὶ τὸν θυμὸν καὶ τὴν ἐπιθυμίαν ἄλλας ἐν
ισχύει το ένα: ή το θυμικό και το επιθυμητικό αποτελούν άλλες ψυχές μέσα
ἡμῖν εἶναι ψυχὰς, καὶ πλῆθος ψυχῶν ἀντὶ μιᾶς καθορᾶσθαι, ἢ μηδὲ τὸ
μας και έχουμε αντί μία πολλές ψυχές ή ότι δεν πρέπει να θεωρούμε και το
διανοητικὸν τὸ ἐν ἡμῖν ψυχὴν οἴεσθαι. Τὸ γὰρ νοερὸν ἐπίσης πᾶσιν
διανοητικό μας ως ψυχή. Διότι, εάν εφαρμόσουμε σε όλα εξίσου το νοερό,
ἐφαρμοζόμενον, ἢ πάντας ψυχὰς ἀποδείξει ταῦτα, ἢ ἕκαστον τούτων
ή θ’ αποδείξει ότι όλα αυτά είναι ψυχές ή το καθένα απ’ αυτά θα εξαιρεθεί
ἐκ τοῦ ἴσου τοῦ ἰδιώματος τῆς ψυχῆς ἐξαιρήσει».
εξίσου από την ιδιότητα της ψυχής».
22. ΜΑΚΡ. «῾Η δὲ, πολλοῖς, φησὶν, ἤδη καὶ ἄλλοις ἐζητημένον τὸν λόγον
Εκείνη απάντησε: «Κι άλλοι πολλοί ήδη είχαν θέσει αυτό το ζήτημα· τώρα
τοῦτον ἀκολούθως καὶ αὐτὸς ἐπιζητεῖς, ὅ, τι ποτὲ χρὴ ταῦτα νομίζειν
το κάνεις και συ· δηλαδή, τί τάχα πρέπει να θεωρούμε ότι είναι αυτά, το
εἶναι τὸ ἐπιθυμητικὸν καὶ τὸ θυμοειδὲς, εἴτε συνουσιωμένα τῇ ψυχῇ,
επιθυμητικό και το θυμικό· ή έχουν την ίδια ουσία με την ψυχή και αμέσως με
καὶ παρὰ τὴν αὐτὴν εὐθὺς τῇ κατασκευῇ συνυπάρχοντα, εἴτε τι ἄλλο
τη δημιουργία της συνυπάρχουν μ’ αυτήν ή είναι κάτι άλλο έξω απ’ αυτήν και
παρ᾿ αὐτὴν ὄντα καὶ ὕστερον ἡμῖν ἐπιγινόμενα.
ύστερα προστίθενται σε μας (στην ψυχή μας).
»Τὸ μὲν γὰρ ἐνορᾶσθαι τῇ ψυχῇ ταῦτα, παρὰ πάντων ἐπίσης
»Όλοι βέβαια παραδέχονται ότι αυτά φαίνονται να συνυπάρχουν στην ψυχή.
ὁμολογεῖται· τὸ δὲ ὅ, τι χρὴ περὶ αὐτῶν οἴεσθαι, οὔπω δι᾿ ἀκριβείας
Δεν έχει βρει όμως ακόμη η λογική σκέψη τί πρέπει να πιστεύουμε γι’ αυτά,
εὗρεν ὁ λόγος, ὥστε βεβαίαν τὴν περὶ τούτων ὑπόληψιν ἔχειν, ἀλλ᾿
έτσι ώστε να έχουμε αποκρυσταλωμένη την αντίληψη τους. Διότι οι
ἔτι πεπλανημέναις οἱ πολλοὶ καὶ διαφόροις ταῖς περὶ τούτων δόξαις
περισσότεροι αμφιταλαντεύονται ακόμη σε πλανεμένες και διαφορετικές γι’
ἐπιδιστάζουσιν.
αυτά αντιλήψεις.
»῾Ημῖν δὲ εἰ μὲν ἱκανὴ πρὸς ἀπόδειξιν ἀληθῶς ἦν ἡ ἔξω φιλοσοφία, ἡ
»Εάν για μας αρκούσε για απόδειξη της αλήθειας η κοσμική φιλοσοφία, η
τεχνικῶς περὶ τούτων διαλαβοῦσα, περιττὸν ἂν ἦν ἴσως τὸν περὶ
οποία εξετάζει όλα αυτά μεθοδικά, θα ήταν ίσως περιττό να θέτουμε για
ψυχῆς λόγον προτιθέναι τῷ σκέμματι. ᾿Επεὶ δὲ τοῖς μὲν κατὰ τὸ φανὲν
συζήτηση το θέμα της ψυχής. Σ’ εκείνους όμως η θεωρία για την ψυχή προήλθε
ἀκόλουθον κατ᾿ ἐξουσίαν προῆλθεν ἡ περὶ ψυχῆς θεωρία· ἡμεῖς δὲ τῆς
ελεύθερα, όπως τους φαινόταν ορθό· εμείς όμως δεν έχουμε μια τέτοιου είδους
ἐξουσίας ἄμοιροι ταύτης ἐσμὲν, τῆς λέγειν φημὶ ἅπερ βουλόμεθα,
εξουσία ελευθερίας, να λέμε δηλαδή ό,τι θέλουμε· διότι χρησιμοποιούμε
κανόνι παντὸς δόγματος καὶ νόμῳ κεχρημένοι τῇ ἁγίᾳ Γραφῇ·
ως κανόνα και νόμο κάθε δόγματος την Αγία Γραφή.
ἀναγκαίως πρὸς ταύτην βλέποντες, τοῦτο δεχόμεθα μόνον, ὅ,τι περ
Υποχρεωτικά ανατρέχουμε σ’ αυτήν· και δεχόμαστε μόνον ό,τι είναι σύμφωνο
ἂν ᾖ συμφωνοῦν τῷ τῶν γεγραμμένων σκοπῷ.
με τον σκοπό όσων αυτή καταγράφει.
»Οὐκοῦν παρέντες τὸ Πλατωνικὸν ἅρμα, καὶ τὴν ὑπεζευγμένην αὐτῷ
»Παραμερίζουμε, λοιπόν, το πλατωνικό άρμα και την υποζευγμένη σ’ αυτό
ξυνωρίδα τῶν πώλων, οὐχ ὁμοίως ταῖς ὁρμαῖς πρὸς ἀλλήλους
δυάδα των αλόγων, τα οποία δεν έχουν ορμές το ένα έναντι του άλλου ούτε
ἐχόντων, καὶ τὸν ὑπὲρ τούτων ἡνίοχον, δι᾿ ὧν ἁπάντων τὰ τοιαῦτα
έχουν τον αρματηλάτη πάνω σ’ αυτά· είναι όλα εκείνα με τα οποία αυτός
περὶ ψυχῆς φιλοσοφεῖ δι᾿ αἰνίγματος·
(ο Πλάτων) φιλοσοφεί παραβολικά για την ψυχή.
»ὅσα θ᾿ ὁ μετ᾿ ἐκεῖνον φιλόσοφος ὁ τεχνικῶς τοῖς φαινομένοις
»Ας παραμερίσουμε, επίσης, τις αρχές που εφαρμόζει ο μετά από εκείνον (τον
ἀκολουθῶν, καὶ τὰ νῦν ἡμῖν προκείμενα δι᾿ ἐπιμελείας κατεξετάζων,
Πλάτωνα) φιλόσοφος (εννοεί, τον Αριστοτέλη), που παρακολουθεί μεθοδικά τα
θνητὴν εἶναι διὰ τούτων τὴν ψυχὴν ἀπεφήνατο, καὶ πάντας τούς τε
φαινόμενα και εξετάζει με επιμέλεια το προκείμενο θέμα μας· βάσει αυτών
αποφάνθηκε ότι η ψυχή είναι θνητή. Ας παραμερίσουμε και όλους τους
πρὸ τούτων, καὶ τοὺς ἐφεξῆς, τούς τε καταλογάδην καὶ τοὺς ἐν ῥυθμῷ
φιλοσόφους, τους πριν και μετά απ’ αυτούς, που φιλοσόφησαν είτε με πεζό
τινι καὶ μέτρῳ φιλοσοφήσαντας καταλιπόντες, σκοπὸν τοῦ λόγου τὴν
λόγο είτε με ποιητικό, με ρυθμό και μέτρο. Ας θέσουμε κριτήριο του λόγου μας
θεόπνευστον Γραφὴν ποιησώμεθα, ἣ ψυχῆς ἐξαίρετον μηδὲν νομίζειν
τη θεόπνευστη Αγία Γραφή, η οποία αποφαίνεται ότι δεν υπάρχει καμία
εἶναι νομοθετεῖ, ὃ μὴ καὶ τῆς θείας φύσεώς ἐστιν ἴδιον.
εξαιρετική ιδιότητα της ψυχής που να μην είναι και ιδιότητα της φύσεως του
Θεού.
»῾Ο γὰρ ὁμοίωμα Θεοῦ τὴν ψυχὴν εἶναι φήσας, πᾶν ὃ ἀλλότριόν ἐστι
»Εκείνος μάλιστα που είπε ότι η ψυχή αποτελεί ομοίωμα του Θεού, διακήρυξε
Θεοῦ, ἐκτὸς εἶναι τοῦ ὅρου τῆς ψυχῆς ἀπεφήνατο. Οὐδὲ γὰρ ἂν ἐν τοῖς
επίσης ότι, ό,τι είναι ξένο προς το Θεό, αυτό βρίσκεται και έξω από την ψυχή.
παρηλλαγμένοις διασωθείη τὸ ὅμοιον. Οὐκοῦν ἐπειδὴ τοιοῦτον οὐδὲ
Διότι, όπου υπάρχει παραλλαγή, δεν διατηρείται η ομοιότητα. Επειδή, λοιπόν,
τῇ θείᾳ συνθεωρεῖται φύσει, οὐδὲ τῇ ψυχῇ συνουσιοῦσθαι ταῦτα κατὰ
δεν βλέπουμε να υπάρχει κανένα απ’ αυτά στη φύση του Θεού, μπορεί κανείς
λόγον ἄν τις ὑπονοήσειε.
να συμπεράνει ότι αυτά ούτε και με την ουσία της ψυχής συνυπάρχουν.
23. »Τὸ μὲν οὖν κατὰ τὴν διαλεκτικὴν τέχνην διὰ συλλογιστικῆς τε καὶ
»Η έρευνα των δικών μας δογμάτων, με τη διαλλεκτική μέθοδο της επιστήμης
ἀναλυτικῆς ἐπιστήμης βεβαιοῦσθαι καὶ τὰ ἡμέτερα δόγματα, ὡς
του συλλογισμού και της αναλύσεως, αποτελεί σαν τέτοιο είδος συλλογισμού
σαθρόν τε καὶ ὕποπτον εἰς ἀπόδειξιν ἀληθείας τὸ τοιοῦτον εἶδος τοῦ
σαθρό και ύποπτο μέσο για απόδειξη της αλήθειας, και θα την αφήσουμε στην
λόγου παραιτησόμεθα. Πᾶσι γάρ ἐστι πρόδηλον τὸ τὴν διαλεκτικὴν
άκρη. Διότι είναι σε όλους φανερό ότι η διαλλεκτική μέθοδος έχει ίση
περιεργίαν ἴσην ἐφ᾿ ἑκάτερα τὴν ἰσχὺν ἔχειν, πρός τε τὴν τῆς ἀληθείας
ικανότητα και στα δύο, τόσο για ν’ ανατρέπει την αλήθεια, όσο και για να
ἀνατροπὴν, καὶ πρὸς τὴν τοῦ ψεύδους κατηγορίαν. ῞Οθεν καὶ αὐτὴν
καταδικάζει το ψέμα. Γι’ αυτό πολλές φορές,
τὴν ἀλήθειαν, ὅταν μετά τινος τοιαύτης τέχνης προάγηται,
όταν η ίδια η αλήθεια αποδεικνύεται με μια τέτοια μέθοδο,
δι᾿ ὑποψίας πολλάκις ποιούμεθα, ὡς τῆς περὶ ταύτης δεινότητος
την υποψιαζόμαστε, διότι αυτή η φοβερή μεθοδολογία
παρακρουομένης ἡμῶν τὴν διάνοιαν, καὶ τῆς ἀληθείας ἀποσφαλείσης.
εξαπατά τη διάνοιά μας και την κάνει να χάνει την αλήθεια.
»Εἰ δέ τις τὸν ἀκατάσκευόν τε καὶ γυμνὸν πάσης περιβολῆς προσίοιτο
»Εάν πάλι κάποιος μας παρουσίαζε απλό και αστόλιστο συλλογισμό,
λόγον, ἐροῦμεν ὡς ἂν οἷόν τε ᾖ κατὰ τὸν εἱρμὸν τῆς γραφικῆς
θ’ απαντήσουμε παρουσιάζοντας κατά το δυνατόν, σύμφωνα με τη διδασκαλία
ὑφηγήσεως τὴν περὶ τούτων θεωρίαν προσάγοντες. Τί οὖν ἐστιν ὅ
της Αγίας Γραφής, την θεωρία γι’ αυτά. Τί εννοούμε μ’ αυτό που λέμε;
φαμεν; Τὸ λογικὸν τοῦτο ζῶον ὁ ἄνθρωπος νοῦ τε καὶ ἐπιστήμης
Ότι το λογικό αυτό ον, ο άνθρωπος, είναι δεκτικός και της νόησης και της
δεκτικὸν εἶναι, ἢ παρὰ τῶν ἔξω τοῦ λόγου τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς
επιστήμης· μας το βεβαιώνουν οι φιλόσοφοι της κοσμικής σοφίας.
μεμαρτύρηται, οὐκ ἂν οὕτω τοῦ ὁρισμοῦ τὴν φύσιν ἡμῶν
Και δεν θα όριζε έτσι τη φύση μας ο ορισμός (της ψυχής),
ὑπογράφοντος, εἴπερ ἐνεώρα θυμόν τε καὶ ἐπιθυμίαν καὶ τὰ τοιαῦτα
εάν θεωρούσε το θυμικό και το επιθυμητικό και όλα τα παρόμοια
πάντα συνουσιωμένα τῇ φύσει. Οὐδὲ γὰρ ἐπ᾿ ἄλλου τινὸς ὅρον ἄν τις
συνουσιωμένα στη φύση μας. Άλλωστε, δεν θα μπορούσε να δοθεί ορισμός
ἀποδοίη τοῦ ὑποκειμένου, τὸ κοινὸν ἀντὶ τοῦ ἰδίου λέγων.
κάποιου υποκειμένου, εάν το κοινό χαρακτηριστικό οριζόταν σαν ιδιαίτερο.
»᾿Επεὶ οὖν τὸ ἐπιθυμητικόν τε καὶ θυμοειδὲς κατὰ τὸ ἴσον καὶ ἐπὶ τῆς
»Επειδή, λοιπόν, και το επιθυμητικό και το θυμικό υπάρχουν εξίσου τόσο στην
ἀλόγου τε καὶ λογικῆς φύσεως καθορᾶται, οὐκ ἄν τις εὐλόγως ἐκ τοῦ
άλογη όσο και στη λογική φύση, δεν θα ήταν εύλογο να θεωρήσει κάποιος το
κοινοῦ χαρακτηρίζει τὸ ἴδιον. ῝Ο δὲ πρὸς τὴν τῆς φύσεως ὑπογραφὴν
κοινό χαρακτηριστικό ως ιδιαίτερο. Και ό,τι είναι περιττό και απορριπτέο για
περιττόν τε καὶ ἀπόβλητον, πῶς ἔνεστιν ὡς μέρος τῆς φύσεως, ἐπ᾿
ορισμό της φύσεως, πώς παρουσιάζεται ως μέρος της φύσεως και ισχύει
ἀνατροπῇ τοῦ ὅρου τὴν ἰσχὺν ἔχειν; Πᾶς γὰρ ὁρισμὸς οὐσίας πρὸς τὸ
ανατρέποντας τον ορισμό; Διότι, κάθε ορισμός της φύσεως αναφέρεται στο
ἴδιον τοῦ ὑποκειμένου βλέπει. ῞Ο, τι δ᾿ ἂν ἔξω τοῦ ἰδιάζοντος ᾖ, ὡς
ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του υποκειμένου. Και ό,τι δεν είναι ιδιαίτερο
ἀλλότριον παρορᾶται τοῦ ὅρου.
χαρακτηριστικό, βγαίνει έξω από τον ορισμό σαν ξένο.
»᾿Αλλὰ μὴν ἡ κατὰ θυμόν τε καὶ ἐπιθυμίαν ἐνέργεια κοινὴ πάσης εἶναι
Και βέβαια, όλοι παραδέχονται ότι η ενέργεια του θυμικού και επιθυμητικού
τῆς λογικῆς τε καὶ ἀλόγου φύσεως ὁμολογεῖται. Πᾶν δὲ τὸ κοινὸν, οὐ
είναι κοινή και στην άλογη και στη λογική φύση. Και κάθε κοινό δεν ταυτίζεται
ταὐτόν ἐστι τῷ ἰδιάζοντι. ᾿Ανάγκη ἄρα διὰ τούτων ἐστὶ, μὴ ἐν τούτοις
με το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Είναι επομένως ορθό, αυτά (τα δύο) να μην
εἶναι ταῦτα λογίζεσθαι, ἐν οἷς κατεξαίρετον ἡ ἀνθρωπίνη
προσμετρώνται στα διακριτικά γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη
χαρακτηρίζεται φύσις. ᾿Αλλ᾿ ὥσπερ τὸ αἰσθητικὸν καὶ τὸ θρεπτικὸν καὶ
φύση. Αλλά, όπως ακριβώς όταν δει κανείς στη φύση μας το χαρακτηριστικό
αὐξητικὸν ἐν ἡμῖν τις ἰδὼν οὐκ ἀναλύει διὰ τούτων τὸν ἀποδοθέντα
της αισθήσεως, της θρέψεως και της αυξήσεως δεν καταργεί μ’ αυτά τον ορισμό
τῆς ψυχῆς ὅρον οὐ γὰρ ἐπειδὴ τοῦτό ἐστιν ἐν τῇ ψυχῇ, ἐκεῖνο οὐκ ἔστιν,
της ψυχής (ότι τάχα δεν συμπεριλαμβάνονται) –διότι δεν σημαίνει ότι, επειδή
κάποιο υπάρχει στην ψυχή, το άλλο δεν υπάρχει–·
οὕτω καὶ τὰ περὶ τὸν θυμὸν καὶ τὴν ἐπιθυμίαν κατανοήσας τῆς φύσεως
έτσι, κι όταν κατανοήσει τις σχετικές με το θυμικό και επιθυμητικό
ἡμῶν κινήματα, οὐκ ἂν εὐλόγως τῷ ὅρῳ μάχοιτο, ὡς ἐλλειπῶς
κινήσεις της φύσεώς μας, δεν θα ήταν εύλογο ν’ αρνηθεί τον ορισμό, ότι τάχα
ἐνδειξαμένῳ τὴν φύσιν».
ορίζει ελλειπώς τη φύση της ψυχής μας».
24. ΓΡΗΓ. «Τί οὖν χρὴ περὶ τούτου γινώσκειν, εἶπον πρὸς τὴν
Ρώτησα τότε κι εγώ στη δασκάλα: «Τί, λοιπόν, πρέπει να γνωρίζουμε γι’ αυτά;
διδάσκαλον; Οὔπω γὰρ οἷός τέ εἰμι κατιδεῖν ὅπως προσήκει τὰ ἐν ἡμῖν
Διότ δεν είμαι σε θέση να κατανοήσω, πώς είναι δυνατόν να δεχθώ ως ξένα
ὄντα, ὡς ἀλλότρια τῆς φύσεως ἡμῶν ἀποποιεῖσθαι».
στη φύση μας εκείνα τα οποία υπάρχουν μέσα μας».
ΜΑΚΡ. «῾Ορᾷς, φησὶν, ὅτι μάχη τίς ἐστι τοῦ λογισμοῦ πρὸς ταῦτα, καὶ
«Βλέπεις, μου απάντησε εκείνη, ότι υπάρχει μάχη του νου προς αυτά και
σπουδὴ τοῦ μονωθῆναι τὴν ψυχὴν τούτων, ὡς ἂν οἷόν τις ᾖ. Καί εἰσί
προσπάθεια ν’ απομονωθεί, όσο είναι δυνατόν, η ψυχή απ’ αυτά. Και υπάρχουν
γέ τινες οἷς κατώρθωται ἡ σπουδὴ, καθάπερ ἐπὶ τοῦ Μωϋσέως
ορισμένοι που (το) κατόρθωσαν (την απομόνωση), όπως ακούμε π.χ. για το
ἀκούομεν, ὅτι κρείττων ἦν θυμοῦ τε καὶ ἐπιθυμίας ἐκεῖνος, ἀμφότερα
Μωϋσή, ότι ήταν εκείνος ανώτερος και του θυμού και της επιθυμίας. Και τα
μαρτυρούσης αὐτῷ τῆς ἱστορίας, ὅτι πρᾷος ἦν παρὰ πάντας
δύο τα μαρτυρεί γι’ αυτόν ιστορία, ότι δηλαδή ήταν πράος περισσότερο από
ἀνθρώπους (ἐνδείκνυται δὲ τὸ ἀόργητον διὰ τοῦ πρᾴου καὶ τὴν πρὸς
κάθε άνθρωπο –με την πραότητα μάλιστα η αοργησία δείχνει και την αποχή
τὸν θυμὸν ἀλλοτρίωσιν), καὶ ὅτι οὐκ ἐπεθύμησε τούτων τινὸς, περὶ ἃ
από το θυμό– και ότι, επίσης, δεν επιθύμησε τίποτε απ’ όσα βλέπουμε στους
ὁρῶμεν ἐν τοῖς πολλοῖς τὸ ἐπιθυμητικὸν ἐνεργούμενον.
περισσότερους ανθρώπους να κινεί το επιθυμητικό.
»῞Οπερ οὐκ ἂν ἐγένετο, εἰ φύσις ἦν ταῦτα, καὶ εἰς τὸν λόγον τῆς οὐσίας
»Κι αυτό δεν θα γινόταν, εάν αυτά ήταν ίδια της φύσεως και υπαγόταν στην
ἀνήγετο. Οὐ γάρ ἐστι δυνατὸν τὸν ἔξω γεγονότα τῆς φύσεως ἐν τῷ
ουσία του ανθρώπου. Διότι δεν μπορεί αυτός που βγήκε έξω από τη φύση να
εἶναι μένειν. ᾿Αλλὰ μὴν εἰ Μωσῆς καὶ ἐν τῷ εἶναι ἦν, καὶ ἐν τούτοις οὐκ
παραμένει και στην ύπαρξη. Επομένως, εάν ο Μωϋσής ήταν στην ύπαρξη αλλά
ἦν, ἄλλο τι ἄρα παρὰ τὴν φύσιν ἐστὶ ταῦτα, καὶ οὐχὶ φύσις. Εἰ γὰρ
δεν ήταν μέσα σ’ αυτά, αυτό σημαίνει ότι αυτά είναι κάτι άλλο και όχι φύση.
ἀληθῶς φύσις τοῦτό ἐστιν, ἐν ᾧ τὸ εἶναι τῆς οὐσίας καταλαμβάνεται,
Διότι, εάν πράγματι φύση είναι αυτό με το οποίο κατανοείται η ύπαρξη της
τούτων δὲ ἡ ἀλλοτρίωσις ἐφ᾿ ἡμῖν κεῖται, ὡς μὴ μόνον ἀζήμιον, ἀλλὰ
ουσίας, ενώ η αποξένωση από εκείνα (θυμό και επιθυμία) εξαρτάται από τη
καὶ ἐπικερδὲς εἶναι τῇ φύσει τὸν ἀφανισμὸν τῶν τοιούτων. Δῆλον οὖν
διάθεσή μας, τότε ο αφανισμός τους δεν είναι μόνον έλλειψη ζημίας αλλά και
κέρδος για τη φύση.
ὅτι τῶν ἔξωθεν ἐπιθεωρουμένων ἐστὶ ταῦτα τὰ πάθη τῆς φύσεως
Είναι, λοιπόν, φανερό ότι αυτά τα πάθη της φύσεως έρχονται απέξω
ὄντα καὶ οὐκ οὐσία. ῾Η μὲν γάρ ἐστιν ὅπερ ἐστίν·
και δεν είναι ουσία της. Διότι ουσία είναι εκείνο το οποίο υπάρχει.
»θυμὸν δὲ ζέσιν εἶναι τοῦ περὶ καρδίαν αἵματος τοῖς πολλοῖς δοκεῖ.
»Πολλοί θεωρούν ότι ο θυμός είναι αποτέλεσμα εξάψεως του αίματος γύρω
῞Ετεροι δὲ, ὄρεξιν τοῦ ἀντιλυπῆσαι τὸν προκατάρξαντα. ῾Ως δ᾿ ἂν
από την καρδιά. Άλλοι πάλι νομίζουν ότι είναι ένστικτο άμυνας στη λύπη
που προκαλεί πρώτος ο άλλος.
ἡμεῖς ὑπολάβοιμεν, θυμός ἐστιν ὁρμὴ τοῦ κακῶσαι τὸν παροξύνοντα.
Και όπως εμείς πιστεύουμε, θυμός είναι η ορμή για κακοποίηση εκείνου που
῟Ων οὐδὲν τῷ περὶ ψυχῆς ὅρῳ συμβαίνει.
μας εξόργισε. Τίποτε όμως απ’ αυτά δεν συμφωνεί με τον ορισμό της ψυχής.
»Κἂν τὴν ἐπιθυμίαν ἐφ᾿ ἑαυτῆς διορισώμεθα, ἔφεσιν λέξομεν τοῦ
»Κι αν δώσουμε με τη σειρά της τον ορισμό της επιθυμίας, θα λέγαμε ότι είναι
ἐνδέοντος, ἢ πόθον τῆς καθ᾿ ἡδονὴν ἀπολαύσεως, ἢ λύπην ἐπὶ τῷ μὴ
αναζήτηση εκείνου που λείπει, ή πόθος για απόλαυση ηδονών, ή λύπη για την
κατ᾿ ἐξουσίαν ὄντι καταθυμητικῷ· ἤ τινα πρὸς τὸ ἡδὺ σχέσιν, οὗ μὴ
κατοχή των επιθυμητών, ή κάποια σχέση με το ευχάριστο από το οποίο όμως
πάρεστιν ἡ ἀπόλαυσις. Ταῦτα γὰρ πάντα καὶ τὰ τοιαῦτα τὴν μὲν
απουσιάζει η απόλαυση. Όλα αυτά και τα παρόμοια φανερώνουν βέβαια τον
ἐπιθυμίαν ἐνδείκνυται, τοῦ δὲ ὁρισμοῦ τοῦ περὶ ψυχῆς οὐ προσάπτεται.
ορισμό της επιθυμίας, αλλά δεν συνδέονται με τον ορισμό της ψυχής.
»᾿Αλλὰ καὶ ὅσα ἄλλα περὶ ψυχὴν καθορᾶται, τὰ ἐξ ἀντιθέτου ἀλλήλοις
»Αλλά και όσα άλλα παρατηρούνται στην ψυχή και βρίσκονται σε αντίθεση
ὁρώμενα, οἷον δειλίαν καὶ θράσος, λύπην καὶ ἡδονὴν, φόβον καὶ
μεταξύ τους, όπως η δειλία και το θάρρος, η λύπη και η ηδονή, ο φόβος και
καταφρόνησιν, καὶ ὅσα τοιαῦτα, ὧν ἕκαστον συγγενῶς ἔχειν δοκεῖ
η αφοβία και όλα τα παρόμοια, που το καθένα φαίνεται να έχει σχέση με το
πρὸς τὸ ἐπιθυμητικὸν ἢ θυμοειδὲς, ἰδιάζοντι δὲ ὅρῳ τὴν ἰδίαν
επιθυμητικό ή το θυμικό, παρουσιάζουν τη φύση τους με ιδιαίτερο ορισμό.
ὑπογράφει φύσιν.
»Τό τε γὰρ θράσος καὶ ἡ καταφρόνησις ἔμφασιν ὑποσημαίνει τινὰ τῆς
»Διότι το θάρρος και η αφοβία δηλώνουν κάποια ένταση της ορμής του θυμού·
θυμώδους ὁρμῆς· ἐλάττωσιν δέ τινα καὶ ὕφεσιν τοῦ αὐτοῦ τούτου ἡ
ενώ η σχέση που βασίζεται στη δειλία και το φόβο παρουσιάζει ελάττωση και
κατὰ δειλίαν καὶ φόβον ἐγγινομένη σχέσις. ῾Η δὲ λύπη ἐξ ἀμφοτέρων
ύφεση της ορμής του ίδιου (θυμού). Η λύπη πάλι έχει το περιεχόμενό της και
ἔχει τὰς ὕλας. ῞Η τε γὰρ τοῦ θυμοῦ ἀτονία, ἐν τῷ τοῦ ἀμύνασθαι τοὺς
από τα δύο. Διότι η ατονία του θυμού σ’ αυτόν που αδυνατεί να εκδικηθεί
προλελυπηκότας ἀδυνάτῳ λύπη γίνεται· καὶ ἡ ἀπόγνωσις τῶν
όσους τον λύπησαν καταντά λύπη· το ίδιο και οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες
ἐπιθυμουμένων, καὶ ἡ στέρησις τῶν καταθυμίων, τὴν σκυθρωπὴν
και η στέρηση των ποθητών δημιουργεί στην ψυχή τη γνωστή σκυθρωπή
ταύτην ἐμποιεῖ τῇ διανοίᾳ διάθεσιν. Καὶ τὸ ἀντιθεωρούμενον τῇ λύπῃ,
διάθεση. Και το αντίθετο της λύπης, εννοώ την έννοια της ηδονής,
τὸ καθ᾿ ἡδονὴν λέγω νόημα,ὁμοίως τῷ θυμῷ τε καὶ τῇ ἐπιθυμίᾳ
μοιράζεται εξίσου κι αυτή ανάμεσα στο θυμό και την επιθυμία.
ἐπιμερίζεται. ῾Ηδονὴ γὰρ ἑκατέρου τούτων κατὰ τὸ ἶσον ἡγεμονεύει.
Διότι η ηδονή εξουσιάζει το καθένα απ’ αυτά εξίσου.
»῝Α πάντα καὶ περὶ τὴν ψυχήν ἐστι, καὶ ψυχὴ οὐκ ἔστιν, ἀλλ᾿ οἷον
»Όλα αυτά και έχουν σχέση με την ψυχή, και ψυχή δεν είναι· αλλά είναι σαν
μυρμηκίαι τινὲς τοῦ διανοητικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς ἐκφυόμεναι. ῝Α μέρη
κάποιες μυρμηγκιές που φυτρώνουν στο διανοητικό μέρος της ψυχής.
μὲν αὐτῆς εἶναι διὰ τὸ προσπεφυκέναι νομίζεται, οὐ μὴν ἐκεῖνό εἰσιν,
Θεωρούνται βέβαια μέρη της ψυχής, επειδή εμφανίζονται μ’ αυτήν· πλην
ὅπερ ἐστὶν ἡ ψυχὴ κατ᾿ οὐσίαν».
όμως, δεν είναι εκείνο το οποίο είναι η ψυχή στην ουσία της».
25. ΓΡΗΓ. «Καὶ μὴν ὁρῶμεν, φημὶ πρὸς τὴν παρθένον, οὐ μικρὰν ἐκ
Ανταπαντώ τότε στην παρθένο: «Κι όμως βλέπουμε ότι η συνεισφορά αυτών
τούτων γινομένην τὴν πρὸς τὸ κρεῖττον συνεισφορὰν τοῖς ἐναρέτοις.
(θυμού και επιθυμίας) για την πρόοδο των εναρέτων δεν είναι μικρή. Στόν
Τῷ τε γὰρ Δανιὴλ ἔπαινος ἦν ἡ ἐπιθυμία· καὶ ὁ Φινεὲς τῷ θυμῷ τὸν
Δανιήλ, για παράδειγμα, η επιθυμία έγινε έπαινος· και ο Φινεές με το θυμό
Θεὸν ἱλεώσατο· καὶ ἀρχὴν σοφίας φόβον ἐμάθομεν, καὶ τῆς κατὰ Θεὸν
εξιλέωσε το Θεό. Μάθαμε ακόμη ότι ο φόβος αποτελεί την αρχή της σοφίας·
λύπης σωτηρίαν εἶναι τὸ πέρας παρὰ τοῦ Παύλου ἠκούσαμεν·
και ακούσαμε από τον Παύλο ότι το τέρμα της κατά Θεόν λύπης είναι η
τῶν τε δεινῶν τὴν καταφρόνησιν νουθετεῖ ἡμῖν τὸ Εὐαγγέλιον·
σωτηρία. Το Ευαγγέλιο, επίσης, μας νουθετεί να περιφρονούμε τα δεινά
καὶ τὸ μὴ φοβεῖσθαι πτόησιν οὐδὲν ἄλλο ἢ τοῦ θράσους ἐστὶν
Και το να μη φοβόμαστε την περιφρόνηση τίποτε άλλο δεν το εξασφαλίζει από
ὑπογραφή· ὅπερ ἐν ἀγαθοῖς ὑπὸ τῆς Σοφίας κατείλεκται. Δείκνυσι
το θάρρος, το οποίο η Σοφία το κατατάσσει ανάμεσα στα αγαθά. Φανερώνει,
τοίνυν διὰ τῶν τοιούτων ὁ λόγος, τὸ μὴ πάθη τὰ τοιαῦτα δεῖν οἴεσθαι·
λοιπόν, ο λόγος μ’ αυτά τα παραδείγματα ότι δεν πρέπει να θεωρούμε αυτά (το
οὐ γὰρ ἂν πρὸς ἀρετῆς κατόρθωσιν συμπαραληφθείη τὰ πάθη».
θυμό και την επιθυμία) ως πάθη· διότι τα πάθη δεν συντελούν στην επιτυχία
της αρετής».
26. ΜΑΚΡ. Καὶ ἡ διδάσκαλος, «῎Εοικα, φησὶ, τῆς τοιαύτης τῶν
Και η δασκάλα μου είπε: «Μου φαίνεται ότι εγώ είμαι η υπεύθυνη για τη
λογισμῶν συγχύσεως αὐτὴν τὴν αἰτίαν παρέχειν, μὴ διακρίνασα τὸν
σύγχυση που παρουσιάζουν οι σκέψεις σου· διότι, δεν έκανα διάκριση στο
περὶ τούτου λόγον, ὥστε τινὰ τάξιν ἀκόλουθον ἐπιτεθῆναι τῇ θεωρίᾳ.
λόγο μου γι’ αυτά, ώστε να μπει κάποια τάξη στην έκθεση της θεωρίας.
Νῦν οὖν, ὅπως ἂν οἷόν τε ᾖ, ἐπινοηθήσεταί τις τάξις τῷ σκέμματι, ὡς
Τώρα όμως, όσο είναι δυνατό, πρέπει να βάλουμε κάποια τάξη στη συζήτηση,
ἂν δι᾿ ἀκολούθου προϊούσης τῆς θεωρίας, μὴ καθ᾿ ἡμῶν αἱ τοιαῦται
ώστε να προχωρεί με συνέπεια η θεωρία και να μην προβάλλονται πλέον
τῶν ἀντιθέσεων ἔχοιεν χώραν.
τέτοιες αντιθέσεις στις θέσεις μας.
»Φαμὲν γὰρ τῆς ψυχῆς τὴν μὲν θεωρητικήν τε καὶ διακριτικὴν καὶ τῶν
»Ισχυριζόμαστε, λοιπόν, ότι η θεωρητική, διακριτική και εποπτική των όντων
ὄντων ἐποπτικὴν δύναμιν οἰκείαν εἶναι καὶ κατὰ φύσιν αὐτὴν, καὶ διὰ
δύναμη της ψυχής είναι οικεία και φυσική ιδιότητά της· και με τη θεία χάρη,
τῆς θεοειδοῦς χάριτος, διὰ τούτων σώζειν ἐν αὐτῇ τὴν εἰκόνα. ᾿Επεὶ
διατηρεί με αυτές (τις δυνάμεις) μέσα της την εικόνα (του Θεού). Επειδή και το
καὶ τὸ Θεῖον, ὅ, τί ποτε κατὰ τὴν φύσιν ἐστὶν, ἐν τούτοις ὁ λογισμὸς
Θεό –ό,τι κι αν είναι στη φύση του–, τον στοχάζεται ο νους να υπάρχει με
εἶναι στοχάζεται· ἐν τῷ ἀφορᾷν τε τὰ πάντα καὶ διακρίνειν τὸ καλὸν
αυτές (τις δυνάμεις): να εποπτεύει, δηλαδή, το σύμπαν και να διακρίνει το
ἀπὸ τοῦ χείρονος.
καλό από το κακό.
»῞Οσα δὲ τῆς ψυχῆς ἐν μεθορίῳ κεῖται πρὸς ἑκάτερον τῶν ἐναντίων
»Όσα πάλι βρίσκονται στο σύνορο της ψυχής, έχουν από τη φύση τους τη
ἐπιῤῥεπῶς κατὰ τὴν ἰδίαν φύσιν ἔχοντα· ὧν ἡ ποία χρῆσις, ἢ πρὸς τὸ
ροπή προς κάθετι το αντίθετο. Και η χρήση τους φέρνει αποτέλεσμα ή προς το
καλὸν ἢ πρὸς τὸ ἐναντίον ἄγει τὴν ἔκβασιν, οἷον τὸν θυμὸν, ἢ τὸν
καλό ή προς το κακό· για παράδειγμα, ο θυμός, ο φόβος ή κάποιο άλλο
φόβον, ἢ εἴ τι τὸ τοιοῦτον τῶν ἐν τῇ ψυχῇ κινημάτων ἐστὶν, ὧν ἄνευ
παρόμοιο. Όλα αυτά αποτελούν κινήσεις της ψυχής· χωρίς αυτές δεν μπορούμε
οὐκ ἔστιν ἀνθρωπίνην θεωρηθῆναι φύσιν· ταῦτα ἔξωθεν ἐπιγενέσθαι
να θεωρήσουμε ότι υπάρχει ανθρώπινη φύση. Πιστεύουμε ότι αυτές εισήλθαν
αὐτῇ λογιζόμεθα, διὰ τὸ τῷ ἀρχετύπῳ κάλλει μηδένα τοιοῦτον
απέξω στην ψυχή· διότι, η αρχέτυπη ομορφιά (ο Θεός) δεν έχει μέσα της
ἐνθεωρηθῆναι χαρακτῆρα. ῾Ο δὲ δὴ περὶ τούτων λόγος ἡμῖν ὡς ἐν
καμιά τέτοια ιδιότητα. Ο λόγος, λοιπόν, γι’ αυτά όλα ας θεωρηθεί
γυμνασίῳ προκείσθω, ὡς ἂν διαφύγοι τῶν συκοφαντικῶς ἀκουόντων
ως άσκηση, που θα ξεφεύγει από τις επιρροές όσων ακούν κακοπροαίρετα, για
τὰς ἐπηρείας.
να συκοφαντούν.
27. »Ὁδῷ τινι καὶ τάξεως ἀκολουθίᾳ πρὸς τὴν ἀνθρωποποιΐαν
»Η Αγία Γραφή διηγείται ότι ο Θεός προχώρησε στη δημιουργία του ανθρώπου
ὁρμῆσαι τὸ Θεῖον διηγεῖται ὁ λόγος. ᾿Επειδὴ γὰρ συνέστη τὸ πᾶν,
με μέθοδο και συνεπή τάξη. Αφού δημιουργήθηκε το σύμπαν, όπως το
καθὼς ἡ ἱστορία φησὶν, οὐκ εὐθὺς ὁ ἄνθρωπος ἐν τῇ γῇ γίνεται, ἀλλὰ
διηγείται η ιστορία, δεν παρουσιάζεται ευθύς αμέσως ο άνθρωπος στη γη· αλλά
τούτου μὲν ἡ τῶν ἀλόγων προηγήσατο φύσις· ἐκείνων δὲ τὰ
προηγήθηκε απ’ αυτόν η δημιουργία της φύσεως των ζώων· και πριν από
βλαστήματα. Δείκνυσιν, οἶμαι, διὰ τούτων ὁ λόγος, ὅτι ἡ ζωτικὴ
εκείνα, τα φυτά. Μ’ αυτή τη σειρά δείχνει, νομίζω, ο λόγος ότι η ζωτική
δύναμις ἀκολουθίᾳ τινὶ τῇ σωματικῇ καταμίγνυται φύσει, πρῶτον
δύναμη ενώνεται με τη σωματική φύση με ορισμένη διαβάθμιση: πρώτα
μὲν τοῖς ἀναισθήτοις ἐνδύουσα, κατὰ τοῦτο δὲ ἐπὶ τὸ αἰσθητικὸν
παρουσιάζεται σ’ όσα δεν έχουν αισθήσεις, έπειτα προχωρεί σ’ όσα έχουν
προϊοῦσα, εἶθ᾿ οὕτως πρὸς τὸ νοερὸν καὶ λογιστικὸν ἀναβαίνουσα.
(αισθήσεις) και, τέλος, ανεβαίνει στα νοερά και λογικά όντα.
»Οὐκοῦν τῶν ὄντων τὸ μὲν σωματικὸν, τὸ δὲ νοερόν ἐστι πάντως·
»Επομένως, από τα όντα άλλα είναι σωματικά και άλλα νοερά·
τοῦ δὲ σωματικοῦ, τὸ μὲν ἔμψυχόν ἐστι, τὸ δὲ ἄψυχον. ῎Εμψυχον δὲ
και από τα σωματικά άλλα είναι έμψυχα και άλλα άψυχα. Έμψυχα εννοώ
λέγω τὸ μετέχον ζωῆς· τῶν δὲ ζώντων, τὰ μὲν αἰσθήσει συζῇ, τὰ
αυτά που μετέχουν στη ζωή· κι από τα ζωντανά άλλα έχουν αισθήσεις κι άλλα
ἀμοιρεῖ ταύτης. Πάλιν τῶν αἰσθητικῶν, τὰ μὲν λογικά ἐστι, τὰ δὲ
στερούνται. Απ’ όσα πάλι έχουν αισθήσεις, άλλα είναι λογικά και άλλα
ἄλογα.
άλογα.
»᾿Επεὶ οὖν ἡ αἰσθητικὴ ζωὴ οὐκ ἂν δίχα τῆς ὕλης συσταίη, οὐδ᾿ ἂν τὸ
»Επειδή όμως η ζωή των αισθήσεων δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την ύλη, ούτε
νοερὸν ἄλλως ἐν σώματι γένοιτο, μὴ τῷ αἰσθητικῷ ἐμφυόμενον,
ο νους με άλλο τρόπο στο σώμα παρά εάν συνυπάρχουν και οι αισθήσεις,
τούτου χάριν τελευταία ἡ τοῦ ἀνθρώπου κατασκευὴ ἱστορεῖται,
γι’ αυτούς τους λόγους περιγράφεται τελευταία η δημιουργία του ανθρώπου·
ὡς πᾶσαν ἐκπεριειληφότος τὴν ζωτικὴν ἰδέαν, τήν τε ἐν τοῖς
διότι αυτός συμπεριλαμβάνει όλες τις βαθμίδες της ζωής που παρατηρούνται
βλαστήμασι καὶ τὴν ἐν τοῖς ἀλόγοις θεωρουμένην. Τὸ μὲν τρέφεσθαί τε
και στα φυτά αλλά και στα άλογα όντα. (Ο άνθρωπος έχει) τη θρεπτική και
αὔξεσθαι ἐκ τῆς φυτικῆς ἔχει ζωῆς· ἔστι γὰρ τὸ τοιοῦτον καὶ ἐν ἐκείνοις
αυξητική δύναμη από τη ζωή των φυτών· διότι μπορεί να δούμε τις δυνάμεις
ἰδεῖν, ἑλκομένης τε καὶ διὰ ῥιζῶν τῆς τροφῆς καὶ ἀποποιουμένης διὰ
αυτές και στα φυτά, που παίρνουν την τροφή από τις ρίζες και την αποβάλλουν
καρπῶν τε καὶ φύλλων· τὸ δὲ κατ᾿ αἴσθησιν οἰκονομεῖσθαι ἐκ τῶν
με τους καρπούς και τα φύλλα. Την αισθητική δύναμη την έχει (ο άνθρωπος)
ἀλόγων ἔχει. Τὸ δὲ διανοητικόν τε καὶ λογικὸν ἄμικτόν ἐστι ἰδιάζον,
από τα ζώα. Η διανοητική όμως και η λογική δύναμη, που είναι μοναδικές
ἐπὶ ταύτης τῆς φύσεως ἐφ᾿ ἑαυτῇ θεωρούμενον.
ιδιότητες, παρατηρούνται μόνον σ’ αυτήν την (ανθρώπινη) φύση.
»᾿Αλλ᾿ ὥσπερ τὸ ἐφελκτικὸν τῶν ἀναγκαίων πρὸς τὴν ὑλικὴν ζωὴν ἡ
»Αλλά η φύση έχει και την ελκυστική επιθυμία για τα απαραίτητα της υλικής
φύσις ἔχει, ὅπερ ἐν ἡμῖν γενόμενον ὄρεξις λέγεται. Τοῦτο δέ φαμεν τοῦ
ζωής· αυτήν στην περίπτωσή μας την ονομάζουμε όρεξη. Και αυτή όμως λέμε
φυτικοῦ τῆς ζωῆς εἴδους εἶναι· ἐπεὶ δὲ καὶ ἐν ἐκείνοις ἔστιν ἰδεῖν, οἷόν
ότι ανήκει στη βαθμίδα της φυτικής ζωής. Διότι και στα φυτά μπορεί να δούμε
τινας ὁρμὰς φυσικῶς ἐνεργουμένας ἐν τῷ πληροῦσθαί τε τοῦ οἰκείου
ένα είδος ορμών που ενεργούν με τρόπο φυσικό, για να ικανοποιήσουν τον
καὶ ὀργᾷν πρὸς τὴν ἔκφυσιν· οὕτω καὶ ὅσα τῆς ἀλόγου φύσεώς ἐστιν
εαυτό τους και να οργιάζουν από βλάστηση. Έτσι, και όσα χαρακτηρίζουν
ἴδια, ταῦτα τῷ νοερῷ τῆς ψυχῆς κατεμίχθη.
την άλογη φύση αναμειγνύονται και με τη νοερή φύση της ψυχής.
»᾿Εκείνων, φησὶν, ὁ θυμὸς, ἐκείνων ὁ φόβος, ἐκείνων τὰ ἄλλα πάντα
»Άλλα, λέει (η δασκάλα) έχουν θυμό, άλλα φόβο και άλλα όλες τις υπόλοιπες
ὅσα κατὰ τὸ ἐναντίον ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, πλὴν τῆς λογικῆς τε καὶ
αντιθέσεις που ενεργούν μέσα μας, εκτός από τη λογική και διανοητική
διανοητικῆς δυνάμεως· ὃ δὴ μόνον τῆς ἡμετέρας ζωῆς ἐξαίρετον ἐν
δύναμη· διότι μόνον αυτή, όπως είπαμε, είναι το εξαιρετικό γνώρισμα της
ἑαυτῷ, καθὼς εἴρηται, τοῦ θείου χαρακτῆρος ἔχον τὴν μίμησιν.
ζωής μας και αποτελεί στον εαυτό μας μίμηση των ιδιοτήτων του Θεού.
᾿Αλλ᾿ ἐπειδὴ κατὰ τὸν ἤδη προαποδοθέντα λόγον, οὐκ ἔστιν ἄλλως
Αλλά επειδή, σύμφωνα με το επιχείρημα που αναφέρθηκε προηγουμένως, δεν
τὴν λογικὴν δύναμιν ἐγγενέσθαι τῇ σωματικῇ ζωῇ, μὴ διὰ τῶν
μπορούσε με άλλο τρόπο η λογική δύναμη να συνδεθεί με τη ζωή του σώματος,
αἰσθήσεων ἐγγινομένην· ἡ δὲ αἴσθησις ἐν τῇ τῶν ἀλόγων προϋπέστη
παρά μόνον μέσω των αισθήσεων· γι’ αυτό οι αισθήσεις προϋπήρχαν στη φύση
φύσει· ὡς ἀναγκαίως διὰ τοῦ ἑνὸς καὶ πρὸς τὰ συνημμένα τούτων
των ζώων. Έτσι, υποχρεωτικά μέσω του ενός εκπληρώνεται η κοινωνία της
γίνεται τῆς ψυχῆς ἡμῶν ἡ κοινωνία.
ψυχής μας και με όλα όσα έχουν συνδεθεί μ’ αυτό.
28. »Ταῦτα δέ ἐστιν ὅσα ἐν ἡμῖν γινόμενα πάθη λέγεται, ἃ οὐχὶ πάντως
»Κι αυτά (που συνδέονται μέσω του ενός με την ψυχή) είναι τα λεγόμενα πάθη
ἐπὶ κακῷ τινι τῇ ἀνθρωπίνῃ συνεκληρώθη ζωῇ· ἦ γὰρ ἂν ὁ Δημιουργὸς
μας, τα οποία πάντως δεν συνάφθηκαν με την ανθρώπινη ζωή για κάποιο κακό
τῶν κακῶν τὴν αἰτίαν ἔχῃ, εἰ ἐκεῖθεν αἱ τῶν πλημμελημάτων ἦσαν
σκοπό. Διότι πράγματι τότε, εάν τα σφάλματα υποχρεωτικά ήταν από κει
ἀνάγκαι συγκαταβεβλημέναι τῇ φύσει· ἀλλὰ τῇ ποιᾷ χρήσει τῆς
συνδεδεμένα με τη φύση, αίτιος των κακών θα ήταν ο Δημιουργός. Αντίθετα
προαιρέσεως, ἢ ἀρετῆς, ἢ κακίας ὄργανα τὰ τοιαῦτα τῆς ψυχῆς
όμως, αυτές οι κινήσεις της ψυχής γίνονται όργανα της αρετής ή της κακίας
κινήματα γίνεται.
ανάλογα με τη χρήση της προαιρέσεως (ελευθερία βουλήσεως).
»Καθάπερ ὁ σίδηρος κατὰ γνώμην τοῦ τεχνίτου τυπούμενος, πρὸς
»Όπως ακριβώς, όταν το σίδερο διαμορφώνεται σύμφωνα με τη γνώμη του
ὅπερ ἂν ἔθετο τοῦ τεχνιτεύοντος ἡ ἐνθύμησις, πρὸς τοῦτο καὶ
τεχνίτη, παίρνει το σχήμα που συνέλαβε η φαντασία του τεχνίτη και γίνεται
σχηματίζεται, ἢ ξίφος, ἤ τι γεωργικὸν ἐργαλεῖον γινόμενος. Οὐκοῦν
ή ξίφος ή κάποιο γεωργικό εργαλείο. Έτσι ακριβώς συμβαίνει, εάν η λογική,
εἰ μὲν ὁ λόγος, ὃ δὴ τῆς φύσεώς ἐστιν ἐξαίρετον, τῶν ἔξωθεν
η οποία αποτελεί το χαρακτηριστικό γνώρισμα της φύσεώς μας, ηγεμονεύει σε
ἐπεισκριθέντων τὴν ἡγεμονίαν ἔχοι, καθὼς καὶ δι᾿ αἰνίγματος ὁ τῆς
όσα εισχωρούν μέσα μας απέξω· αποφθεγματικά μάλιστα το δηλώνει ο λόγος
Γραφῆς παρεδήλωσε λόγος, ἄρχειν ἐγκελευόμενος πάντων τῶν
της Αγίας Γραφής, όταν μας δίνει την εντολή να κυριαρχούμε σε όλα τα
ἀλόγων, οὐκ ἄν τι πρὸς κακίας ὑπηρεσίαν τῶν τοιούτων κινημάτων
άλογα. Τότε καμία απ’ αυτές τις κινήσεις δεν θα ενεργούσε μέσα μας, για να
ἡμῖν ἐνεργήσειε, τοῦ μὲν φόβου τὸ ὑπήκοον ἐμποιοῦντος, τοῦ δὲ θυμοῦ
υπηρετεί την κακία· ο φόβος θα γεννούσε υπακοή, ο θυμός ανδρεία,
τὸ ἀνδρεῖον, τῆς δειλίας δὲ τὴν ἀσφάλειαν, τῆς δὲ ἐπιθυμητικῆς ὁρμῆς
η δειλία ασφάλεια και η ορμή της επιθυμίας θα μας προξενούσε
τὴν θείαν τε καὶ ἀκήρατον ἡμῖν ἡδονὴν προξενούσης.
τη θεϊκή και αγία ηδονή.
»Εἰ δὲ ἀποβάλοι τὰς ἡνίας ὁ λόγος, καὶ οἷόν τις ἡνίοχος ἐμπλακεὶς τῷ
»Εάν όμως η λογική χάσει τα χαλινάρια, γίνεται σαν τον αρματηλάτη που
ἅρματι κατόπιν ὑπ᾿ αὐτοῦ σύροιτο, ἐκεῖ ἀπαγόμενος ὅπουπερ ἂν ἡ
μπλέκεται κάτω από το άρμα· και τον σέρνει αυτό οπουδήποτε τον οδηγεί το
ἄλογος κίνησις τῶν ὑπεζευγμένων φέρει, τότε εἰς πάθος αἱ ὁρμαὶ
ακυβέρνητο τρέξιμο των υποζυγίων. Τότε οι ορμές καταντούν πάθη, όπως
καταστρέφονται, οἷον δὴ καὶ ἐπὶ τοῖς ἀλόγοις ἔστιν ἰδεῖν.
ακριβώς μπορούμε να δούμε ότι συμβαίνει στα άλογα ζώα.
»᾿Επεὶ γὰρ οὐκ ἐπιστατεῖ λογισμοῖς τοῖς φυσικῶς αὐτοῖς
»Διότι, επειδή η λογική δεν διευθύνει την κίνηση που υπάρχει από τη φύση
ἐγκωμιαζομένης κινήσεως, τὰ μὲν θυμώδη τῶν ζώων ἐν ἀλλήλοις
σ’ αυτά, τα πιο θυμώδη από τα ζώα αλληλοσκοτώνονται καθοδηγούμενα
φθείρεται τῷ θυμῷ στρατηγούμενα· τὰ δὲ πολύσαρκά τε καὶ δυνατὰ
από το θυμό· τα παχύσαρκα πάλι και τα πιο δυνατά ζώα, δεν ωφελούνται
εἰς οὐδὲν οἰκεῖον ἀγαθὸν ἀπώνατο τῆς δυνάμεως, κτῆμα τοῦ λογικοῦ
καθόλου από τη δύναμή τους, διότι λόγω ελλείψεως λογικότητας γίνονται
διὰ τὴν ἀλογίαν γινόμενα· ἥ τε τῆς ἐπιθυμίας καὶ τῆς ἡδονῆς ἐνέργεια
υπόδουλα σ’ όποιον έχει λογική· και η ενέργεια της επιθυμίας και της ηδονής
περὶ οὐδὲν τῶν ὑψηλῶν ἀσχολοῦται· οὔτε ἄλλο τι τῶν ἐν αὐτοῖς
δεν στρέφεται σε κανένα από τα σπουδαία· ούτε καμμία άλλη ενέργειά τους
θεωρουμένων λόγῳ τινὶ πρὸς τὸ λυσιτελοῦν διεξάγεται.
αποβαίνει με τη χρήση της λογικής σε κάποια ωφέλεια.
»Οὕτω καὶ ἐν ἡμῖν εἰ μὴ πρὸς τὸ δέον ἄγοιτο ταῦτα διὰ τοῦ λογισμοῦ,
»Ετσι και σε μας, εάν οι κινήσεις αυτές δεν οδηγούνται από τη λογική εκεί που
ἀλλ᾿ ἐπικρατοίη τῆς τοῦ νοῦ δυναστείας τὰ πάθη, πρὸς τὸ ἄλογόν τε
πρέπει, αλλά αντίθετα τα πάθη καταδυναστεύουν το νου, τότε ο άνθρωπος από
καὶ ἀνόητον μεταβαίνων ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ τοῦ διανοητικοῦ καὶ
τη λογικότητα και την ομοιότητα προς το Θεό μεταβαίνει προς την αλογία και
θεοειδοῦς τῇ ὁρμῇ τῶν τοιούτων παθημάτων ἀποκτηνούμενος».
την ανοησία, και με την ορμή τέτοιων παθών αποκτηνώνεται».
29. ΓΡΗΓ. ᾿Εγὼ δὲ καὶ σφόδρα περὶ τὰ εἰρημένα διατεθεὶς, «᾿Αρκεῖ μὲν,
Εγώ τότε συγκινήθηκα πολύ απ’ όσα άκουσα και είπα: «Τα τόσο απλά και
ἔφην, παντὶ τῷ γε νοῦν ἔχοντι ψιλῶς οὑτωσὶ καὶ ἀκατασκεύως δι᾿
ξεκάθαρα επιχειρήματά σου είναι αρκετά, για κάθε άνθρωπο που διαθέτει
ἀκολούθου προελθὼν ὁ λόγος, εὖ ἔχειν δόξαι καὶ μηδαμοῦ
στοιχειώδη λογική, για να πεισθεί ότι είναι ορθά και σε κανένα σημείο δεν
παρεσφάλθαι τῆς ἀληθείας. ᾿Επεὶ δὲ τοῖς μὲν τὰς τεχνικὰς ἐφόδους
ξεφεύγουν από την αλήθεια. Διότι, γι’ αυτούς που έχουν μελετήσει τη
μεμελιτηκόσι τῶν ἀποδείξεων, ὁ συλλογισμὸς ἱκανὸς εἰς πίστιν δοκεῖ·
διαλεκτική τέχνη των επιχειρημάτων, ο συλλογισμός αρκεί για να πεισθούν.
ἡμῖν δὲ πάντων τῶν τεχνικῶν συμπερασμάτων ἕξις πιστότερον εἶναι
Εμείς όμως, απ’ όλα τα πορίσματα της διαλεκτικής τέχνης, θεωρούμε πιο
ὡμολογεῖτο τὸ διὰ τῶν ἱερῶν τῆς Γραφῆς διδαγμάτων
αξιόπιστο αυτό που προκύπτει από τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής.
ἀναφαινόμενον· ζητεῖν οἶμαι δεῖν ἐπὶ τοῖς εἰρημένοις, εἰ ἡ θεόπνευστος
Νομίζω, λοιπόν, ότι πρέπει ν’ αναζητήσουμε για όσα έχουν λεχθεί, εάν η
διδασκαλία τούτοις συμφέρεται».
θεόπνευστη διδασκαλία συμφωνεί μ’ αυτά».
30. ΜΑΚΡ. ῾Η δὲ, «Καὶ τίς ἂν ἀντείποι, φησὶ, μὴ οὐχὶ ἐν τούτῳ μόνῳ
Και εκείνη λέει: «Και ποιός θα είχε αντίρρηση ότι η αλήθεια υπάρχει μόνον
τὴν ἀλήθειαν τιθέσθω, ᾧ σφραγὶς ἔπεστι τῆς γραφικῆς μαρτυρίας;
εκεί όπου τίθεται η σφραγίδα της μαρτυρίας της Αγίας Γραφής;
Οὐκοῦν εἰ χρή τι καὶ τῆς τοῦ Εὐαγγελίου διδασκαλίας πρὸς τὴν τοῦ
Εάν, λοιπόν, χρειάζεται ν’ αναφερθεί και κάτι από τη διδασκαλία του
δόγματος τούτου συνηγορίαν παραληφθῆναι, οὐκ ἀπὸ καιροῦ γένοιτ᾿
Ευαγγελίου για επιβεβαίωση αυτής της πίστεως, δεν θα ήταν ανεπίκαιρη η
ἂν ἡμῖν τῆς παραβολῆς τῶν ζιζανίων ἡ θεωρία.
η διδασκαλία για την παραβολή των ζιζανίων.
»῎Εσπειρε γὰρ ἐκεῖ τὸ καλὸν σπέρμα ὁ οἰκοδεσπότης ἡμεῖς δὲ πάντως
Ο οικοδεσπότης έσπειρε εκεί τον καλό σπόρο· εμείς πάντως αποτελούμε τους
ὁ οἶκός ἐσμεν· καθεύδοντας δὲ τοὺς ἀνθρώπους ἐπιφυλάξας ἐνέσπειρεν
ένοικους του σπιτιού. Ο εχθρός παραφύλαξε και, όταν οι ένοικοι κοιμόταν,
ὁ ἐχθρὸς τῷ τροφίμῳ τὸ ἄχρηστον, αὐτῷ τῷ σίτῳ κατὰ τὸ μέσον
έσπειρε μέσα στον καλό και τον άχρηστο σπόρο· έριξε τα ζιζάνια μέσα στο
ἐνθεὶς τὸ ζιζάνιον. Καὶ συνεβλάστησαν ἀλλήλοις τὰ σπέρματα.
στάρι. Και όλα τα σπέρματα, καλά και κακά, βλάστησαν μαζί. Διότι, δεν ήταν
Οὐ γὰρ ἦν δυνατὸν τὸ αὐτῷ τῷ σίτῳ ἐντεθὲν σπέρμα μὴ σὺν ἐκείνῳ
δυνατό ο σπόρος, που σπάρθηκε μαζί με το στάρι, να μη βλαστήσει μαζί
βλαστῆσαι. Κωλύει δὲ τοὺς ὑπηρέτας ὁ τῆς γεωργίας ἔφορος μὴ
μ’ εκείνο. Ο επιστάτης μάλιστα της καλλιέργειας εμποδίζει τους εργάτες να
ἀποτίλλειν τὸ ἄχρηστον διὰ τὴν ἐν τῇ ῥίζῃ τῶν ἐναντίων συμφυΐαν,
ξεχορταριάσουν τα άχρηστα, διότι στη ρίζα είχαν φυτρώσει και τα χρήσιμα·
ὡς ἂν μὴ τὸ ἀλλότριον συνεκτίνει τὸ τρόφιμον.
και μαζί με το άχρηστο θα ξερρίζωνε και το φαγώσιμο στάρι.
»Τὰς γὰρ τοιαύτας τῆς ψυχῆς ὁρμὰς διὰ τῶν καλῶν σπερμάτων
»Νομίζουμε ότι η παραβολή υπονοεί με τον καλό σπόρο εκείνες τις ορμές της
οἰόμεθα τὸν λόγον ἐνδείκνυσθαι, ὧν ἕκαστον, εἰ μόνον πρὸς τὸ ἀγαθὸν
ψυχής που η καθεμιά, εάν καλλιεργούνταν μόνο προς το καλό,
ἐγεωργεῖτο, τὸν τῆς ἀρετῆς ἐν ἡμῖν καρπὸν πάντως ἐβλάστησεν.
σίγουρα θα απόδιδε σε μας τον καρπό της αρετής.
᾿Επειδὴ δὲ παρενεσπάρη τούτοις ἡ περὶ τὴν τοῦ καλοῦ κρίσιν
Επειδή όμως σπάρθηκε ανάμεσα σ’ αυτά και η σύγχυση για τη διάκριση του
διαμαρτία, καὶ τὸ ὄντως καὶ μόνον κατὰ τὴν ἰδίαν φύσιν καλὸν, διὰ
καλού, αυτό το όντως καλό από την ίδια του τη φύση επισκιάστηκε από
τοῦ συναναφυέντος βλαστοῦ τῆς ἀπάτης ἐπεσκοτίσθη· τὸ γὰρ
το απατηλό βλαστάρι που φύτρωσε παράλληλα. Διότι η επιθυμία δεν φύτρωσε
ἐπιθυμητικὸν οὐ πρὸς τὸ φύσει καλὸν οὗ χάριν κατεσπάρη ἡμῖν ἐφύη τε
και αυξήθηκε χάρη στον από τη φύση του καλό σπόρο, εξαιτίας του οποίου
καὶ ἀνέδραμεν, ἀλλὰ πρὸς τὸ κτηνῶδες καὶ ἄλογον τὸν βλαστὸν
βλάστησε μέσα μας, αλλά μετάτρεψε το βλαστό προς τη κτηνωδία και την
μετεποίησε τῆς περὶ τὸ καλὸν ἀκρισίας, πρὸς τοῦτο τὴν τῆς ἐπιθυμίας
ανικανότητα να διακρίνει το καλό, αφού η επιθυμία οδηγούσε την ορμή (της
ἐνεγκοῦσαν ὁρμήν.
ψυχής) σε κάτι τέτοιο.
»῾Ωσαύτως καὶ τὸ τοῦ θυμοῦ σπέρμα οὐ πρὸς ἀνδρείαν ἐστόμωσεν,
»Παρόμοια και ο σπόρος του θυμού δεν οδήγησε στην ανδρεία, αλλά εξόπλισε
ἀλλὰ πρὸς τὴν τῶν ὁμοφύλων μάχην ἐξώπλισεν· ἥ τε τῆς ἀγάπης
τους ανθρώπους για πόλεμο εναντίον των ομοφύλων τους. Και η δύναμη της
δύναμις τῶν νοητῶν ἀπέστη, περὶ τὴν τῶν αἰσθητῶν ἀπόλαυσιν πέρα
αγάπης απομακρύνθηκε από τα νοητά, διότι επιδόθηκε με υπέρμετρη μανία
τοῦ μέτρου ὑλομανήσασα, καὶ τὰ ἄλλα τὸν αὐτὸν τρόπον, τοὺς
στην απόλαυση των αισθητών. Και οι υπόλοιποι σπόροι, με τον ίδιο τρόπο,
χείρονας βλαστοὺς ἀντὶ τῶν κρειττόνων ἐξήνθησεν·
έβγαλαν τους χειρότερους βλαστούς αντί τους καλύτερους.
»τούτου χάριν ἀφίησιν ὁ σοφὸς γεωργὸς τὸ ἐμφυὲν τῷ σπέρματι
»Εξαιτίας αυτού ο σοφός γεωργός αφήνει τα ζιζάνια που φύτρωσαν
βλάστημα ἐν αὐτῷ εἶναι, προμηθείᾳ τοῦ μὴ γυμνωθῆναι τῶν
μαζί με το φυτό να παραμένουν, από φόβο μήπως ξεριζωθεί μαζί με τους
κρειττόνων ἡμᾶς, καθόλου τῆς ἐπιθυμίας τῷ ἀχρήστῳ βλαστῷ
άχρηστους βλαστούς εξ ολοκλήρου η επιθυμία, και στερηθούμε εμείς και τα
συνεκριζωθείσης. Εἰ γὰρ τοῦτο πάθῃ ἡ φύσις, τί ἔσται τὸ ἐπαῖρον ἡμᾶς
καλύτερα. Διότι, αν πάθει η φύση μας κάτι τέτοιο, τί θα υπάρχει που θα μας
πρὸς τὴν τῶν ἐπουρανίων συνάφειαν; ἢ τῆς ἀγάπης ἀφαιρεθείσης, τίνι
οδηγεί στη σχέση με τα επουράνια; Ή, εάν αφαιρέσουμε την αγάπη, με ποιό
τρόπῳ πρὸς τὸ Θεῖον συναφθησόμεθα; Τοῦ δὲ θυμοῦ κατασβεσθέντος,
τρόπο θα ενωθούμε με το Θεό; Εάν πάλι ξεθύμαινε τελείως ο θυμός, ποιό όπλο
ποῖον ὅπλον κατὰ τοῦ προσπαλαίοντος ἕξομεν;
θα έχουμε ενάντιο σ’ αυτόν (διάβολο)που μας πολεμά;
»᾿Εφίησι τοίνυν τὰ νόθα τῶν σπερμάτων ἐν ἡμῖν ὁ γεωργὸς, οὐχ ὡς
»Αφήνει, λοιπόν, μέσα μας τα άχρηστα σπέρματα ο γεωργός, όχι για να
ἀεὶ κατακρατεῖν τῆς τιμιωτέρας σπορᾶς, ἀλλ᾿ ὡς αὐτὴν τὴν ἄρουραν
κυριαρχήσουν για πάντα στον καλό σπόρο· αλλά, για να μπορέσει η γη –έτσι
οὕτω γὰρ τὴν καρδίαν τροπικῶς ὀνομάζει διὰ τῆς ἐγκειμένης αὐτῇ
μεταφορικά ονομάζει την καρδιά μας–, με τη φυσική δύναμη που διαθέτει
φυσικῆς δυνάμεως, ἥτις ἐστὶν ὁ λογισμὸς, τὸ μὲν ξηρᾶναι τῶν
–κι αυτή (για την καρδιά μας) είναι το λογικό–, άλλα από τα βλαστήματα να
βλαστημάτων, τὸ δὲ κάρπιμον καὶ εὐθαλὲς ἀπεργάσασθαι. Εἰ δὲ μὴ
ξεράνει και άλλα να τα βοηθήσει να μεγαλώσουν και καρπίσουν. Κι αν δεν
τοῦτο γένοιτο, τῷ πυρὶ τὴν τῆς γεωργίας διάκρισιν ταμιεύεται.
γίνει αυτό, με τη φωτιά ξεχωρίζει τα γεωργικά προϊόντα.
31. »Οὐκοῦν εἰ μέν τις τούτοις κατὰ τὸν δέοντα χρήσαι λόγον, ἐν αὐτῷ
»Επομένως, εάν κανείς χρησιμοποιήσει αυτές (τις δυνάμεις) όπως πρέπει: εάν
λαμβάνηται ἐκεῖνα, καὶ μὴ αὐτὸς ἐν ἐκείνοις, ἀλλ᾿ οἷόν τις βασιλεὺς τῇ
δηλαδή αυτός κυριαρχεί σ’ εκείνες κι όχι εκείνες σ’ αυτόν· και αν τις
πολυχειρίᾳ τῶν ὑπηκόων συνεργῷ χρώμενος, ῥᾷον κατορθώσει τὸ
χρησιμοποιεί σαν συνεργούς, όπως ο βασιλιάς την εργασία των υπηκόων του,
κατ᾿ ἀρετὴν σπουδαζόμενον.
εύκολα θα πετύχει εκείνο που επιδιώκει η αρετή.
»Εἰ δὲ ἐκείνοις γένοιτο, καθάπερ δούλων τινῶν ἐπαναστάντων τῷ
»Εάν όμως υποδουλωθεί σ’ αυτές, όπως οι δούλοι επαναστάτησαν εναντίον
κεκτημένῳ, καὶ ἐξανδραποδισθείη ταῖς δουλικαῖς ἐπινοίαις ἀγεννῶς
του κυρίου τους, και αιχμαλωτισθεί υποκύπτοντας υποτιμητικά στις επιθυμίες
ὑποκύψαι, καὶ κτῆμα γένοιτο τῶν ὑπεζευγμένων κατὰ τὴν φύσιν
των δούλων και γίνει υποχείριο εκείνων που είναι από τη φύση στις διαταγές
αὐτῷ, πρὸς ἐκεῖνα κατ᾿ ἀνάγκην μετατεθήσεται, πρὸς ἅπερ ἂν ἡ
του, τότε αναγκαστικά θα ξεπέσει προς τα εκεί που θα τον εκβιάζει
ἐπικράτησις τῶν καθηγουμένων βιάζεται.
η εντολή αυτών που θα τον υποτάξουν.
»Εἰ δὲ ταῦτα τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον, οὔτε ἀρετὴν, οὔτε κακίαν ἐφ᾿
»Εάν αυτή είναι κατάσταση αυτών, δεν θεωρούμε καθ’ εαυτές μήτε αρετή
ἑαυτῶν ταῦτα ἀποφανούμεθα, ὅσα κινήματα τῆς ψυχῆς ὄντα ἐπὶ τῇ
μήτε κακία αυτές τις δυνάμεις της ψυχής που βρίσκονται κάτω από την εξουσία
ἐξουσίᾳ τῶν χρωμένων κεῖται, ἢ καλῶς ἢ ἑτέρως ἔχειν. ᾿Αλλ᾿ ὅταν μὲν
όσων τις χρησιμοποιούν για να ενεργούν ή καλά ή άσχημα. Όταν η κίνησή τους
αὐτοῖς πρὸς τὸ κρεῖττον ἡ κίνησις ᾖ, ἐπαίνων γίνεσθαι ὕλην, ὡς τῷ
χρησιμοποιείται για το καλύτερο, γίνεται αντικείμενο επαίνων· όπως συνέβη
Δανιὴλ τὴν ἐπιθυμίαν, καὶ τῷ Φινεὲς τὸν θυμὸν, καὶ τῷ καλῶς
με την επιθυμία στο Δανιήλ, με το θυμό στο Φινεές και με τη λύπη σ’ εκείνον
πενθοῦντι τὴν λύπην. Εἰ δὲ πρὸς τὸ χεῖρον γένοιτο ἡ ῥοπὴ, τότε πάθη
που πενθεί κατά Θεόν. Εάν όμως η ορμή χρησιμοποιείται προς το χειρότερο,
γίνεσθαι ταῦτα καὶ ὀνομάζεσθαι».
τότε οι κινήσεις αυτές γίνονται και λέγονται πάθη».
32. ΓΡΗΓ. ᾿Εγὼ, ταῦτα διεξελθούσης, ἐπειδὴ παυσαμένη βραχύ τι
Ενώ έλεγε αυτά, μόλις διέκοψε για λίγο το λόγο της,
ἔδωκε τῷ λόγῳ διαλιπεῖν, καὶ συνελεξάμην τῇ διανοίᾳ τὰ εἰρημένα,
εγώ συγκέντρωσα το νου μου σε όσα ειπώθηκαν
πάλιν ἐπὶ τὴν προτέραν διέδραμον ἀκολουθίαν τοῦ λόγου, ἐν ᾧ
και έφερα τη σκέψη μου στην προηγούμενη συζήτηση, στην οποία είχε
κατεσκευάζετο, μὴ ἀδύνατον εἶναι τὴν ψυχὴν διαλυθέντος τοῦ
υποστηριχθεί ότι είναι δυνατόν η ψυχή, όταν διαλυθεί το σώμα,
σώματος ἐν τοῖς στοιχείοις εἶναι.
να παραμένει στα στοιχεία του σώματος.
Καὶ τοῦτο εἶπον πρὸς τὴν διδάσκαλον· «Ποῦ ἐκεῖνο τὸ πολυθρύλλητον
Και ρώτησα τότε τη δασκάλα: «Πού είναι εκείνο το πολυθρύλλητο όνομα
τοῦ ᾅδου ὄνομα· πολὺ μὲν ἐν τῇ συνηθείᾳ τοῦ βίου, πολὺ δὲ ἐν ταῖς
του Άδη; Το όνομα που αναφέρεται πολλές φορές και στην καθημερινότητα
συγγραφαῖς ταῖς τε ἔξωθεν καὶ ταῖς ἡμετέραις περιφερόμενον, εἰς ὃ
της ζωής και στα συγγράμματα της κοσμικής και χριστιανικής παιδείας; Και
πάντες οἴονται καθάπερ δοχεῖον ἐνθένδε τὰς ψυχὰς μετανίστασθαι;
στον οποίο όλοι νομίζουν ότι οι ψυχές από εδώ μεταφέρονται σαν δοχείο;
Οὐ γὰρ ἂν τὰ στοιχεῖα τὸν ᾅδην λέγοις».
Δεν πιστεύω να έλεγες, βέβαια, "άδη" τα στοιχεία του σώματος!».
33. ΜΑΚΡ. Καὶ ἡ διδάσκαλος, «Δῆλος ᾖ, φησὶ, μὴ λίαν προσεσχηκὼς τῷ
Και η δασκάλα μου απάντησε: «Είναι φανερό ότι δεν πρόσεξες πολύ όσα είπα.
λόγῳ. Τὴν γὰρ ἐκ τοῦ ὁρωμένου πρὸς τὸ ἀειδὲς μετάστασιν τῆς ψυχῆς
Διότι όταν αναφέρθηκα στην μετάσταση της ψυχής από τα ορατά στα αιώνια,
εἰποῦσα, οὐδὲν ᾤμην ἀπολελοιπέναι εἰς τὸ περὶ τοῦ ᾅδου ζητούμενον.
νομίζω ότι δεν παρέλειψα τίποτε σχετικό με το ζήτημα του άδη.
Οὐδὲν ἄλλο τί μοι δοκεῖ παρά τε τῶν ἔξωθεν καὶ παρὰ τῆς θείας
Διότι, το όνομα αυτό του άδη, στον οποίο λένε ότι πηγαίνουν οι ψυχές, τίποτε
Γραφῆς τὸ ὄνομα τοῦτο διασημαίνειν, ἐν ᾧ τὰς ψυχὰς γίνεσθαι
άλλο δεν μου φαίνεται ότι σημαίνει, τόσο στην κοσμική σοφία όσο και στην
λέγουσι, πλὴν εἰς τὸ ἀειδὲς καὶ ἀφανὲς μεταχώρησιν».
Αγία Γραφή, παρά την αναχώρηση της ψυχής για το αιώνιο και αόρατο».
ΓΡΗΓ. «Καὶ πῶς, εἶπον, τὸν ὑποχθόνιον χῶρον οἴονταί τινες οὕτω
«Και πώς, ρώτησα, ορισμένοι πιστεύουν ότι ονομάζεται έτσι εκείνος ο υπόγειος
λέγεσθαι, καὶ ἐν αὐτῷ κἀκείνων τὰς ψυχὰς πανδοχεύειν, καθάπερ τι
χώρος που φιλοξενεί τις ψυχές τους; Και ότι μοιάζει σαν τόπος κατάλληλος
χώρημα τῆς τοιαύτης φύσεως δεκτικὸν τὰς ἀποπτάσας ἤδη τῆς
να δέχεται τραβώντας προς τον εαυτό του τις ψυχές που ήδη έφυγαν
ἀνθρωπίνης ζωῆς πρὸς ἑαυτὸν ἐφελκόμενον»;
από τη ζωή των ανθρώπων».
34. ΜΑΚΡ. ᾿Αλλ᾿ οὐδὲν μᾶλλον, φησὶν ἡ διδάσκαλος, τὸ δόγμα διὰ τῆς
Απάντησε η δασκάλα: «Σε τίποτε το δόγμα μας δεν θα βλαφτεί από μια τέτοια
ὑπονοίας ταύτης παραβλαβήσεται. Εἰ γάρ ἀληθὴς ὁ λόγος ὁ κατὰ σέ,
άποψη. Διότι, εάν είναι αλήθεια εκείνο που είπες, ότι δηλαδή ο ουράνιος
τό συνεχῆ τε πρὸς ἑαυτὸν καὶ ἀδιάσπαστον εἶναι τὸν οὐράνιον πόλον
πόλος είναι συνεχής καθ’ εαυτόν και αδιάσπαστος και με τον κύκλο του
τῷ ἰδίῳ κύκλῳ πάντα ἐμπεριέχοντα, καὶ ἐν τῷ μέσῳ τὴν γῆν καὶ τὰ
περικλείει τα πάντα και ότι στο μέσον αιωρείται η γη και οι δορυφόροι της
περὶ αὐτὴν αἰωρεῖσθαι, καὶ πάντως κυκλοφορουμένων τὴν κίνησιν
και ότι η κίνηση γενικά όλων των περιφερομένων γίνεται γύρω από το
περὶ τὸ ἑστὼς καὶ πάγιον γίνεσθαι, ἀνάγκη πᾶσα, φησὶν, ὅτιπερ ἂν
σταθερό και πάγιο αυτό κέντρο· εάν συμβαίνουν όλα αυτά, υποχρεωτικά ό,τι
ἑκάστῳ ἐκ τῶν στοιχείων ᾖ κατὰ τὸ ἄνω τῆς γῆς μέρος, τοῦτο κατὰ
συμβαίνει στα στοιχεία που βρίσκονται στο πάνω μέρος της γης, αυτό πρέπει
τὸ ἀντικείμενον εἶναι, μιᾶς τῆς οὐσίας ὅλον αὐτῆς τὸν ὄγκον ἐν κύκλῳ
να γίνεται και στο κάτω, αφού η μία και ίδια ουσία περιτρέχει κυκλικά όλο τον
περιθεούσης.
όγκο της.
»Καὶ ὥσπερ ὑπὲρ τοῦ ἡλίου φανέντος ἐπὶ τὸ ὑποκείμενον αὐτῆς
»Και όπως όταν ο ήλιος φανεί πάνω από τη γη, η σκιά του σχήματος της
στρέφεται ἡ σκιὰ τοῦ σφαιροειδοῦς σχήματος, οὐ δυναμένου κατ᾿
σφαίρας του πέφτει στο κάτω μέρος της γης· διότι αυτό δεν είναι δυνατόν να
αὐτὸν ἐν κύκλῳ διαληφθῆναι τῇ τῆς ἀκτῖνος περιβολῇ, ἀλλὰ κατὰ
περιληφθεί ολόκληρο στον κύκλο της ακτίνας της γης· αλλά, ο ήλιος,
πᾶσαν ἀνάγκην, καθ᾿ ὅπερ ἂν τῆς γῆς μέρος προσβάλλῃ ταῖς ἀκτῖσιν
ο οποίος συγκεντρώνεται σ’ ένα σημείο, σε όποιο μέρος της γης
ὁ ἥλιος, κατά τινος κέντρου πάντως ἐπὶ τῆς σφαίρας γινόμενος,
ρίχνει τις ακτίνες του, το διαμετρικά αντίθετο μέρος της γης
πρὸς τὴν εὐθεῖαν διάμετρον κατὰ τὸ ἕτερον πέρας σκότος ἔσται·
προς την άλλη πλευρά, θα είναι σκοτεινό.
καὶ οὕτω κατὰ τὸ διηνεκὲς, τῷ ἡλιακῷ δρόμῳ ἐπὶ τὸ ἀντικείμενον τῇ
Και έτσι, πάντοτε με την πορεία της ηλιακής ακτινοβολίας συμπορεύεται και
τῆς ἀκτῖνος εὐθείᾳ συμπεριοδεύει τὸ σκότος, ὥστε κατὰ τὸ ἶσον, τόν τε
το σκοτάδι του μέρους εκείνου της γης που βρίσκεται αντίθετα στο φωτιζόμενο·
ὑπέργειον, καὶ τὸν ὑπόγειον τόπον ἀνὰ μέρος γίνεσθαι ἐν φωτί τε καὶ
ώστε, εξίσου και το πάνω μέρος και το κάτω μέρος της γης, πότε βρίσκεται στο
σκότει· οὕτως εἰκὸς καὶ τἄλλα πάντα ὅτιπερ ἂν στοιχειωδῶς ἐν τῷ
φως και πότε στο σκοτάδι. Είναι, επομένως, εύλογο να μην αμφιβάλλουμε ότι
καθ᾿ ἡμᾶς ἡμισφαιρίῳ τῆς γῆς θεωρεῖται, τὸ αὐτὸ καὶ περὶ τὸ ἕτερον
εκείνο που συμβαίνει στο ένα ημισφαίριο της γης, το ίδιο θα συμβαίνει και στο
εἶναι μὴ ἀμφιβάλλειν.
άλλο.
»Μιᾶς δὲ καὶ τῆς αὐτῆς οὔσης κατὰ πᾶν τῆς γῆς μέρος τῆς τῶν
»Αφού είναι μία η σύσταση των στοιχείων σε κάθε μέρος της γης,
στοιχείων περιβολῆς, οὔτε ἀντιλέγειν, οὔτε συναγορεύειν οἶμαι δεῖν
νομίζω ότι δεν πρέπει ούτε να διαφωνούμε ούτε να συμφωνούμε
τοῖς περὶ τούτων ἐνισταμένοις, ὡς δέον ἢ τοῦτον, ἢ τὸν καταχθόνιον
μ’ εκείνους που υποστηρίζουν ότι πρέπει να θεωρήσουμε ή το πάνω μέρος ή το
τόπον ἀποτετάχθαι οἴεσθαι ταῖς τῶν σωμάτων ἐκλυθείσαις ψυχαῖς.
μέρω της γης ως τον τόπο όπου τοποθετούνται οι ψυχές μετά την φυγή από το
῞Εως γὰρ ἂν μὴ παρακινοίη τὸ προηγούμενον δόγμα ἡ ἔνστασις περὶ
σώμα. Εφόσον η θεωρία αυτή δεν αντιτίθεται στην πίστη που προηγουμένως
τοῦ εἶναι μετὰ τὴν ἐν σαρκὶ ζωὴν τὰς ψυχὰς, οὐδὲν περὶ τόπου ὁ
είπαμε, ότι δηλαδή οι ψυχές υπάρχουν μετά το θάνατο, δεν θα διαφωνήσει η
ἡμέτερος λόγος διενεχθήσεται, μόνον σωμάτων ἴδιον εἶναι τὴν ἐπὶ
δική μας επιχειρηματολογία για τον τόπο· διότι μόνον τα σώματα έχουν την
τόπου θέσιν καταλαμβάνων· ψυχὴν δὲ ἀσώματον οὖσαν, μηδεμίαν
ιδιότητα να καταλαμβάνουν θέση στο χώρο. Η ψυχή είναι ασώματη και δεν
ἀνάγκην ἔχειν ἐκ φύσεως τόποις τισὶν ἐγκατέχεσθαι».
έχει καμιά ανάγκη από τη φύση της να εγκαθίσταται σε τόπους».
35. ΓΡΗΓ. «Τί οὖν, εἶπον, εἰ τὸν ᾿Απόστολον ὁ ἀντιλέγων προβάλλοιτο,
«Και τί θ’ απαντήσεις, ρώτησα, εάν ο αντιρρησίας παρουσιάσει τον Απόστολο
πᾶσαν λέγοντα τὴν λογικὴν κτίσιν ἐν τῇ τοῦ παντὸς ἀποκαταστάσει
που λέει ότι όλη η λογική κτίση, όταν θ’ αποκατασταθούν τα πάντα, θ’
πρὸς τὸν τοῦ παντὸς ἐξηγούμενον βλέπειν, ἐν οἷς καταχθονίων
αποβλέπει σ’ εκείνον που θα κυριαρχεί σε όλα; Και μεταξύ των άλλων μάλιστα,
μνημονεύει τινῶν δι᾿ ᾿Επιστολῆς πρὸς Φιλιππησίους εἰπών· ὅτι Αὐτῷ
στην επιστολή στους Φιλιππησίους, μνημονεύει και κάποια κάτω μέρη της γης
πᾶν γόνυ κάμψει ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων;
(καταχθόνια), λέγοντας: "σ’ Αυτόν θα γονατίσουν (υποταχθούν) τα επουράνια,
τα επίγεια και τα καταχθόνια;"».
ΜΑΚΡ. «᾿Επιμενοῦμεν τῷ δόγματι, φησὶν ἡ διδάσκαλος, κἂν ταῦτα
«Εμείς, απάντησε η δασκάλα, θα επιμείνουμε στη διδασκαλία μας, κι αν ακόμη
λεγόντων ἀκούωμεν, περὶ μέντοι τοῦ εἶναι τὴν ψυχὴν καὶ τὸν
ακούμε να λένε αυτά· διότι, για το ότι ζει η ψυχή μετά θάνατο, έχουμε
ἀντιλέγοντα σύμψηφον ἔχοντες, περὶ τόπου, καθὼς ἐν τοῖς φθάσασιν
σύμφωνο και τον αντίπαλο· σχετικά πάλι με τον τόπο που πάει η ψυχή, όπως
εἴρηται, οὐκ ἐνιστάμενοι».
είπαμε παραπάνω, δεν θα διαφωνήσουμε».
ΓΡΗΓ. «Τοῖς οὖν ἐπιζητοῦσιν, εἶπον, τὴν ἀποστολικὴν ἐν τῇ φωνῇ
«Και τί θα έλεγε κανείς, ρώτησα, σ’ εκείνους που επιθυμούν να μάθουν την
ταύτῃ διάνοιαν, τί ἄν τις εἴπῃ, εἴπερ τῆς τοπικῆς σημασίας ἀποκινοίης
έννοια αυτής της αποστολικής φράσεως, ακόμη κι αν εσύ παραμερίζεις την
τὴν λέξιν;».
τοπική σημασία της λέξεως;».
36. ΜΑΚΡ. ῾Η δὲ, Οὔ μοι δοκεῖ, φησὶν, ὁ θεῖος ᾿Απόστολος, τοπικῶς τὴν
Εκείνη απάντησε: «Δεν νομίζω ότι ο θείος Απόστολος διακρίνει τοπικά τη
νοερὰν διακρίνων οὐσίαν, τὸ μὲν ἐπουράνιον, τὸ δὲ ἐπίγειον, τὸ δὲ
νοερή ουσία (της ψυχής) και ονομάζει ένα μέρος της επουράνιο, άλλο επίγειο
καταχθόνιον ὀνομάσαι. ᾿Αλλ᾿ ἐπειδὴ τρεῖς τῆς λογικῆς φύσεώς εἰσι
κι άλλο υπόγειο (καταχθόνιο). Αλλά το λέει, επειδή είναι τρεις οι καταστάσεις
καταστάσεις ἡμῖν, ἐξ ἀρχῆς τὴν ἀσώματον λαχοῦσαι ζωὴν, ἣν
της φύσεώς μας: στην αρχή εξασφαλίσαμε την ασώματη ζωή, που την
ἀγγελικὴν ὀνομάζομεν· ἡ δὲ πρὸς τὴν σάρκα συμπεπλεγμένην
αποκαλούμε αγγελική· έπειτα, αυτήν που συμπλέκεται με τη σάρκα την
ἀνθρωπίνην φαμέν· ἡ δὲ διὰ θανάτου τῶν σαρκικῶν ἀπολελυμένη.
ονομάζουμε ανθρώπινη· και τέλος, αυτή που διαλύεται, μετά το θάνατο της
σάρκας.
»῞Οπερ ἐν ψυχαῖς θεωρεῖται, τοῦτο οἶμαι, τῷ βάθει τῆς σοφίας
»Νομίζω, λοιπόν, ότι ο θείος Απόστολος βλέπει, με τον πλούτο της σοφίας του,
βλέποντα τὸν θεῖον ᾿Απόστολον, πάσης τῆς λογικῆς φύσεως τὴν ἐν τῷ
αυτό που παρατηρείται στις ψυχές. Δηλώνει τη συμφωνία όλων των λογικών
ἀγαθῷ ποτε γενησομένην συμφωνίαν ἀποσημαίνειν· ἐπουράνιον μὲν
όντων με το αγαθό, που θα γίνει στο μέλλον. Γι’ αυτό ονομάζει επουράνια την
καλοῦντα τὸ ἀγγελικὸν καὶ ἀσώματον· ἐπίγειον δὲ τὸ συμπεπλεγμένον
αγγελική και ασώματη κατάσταση· επίγεια την κατάσταση που συμφύρεται με
τῷ σώματι· καταχθόνιον δὲ τὸ διακεκρυμμένον ἤδη τοῦ σώματος, ἢ δή
το σώμα· και καταχθόνια αυτήν που ήδη έχει χωριστεί από το σώμα. Εάν πάλι,
τις καὶ ἄλλη παρὰ τὰ εἰρημένα φύσις ἐν λογικῇ θεωρεῖται, ἣν εἴτε
εκτός απ’ όσα είπαμε, πιστεύει κάποιος ότι υπάρχει κάποια άλλη λογική φύση,
δαίμονας εἴτε πνεύματα, εἴτε τοιοῦτον ἐθέλοι τις κατονομάζειν, οὐ
είτε δαίμονες είτε πνεύματα είτε οτιδήποτε παρόμοιο όνομα θέλει κάποιος να
διοισόμεθα.
δώσει, δεν θα διαφωνήσουμε.
»Πεπίστευται γὰρ ἔκ τε τῆς κοινῆς ὑπολήψεως, καὶ ἐκ τῆς τῶν Γραφῶν
»Διότι, από την κοινή λογική και την παράδοση των Γραφών, πιστεύουμε ότι
παραδόσεως, εἶναί τινα φύσιν ἔξω τῶν τοιούτων σωμάτων
υπάρχει κάποια άλλη φύση έξω από τα ανθρώπινα σώματα·
ὑπεναντίως πρὸς τὸ καλὸν διακειμένην, καὶ βλαπτικὴν τῆς ἀνθρωπίνης
αυτή συμπεριφέρεται ενάντια στο καλό και προσπαθεί να βλάψει τους
ζωῆς, ἑκουσίως τῆς κρείττονος ὑπολήψεως ἀποῤῥυεῖσαν· καὶ τῇ
ανθρώπους. Απομακρύνθηκε με τη θέλησή της από την καλύτερη κατάσταση.
ἀποστάσει τοῦ καλοῦ τὸ ἐκ τοῦ ἐναντίου νοούμενον ἐν αὐτῇ
Και με την απομάκρυνση από το καλό έγινε προσωποποίηση του εχθρικού
ὑποστήσασαν· ἥνπερ φασὶ καταχθονίοις ἐναριθμεῖν τὸν ᾿Απόστολον,
προς αυτό. Αυτήν ακριβώς τη φύση, λένε ότι, καταριθμεί στα καταχθόνια ο
τοῦτο ἐν ἐκείνῳ τῷ λόγῳ σημαίνοντα, ὅτι τῆς κακίας ποτὲ ταῖς
Απόστολος. Με τη φράση του εκείνη εννοεί ότι, όταν κάποτε, με την πάροδο
μακραῖς τῶν αἰώνων περιόδοις ἀφανισθείσης, οὐδὲν ἔξω τοῦ ἀγαθοῦ
πολλών αιώνων, εξαφανιστεί η κακία, τίποτε δεν θα μείνει μακριά από το
καταλειφθήσεται. ᾿Αλλὰ καὶ παρ᾿ ἐκείνων ὁμοφώνως ἡ ὁμολογία τῆς
αγαθό. Τότε η ομολογία της κυριαρχικής εξουσίας του Χριστού θα γίνει και
τοῦ Χριστοῦ κυριότητος ἔσται.
από εκείνη (την εχθρική φύση) ομόφωνα.
»Τούτων οὕτως ἐχόντων, οὐκέτ᾿ ἄν τις ἡμᾶς ἀναγκάζοι τῷ τῶν
»Ενώ, λοιπόν, έτσι είναι τα πράγματα, κανείς δεν μας υποχρεώνει με το όνομα
καταχθονίων ὀνόματι τὸν ὑπόγειον ἐννοεῖν χῶρον· ἐπίσης τοῦ ἀέρος
"καταχθόνια" να εννοούμε τον τόπο κάτω από τη γη (υπόγειο)· διότι ο αέρας
πανταχόθεν περικεχυμένου τῇ γῇ, ὡς μηδὲν αὐτῆς μέρος γυμνὸν τῆς
από παντού περιβάλλει τη γη και κανένα μέρος της γης δεν μένει έξω από το
περιβολῆς τοῦ ἀέρος καταλαμβάνεσθαι».
περιβάλλον του».
37. ΓΡΗΓ. Ταῦτα δὲ διεξελθούσης τῆς διδασκάλου, μικρὸν ἐπισχὼν,
Αφού ανάπτυξε αυτά η δασκάλα, διστάζοντας για λίγο, είπα:
«Οὔπω ἱκανῶς ἔχω, φημὶ, τοῦ ζητουμένου· ἀλλ᾿ ἔτι μοι τοῖς εἰρημένοις
«Δεν κατάλαβα καλά το ζήτημα· ακόμη η σκέψη μου έχει αμφιβολίες για όσα
ἐπιδιστάζει πως ἡ διάνοια, καὶ δέομαι πάλιν ἐπαναχθῆναί μοι πρὸς τὴν
είπες, και σε παρακαλώ πάλι η συζήτηση να επανέλθει στο ίδιο θέμα,
αὐτὴν ἀκολουθίαν τὸν λόγον, τῶν μὲν ἤδη συμβιβασθέντων ἡμῖν
εκτός φυσικά από εκείνα που συμφωνήσαμε.
ἀπαλλαγέντα.
»Μετρίως γὰρ οἶμαι διὰ τῶν εἰρημένων τοὺς μὴ λίαν ἀντιτύπως
»Διότι νομίζω ότι, με όσα ειπώθηκαν, όσοι δεν είναι φανατικοί αντιρρησίες
ἔχοντας ἐναχθήσεσθαι μὴ εἰς ἀναίρεσιν καὶ ἀνυπαρξίαν τὴν ψυχὴν
θα πεισθούν ικανοποιητικά να μην οδηγούν την ψυχή σε καταστροφή και
μετὰ τὴν διάλυσιν τῶν σωμάτων ἄγειν, μηδὲ κατασκευάζειν μηδαμοῦ
ανυπαρξία, μετά τη διάλυση του σώματος· ούτε να θεωρούν ότι πουθενά, σε
δύνασθαι αὐτὴν ἐν τοῖς οὖσιν εἶναι διὰ τὸ ἑτεροειδῶς ἔχειν πρὸς τὴν
κανένα ον, δεν μπορεί να βρίσκεται η ψυχή, διότι έχει διαφορετική ουσία από
τῶν στοιχείων οὐσίαν. Κἂν μὴ συμβαίνῃ γὰρ τούτοις ἡ νοερά τε καὶ
την (υλική) ουσία των (σωματικών) στοιχείων. Επειδή, κι αν ακόμη αυτά δεν
ἄϋλος φύσις, τὸ εἶναι αὐτοῖς οὐ κωλύεται,
έχουν νοερή και άϋλη φύση, δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο το να βρίσκεται η
(νοερή φύση-ψυχή) μέσα σ’ αυτά·
»διχόθεν ἡμῖν τῆς ὑπολήψεως ταύτης βεβαιουμένης, ἔκ τε τοῦ νῦν ἐν
»Η άποψή μας αυτή αποδεικνύεται από δύο γεγονότα: πρώτα από την παρούσα
τῇ ζωῇ ταύτῃ τὴν ψυχὴν ἐν τοῖς σώμασιν εἶναι, ἄλλο τι παρὰ τὸ σῶμα
ζωή· η ψυχή βρίσκεται μέσα στο σώμα, αν και στην ουσία είναι κάτι άλλο από
κατὰ τὴν οὐσίαν ὑπάρχουσαν, καὶ ἐκ τοῦ τὴν θείαν φύσιν ἀποδεῖξαι
την ουσία του σώματος· κι έπειτα, από το ότι η θεία φύση, όπως απέδειξε η
τὸν λόγον, ἄλλο τι παντάπασιν οὖσαν τῆς αἰσθητικῆς τε καὶ ὑλικῆς
επιχειρηματολογία μας, αν και είναι κάτι άλλο από την αισθητική και υλική
οὐσίας· ὅμως δὲ ἑκάστου τῶν ὄντων διήκειν, καὶ τῇ πρὸς τὸ πᾶν
φύση, όμως βρίσκεται σε καθένα από τα όντα και με την ανάμιξη μαζί τους τα
ἀνακράσει συνέχειν ἐν τῷ εἶναι τὰ ὄντα, ὡς διὰ τούτων κατὰ τὸ
συγκρατεί στην ύπαρξη. Επομένως, σύμφωνα μ’ αυτά, μήτε να θεωρούμε
ἀκόλουθον μηδὲ τὴν ψυχὴν ἔξω τῶν ὄντων οἴεσθαι ἀπὸ τῆς ἐν εἴδει
ότι η ψυχή βρίσκεται έξω από τα όντα· αλλά, μετατίθεται από την θεωρούμενη
θεωρουμένης ζωῆς εἰς τὸ ἀειδὲς μεταστᾶσαν.
υλική ζωή στην αιώνια κατάσταση.
»᾿Αλλὰ πῶς, εἶπον, τῆς τῶν στοιχείων ἑνώσεως ἕτερόν τι διὰ τῆς πρὸς
»Αλλά, ρώτησα, πώς θα συμβεί αυτό, όταν τα στοιχεία που συστήνουν το σώμα,
ἄλληλα μίξεως εἶδος ἀναλαβόντων, πρὸς ἃ τῆς ψυχῆς γέγονεν ἡ
με τη μίξη μεταξύ τους, πάρουν άλλη μορφή από εκείνη με την οποία έχει
οἰκείωσις, ἐπειδὰν τῇ διαλύσει τῶν στοιχείων κατὰ τὸ εἰκὸς
εξοικειωθεί η ψυχή; Διότι, με τη διάλυση των σωματικών στοιχείων, είναι
συναφανισθῇ καὶ τὸ εἶδος; Τίνι σημείῳ κατακολουθήσει ἡ ψυχὴ μετὰ
εύλογο να χαθεί μαζί και η μορφή. Τότε η ψυχή ποιό σημάδι θ’ ακολουθήσει,
τοῦ ἐγνωσμένου μὴ παραμείναντος;».
αφού χάθηκε αυτό που της ήταν γνωστό (η μορφή);».
38. ΜΑΚΡ. ῾Η δὲ μικρὸν ἐπισχοῦσα, «Δεδόσθω μοι, φησὶ, κατ᾿ ἐξουσίαν
Εκείνη τότε προβληματίστηκε για λίγο, και είπε μετά: «Ας μου επιτραπεί να
πλάσαι τινὰ λόγον ἐν ὑποδείγματι, πρὸς τὴν τοῦ προκειμένου
πω ένα υποθετικό παράδειγμα, για ν’ αποσαφηνίσω το ζήτημα, αν κι αυτό
σαφήνειαν, κἂν ἔξω τοῦ δυνατοῦ δοκῇ τὸ λεγόμενον. Δεδόσθω γὰρ
που θα πω φαίνεται εξωπραγματικό. Ας υποθέσουμε ότι στη ζωγραφική είναι
δυνατὸν εἶναι τῇ τοῦ ζωγράφου τέχνῃ, μὴ μόνον μιγνύειν ἐξ ἐναντίου
δυνατόν ο ζωγράφος, όχι μόνον ν’ αναμιγνύει τα αντίθετα (συμπληρωματικά)
τὰ χρώματα, καθὼς ἔθος ποιεῖν αὐτοῖς πρὸς τὴν τῆς μορφῆς
χρώματα, όπως συνήθως γίνεται για να πετύχει την προσομοίωση της μορφής
ὁμοιότητα, ἀλλὰ καὶ διακρίνειν τὰ μεμιγμένα, καὶ τὴν κατὰ φύσιν
που ζωγραφίζει· αλλά, ότι είναι δυνατόν ο ζωγράφος να χωρίσει και τα μίγματα
πάλιν ἑκάστῳ τῶν χρωμάτων ἀποδιδόναι βαφήν.
και ν’ αποδώσει στο κάθε χρώμα τη φυσική του βαφή.
»Οὐκοῦν τὸ λευκὸν, καὶ τὸ μέλαν, ἢ τὸ ἐρυθρὸν, καὶ τὸ χρυσοειδὲς, ἢ εἴ
Έτσι, λοιπόν, το λευκό, το μαύρο, το κόκκινο, το χρυσό ή όποιο άλλο χρώμα
τις ἄλλη βαφὴ πρὸς τὴν ὁμοιότητα τοῦ προκειμένου συγκρίνεται, εἰ
αναμίχθηκε για ν’ αποδώσει όσο πιο πιστά γίνεται το χρώμα του εικονιζομένου,
πάλιν ἀποκριθείη τῆς πρὸς ἕτερον μίξεως, καὶ ἐφ᾿ ἑτέρου γένοιτο, οὐδὲν
εάν πάλι χωριστεί από τη μίξη του με το άλλο χρώμα και απομονωθεί,
ἧττον γινώσκεσθαι ὑπὸ τοῦ τεχνίτου φαμὲν αὐτὸ τὸ εἶδος τοῦ
πιστεύουμε ότι ο ζωγράφος το ίδιο με πρώτα θ’ αναγνωρίσει αυτό το είδος του
χρώματος, καὶ μὴ μίαν ἐγγίνεσθαι λήθην αὐτῷ, μήτε τοῦ ἐρυθροῦ μήτε
χρώματος. Με τίποτε δεν θα ξεχάσει ούτε το κόκκινο χρώμα ούτε το μαύρο,
τοῦ μέλανος, εἰ ἑτερόχροα κατὰ τὴν τοῦ πρὸς ἄλληλα μίξιν γινόμενα,
ακόμη κι όταν, αφού έδωσαν μετά τη μίξη τους ένα άλλο χρώμα,
πάλιν εἰς τὴν κατὰ φύσιν ἐπανέλθῃ βαφήν·
επανέλθουν πάλι στη φυσική τους βαφή.
»μεμνημένου δὲ τοῦ τρόπου τῆς πρὸς ἄλληλα τῶν χρωμάτων
Ο ζωγράφος θυμάται τον τρόπο με τον οποίο ανέμιξε τα χρώματα.
συγκράσεως· εἰδέναι ποῖον ἔν τινι γινόμενον οἷον ἀπειργάσατο χρῶμα,
Γνωρίζει ποιό αναμίχθηκε με ποιό και απέδωσε το τάδε χρώμα,
καὶ ὅπως ἐκβληθέντος ἐκ τοῦ ἀπολυθῆναι τοῦ ἑτέρου πάλιν εἰς τὸ
και πώς, όταν σβήστηκε το ένα με τη διάλυση του άλλου, πάλι επανήλθε στην
οἰκεῖον ἐπανέδραμεν ἄνθος, καὶ εἰ πάλιν δέοι διὰ τῆς μίξεως τὸ ἶσον
αρχική του βαφή. Γνωρίζει επίσης ότι, κι αν πάλι χρειαστεί με τη μίξη να
ἐργάσασθαι, ἀπονωτέρα ἔσται αὐτῷ ἡ κατασκευὴ ἐν τῇ προλαβούσῃ
ξαναφτιάξει το ίδιο (μεικτό) χρώμα, η εργασία τώρα γίνεται πιο εύκολη, επειδή
δημιουργίᾳ μελετηθεῖσα.
την είχε μελετήσει στην προηγούμενη μίξη.
39. »Εἰ δέ τι ἀκόλουθον ἐν τῷ ὑποδείγματι, φησὶν, ὁ λόγος ἔχει,
»Ήδη, πρέπει εμείς να εξετάσουμε, είπε (η δασκάλα), εάν το παράδειγμα αυτό
ἐξεταστέον ἤδη ἡμῖν αὐτὸ τὸ προκείμενον. ᾿Αντὶ γὰρ τῆς γραφικῆς
έχει εφαρμογή στο θέμα μας. Αντί για την τέχνη της ζωγραφικής ας τεθεί
τέχνης ἡ ψυχή προκείσθω τῷ λόγῳ καί ἀντί χρωμάτων τῆς τέχνης ἡ
για συζήτηση το θέμα της ψυχής· και αντί για τα χρώματα της ζωγραφικής ας
τῶν στοιχείων νοείσθω φύσις, ἡ δὲ μίξις τῆς ποικίλης τῶν
σκεφτούμε τη φύση των στοιχείων (του σώματος)· η ανάμιξη πάλι των
ἑτεροχροούντων βαφῆς, καὶ πάλιν ἡ δοθεῖσα ἡμῖν καθ᾿ ὑπόθεσιν εἰς τὰ
πολύχρωμων χρωμάτων και η υποθετική επανασύστασή τους στα πρωταρχικά
οἰκεῖα τούτων ἐπάνοδος, τὴν συνδρομήν τε καὶ διάστασιν τῶν
χρώματα, ας υπονοεί από τη μια τη σύνθεση των στοιχείων του σώματος κι από
στοιχείων ὑπογραφέτω.
την άλλη τη διάλυσή τους.
»῞Ωσπερ οὖν φαμεν ἐν τῷ ὑποδείγματι μὴ ἀγνοεῖν τὴν βαφὴν τοῦ
Όπως, λοιπόν, στο παράδειγμα λέμε ότι ο ζωγράφος δεν ξεχνά τη βαφή του
χρώματος τὸν τεχνίτην, μετὰ μίξιν πάλιν εἰς τὸ οἰκεῖον ἄνθος
χρώματος, όταν μετά την ανάμιξη επανέλθει στην αρχική της μορφή,
ἐπανελθοῦσαν, ἀλλ᾿ ἐπιγινώσκειν τό τε ἐρυθρὸν καὶ τὸ μέλαν, καὶ εἴ τι
αλλά αναγνωρίζει καλά και το κόκκινο χρώμα και το μαύρο καί όποιο άλλο,
ἕτερον διὰ τῆς ποιᾶς πρὸς τὸ ἑτερογενὲς κοινωνίας τὴν μορφὴν
το οποίο δημιούργησε με την ανάμιξή του με άλλο χρώμα· γνωρίζει, δηλαδή,
ἀπειργάσατο, οἷον μὲν ἐν τῇ μίξει, οἷον καὶ νῦν ἐστιν ἐν τῷ κατὰ τὴν
τί είδους χρώμα έγινε με τη μίξη, τί είδους είναι τώρα στη φυσική του
φύσιν γινομένῳ· οἷον δὲ πάλιν ἔσται, εἰ ὁμοιοτρόπως αὖθις ἀλλήλοις
κατάσταση και τί πάλι θα γίνει, εάν τα χρώματα με τον ίδιο τρόπο αναμιχθούν
ἀναμιχθείη τὰ χρώματα·
μεταξύ τους.
»οὕτως εἰδέναι τὴν ψυχὴν τῶν συνδραμόντων στοιχείων πρὸς τὴν
»Κατά τον ίδιο τρόπο η ψυχή, στο σώμα που βρίσκεται, γνωρίζει τη φυσική
τοῦ σώματος κατασκευὴν, ᾧ ἐνεφύη, καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν αὐτῶν τὴν
ιδιότητα των στοιχείων που συνενώνονται για τη σύστασή του ακόμη και μετά
φυσικὴν ἰδιότητα. Κἂν πόῤῥωθεν ἀπ᾿ ἀλλήλων αὐτὰ ἡ φύσις ἀφέλκῃ
τη διάλυσή τους. Όταν, δηλαδή, η φύση απομακρύνει (με το θάνατο) το ένα
διὰ τὰς ἐγκειμένας ἐναντιότητας, ἕκαστον αὐτῶν τῆς πρὸς τὸ ἐναντίον
(στοιχείο) από το άλλο για τις υπάρχουσες αντιθέσεις και εμποδίζει το καθένα
ἐπιμιξίας ἀπείργουσα, οὐδὲν ἧττον παρ᾿ ἑκάστῳ ἔσται τῇ γνωστικῇ
ν’ αναμιχθεί με το αντίθετό του, η ψυχή όμως εξίσου θα βρίσκεται στο καθένα·
δυνάμει τοῦ οἰκείου ἐφαπτομένη, καὶ παραμένουσα ἕως ἂν εἰς ταὐτὸ
με τη γνωστική της δύναμη προσεγγίζει τα δικά της και παραμένει στο καθένα,
πάλιν ἡ τῶν διεστώτων γένηται συνδρομὴ πρὸς τὴν τοῦ διαλυθέντος
έως ότου γίνει πάλι η σύνθεση των χωρισμένων στοιχείων για ανασύσταση του
ἀναστοιχείωσιν, ὅπερ ἀνάστασις κυρίως καὶ ἔσται καὶ ὀνομάζεται».
διαλυθέντος σώματος, πράγμα το οποίο θα είναι η ανάσταση καί έτσι
ονομάζεται».
40. ΓΡΗΓ. Καὶ ἐγὼ εἶπον, «῎Αριστά μοι δοκεῖς κατὰ τὸ παρὸν
Και εγώ είπα: «Μου φαίνεται ότι με όσα είπες άριστα υποστηρίζεις
συμμεμαχηκέναι τῷ λόγῳ τῆς ἀναστάσεως. Δύνασθαι γὰρ ἂν διὰ
την ιδέα της αναστάσεως. Διότι με τα επιχειρήματά σου είναι δυνατόν οι
τούτων ἠρέμα προσαχθῆναι τοὺς ἀπομαχομένους τῇ πίστει, πρὸς τὸ
αντιτιθέμενοι να πλησιάσουν σιγά σιγά να δεχθούν την πίστη, και να μη
μὴ οἴεσθαι τῶν ἀδυνάτων εἶναι πάλιν ἀλλήλοις συνελθεῖν τὰ στοιχεῖα,
θεωρούν ότι είναι αδύνατο να συγκεντρωθούν πάλι τα στοιχεία και να
καὶ τὸν αὐτὸν ἀπεργάσασθαι ἄνθρωπον».
ξαναφτιάξουν τον άνθρωπο».
ΜΑΚΡ. Καί φησιν ἡ διδάσκαλος· ᾿Αληθὲς τοῦτο λέγεις. ῎Εστι γὰρ
Και η δασκάλα είπε: «Αλήθεια το λες. Διότι είναι δυνατόν ν’ ακούσουμε
λεγόντων ἀκούειν τῶν πρὸς τὸν λόγον τοῦτον ἐνισταμένων, ὅτι εἰς
τους αντίθετους στα επιχειρήματά μας να λένε ότι, αφού τα στοιχεία
τὸ πᾶν κατὰ τὸ συγγενὲς γινομένης τῶν στοιχείων τῆς ἀναλύσεως,
διαλυθούν, και πάει το καθένα στο στοιχείο με το οποίο συγγενεύει, τότε με
τίς μηχανὴ τὸ ἐν τῷδε θερμὸν ἐν τῷ καθόλου γενόμενον συμμιγὲς, τοῦ
ποιο τρόπο το θερμό, που υπάρχει και αναμιγνύεται έπειτα με το καθόλου
συγγενοῦς πάλιν ἀποκριθῆναι πρὸς τὸ συστῆναι τὸν ἀναπλασσόμενον
θερμό, μπορεί πάλι να χωριστεί από το συγγενικό του στοιχείο και να συστήσει
ἄνθρωπον; Εἰ γὰρ μὴ ἀκριβῶς τὸ ἴδιον ἐπανέλθοι, ἐκ δὲ τοῦ ὁμογενοῦς
ξανά τον άνθρωπο που ανασταίνεται; Διότι, αν δεν επανέλθει ακριβώς το ίδιο,
ἀντὶ τοῦ ἰδιάζοντός τι παραληφθείη, ἕτερον ἀνθ᾿ ἑτέρου γενήσεται, καὶ
αλλά ληφθεί κάτι παρόμοιο και όχι το ακριβώς ίδιο, τότε θα βγεί άλλος
οὐκέτι ἂν εἴη τὸ τοιοῦτον ἀνάστασις, ἀλλὰ καινοῦ ἀνθρώπου
άνθρωπος στη θέση άλλου. Κι αυτό δεν θα είναι ανάσταση, αλλά πλάσιμο
δημιουργία. Εἰ δὲ χρὴ τὸν αὐτὸν εἰς ἑαυτὸν πάλιν ἐπανελθεῖν, δι᾿ ὅλου
καινούργιου (άλλου) ανθρώπου. Εάν όμως πρέπει ο ίδιος άνθρωπος ν’
εἶναι προσήκει τὸν αὐτὸν ἑαυτῷ πᾶσι τοῖς τῶν στοιχείων μέρεσι τὴν
αναστηθεί, τότε πρέπει ολόκληρος να επανέλθει στον εαυτό του και να πάρει
ἐξ ἀρχῆς ἐπαναλαβόντα φύσιν».
την αρχική φύση του με όλα τα επιμέρους στοιχεία».
41. ΓΡΗΓ. «Οὐκοῦν, ὡς εἶπον, αὐτάρκης ἡμῖν πρὸς ταύτην τὴν
«Επομένως, είπα, αυτή η αντίληψη για την ψυχή θα ήταν αρκετή για
ἔνστασιν ἡ τοιαύτη περὶ τῆς ψυχῆς ἂν εἴη ὑπόληψις· τὸ οἷς ἐξ ἀρχῆς
αντίκρουση της ενστάσεως· ότι, δηλαδή, η ψυχή με όσα στοιχεία συνυφάνθηκε
ἐνεφύη στοιχείοις τούτοις, καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν παραμένειν, οἷον εἰ
στην αρχή (που δημιουργήθηκε), μ’ αυτά παραμένει και μετά τη διάλυση. Έτσι
φύλακα τῶν οἰκείων καθισταμένην, καὶ ἐν τῇ ἀνακράσει τῇ πρὸς τὸ
καθίσταται σαν φύλακας των δικών της (σωματικών στοιχείων)· και με την
ὁμόφυλον οὐ διαφιεῖσαν τὸ ἴδιον ἐν τῷ λεπτῷ τε καὶ εὐκινήτῳ τῆς
ανάμιξή της με τα ίδιου γένους δεν εγκαταλείπει τα δικά της με την λεπτή και
νοερᾶς δυνάμεως, οὐδεμίαν ἐν τῇ λεπτομερίᾳ τῶν στοιχείων
και ευκίνητη νοερή δύναμή της· δεν ξεγελιέται σε καμιά λεπτομέρεια των
ὑπομένουσαν πλάνην, ἀλλὰ συνδιαλύεσθαι τοῖς ἰδίοις καταμιγνυμένοις
στοιχείων, αλλά διαλύεται μαζί με τα δικά της στοιχεία που πηγαίνουν προς τα
πρὸς τὸ ὁμόφυλον, καὶ μὴ ἀτονεῖν συνδιεξιοῦσαν αὐτοῖς, ὅταν πρὸς τὸ
συγγενή τους (στοιχεία)· και δεν δυσκολεύεται να ενωθεί και πάλι μ’ αυτά,
πᾶν ἀναχέωνται, ἀλλ᾿ ἐν αὐτῷ ἀεὶ μένειν ὅποιπερ αὐτὰ, καὶ ὅπως
ενώνονται σε ένα σύνολο (ανασταίνονται). Μένει πάντοτε μαζί τους, όπου
παρασκευάσῃ ἡ φύσις.
είναι, και όπως η φύση τα συγκροτεί.
»Εἰ δὲ γένοιτο πάλιν παρὰ τῆς τὸ πᾶν οἰκονομούσης δυνάμεως τοῖς
»Κι όταν η δύναμη που οικονομεί τα πάντα (Θεός) δώσει την εντολή να
διαλυθεῖσι πρὸς τὴν συνδρομὴν τὸ ἐνδόσιμον, τότε, καθάπερ εἰ μιᾶς
συγκεντρωθούν πάλι τα διαλυθέντα στοιχεία, τότε συμβαίνει, όπως ακριβώς με
ἀρχῆς ἐξαφθεῖεν σχοῖνοι διάφοροι, ὁμοῦ καὶ κατ᾿ αὐτὸν αἱ πᾶσαι τῷ
τα διάφορα σχοινιά που είναι δεμένα από το ίδιο σημείο· με τη δύναμη που τα
ἐφελκομένῳ συνέπονται· οὕτως ἐν μιᾷ τῇ τῆς ψυχῆς δυνάμει, τῆς τῶν
τραβάει, ενώνονται όλα μαζί. Έτσι , και με τη δύναμη της μιας ψυχής, που
στοιχείων διαφορᾶς ἑλκομένης, ἀθρόως ἐν τῇ συνδρομῇ τῶν οἰκείων,
ελκύει όλα μαζί τα διαφορετικά στοιχεία, με μιας με τη σύνθεση των
ἡ τοῦ σώματος ἡμῶν σειρὰ διὰ τῆς ψυχῆς συμπλακήσεται,
στοιχείων της ψυχής, συγκροτείται η δομή του σώματός μας μέσω της ψυχής·
καταλλήλως ἑκάστου πάλιν πρὸς τὸ ἀρχαῖον καὶ σύνηθες
διότι, το κάθε στοιχείο της ψυχής συνδέεται κατάλληλα με το παλιό και
πλακουμένου, καὶ περιπτυσσομένου τὸ γνώριμον».
συνηθισμένο στοιχείο του σώματος και συνάπτεται με το γνωστό του».
42 ΜΑΚΡ. «᾿Αλλὰ καὶ τοῦτο τὸ ὑπόδειγμα, φησὶν ἡ διδάσκαλος,
«Αλλά κι αυτό το παράδειγμα, πρόσθεσε η δασκάλα, δικαιολογημένα θα
εἰκότως ἂν προστεθείη τοῖς ἐξητασμένοις εἰς ἀπόδειξιν τοῦ μὴ πολλὴν
μπορούσε να προστεθεί στα όσα είπαμε· για ν’ αποδειχθεί ότι η ψυχή δεν
εἶναι τῇ ψυχῇ τὴν δυσκολίαν ἐν τοῖς στοιχείοις διακρίνειν τοῦ
δυσκολεύεται πολύ να διακρίνει ανάμεσα στα στοιχεία το δικό της
ἀλλοτρίου τὸ ἴδιον. Προκείσθω γὰρ τῷ κεραμεύοντι πηλὸς καθ᾿
από το ξένο. Για παράδειγμα, ας προσφέρουμε σ’ ένα κεραμέα πηλό,
ὑπόθεσιν, πολὺς δὲ οὗτος εἶναι δεδόσθω, οὗ τὸ μέν τοι πρὸς τὴν τῶν
και μάλιστα να του δώσουμε πολύ, από τον οποίο ένα μέρος ήδη έχει
σκευῶν ἀπεργασίαν ἤδη τετύπωται, τὸ δὲ μέλλον. Τὰ δὲ σκεύη πάντα
χρησιμοποιηθεί για κατασκευή σκευών, και το υπόλοιπο στο μέλλον. Και τα
μὴ ὁμοειδῶς ἀλλήλοις διεσχηματίσθω, ἀλλὰ τὸ μὲν πίθος, τὸ δὲ
σκεύη ας μην έχουν το ένα με το άλλο το ίδιο σχήμα· άλλο να είναι πιθάρι,
ἀμφορεὺς, ἕτερον δὲ πινάκιον, ἢ τριβλίον, ἢ ἄλλο τι τῶν κατὰ τὴν
άλλο αμφορέας ή πινάκιο ή τριβλίο ή κάτι άλλο απο τα αναγκαία στην
χρῆσιν ἐπιτηδείων ἔστω, ταῦτα δὲ πάντα μὴ εἷς κεκτήσθω, ἀλλ᾿ ἴδιον
καθημερινή χρήση· ας υποθέσουμε ακόμη ότι όλα αυτά δεν ανήκουν σ’ έναν,
ἑκάστου δεσπότου, ὑποκείσθω τῷ λόγῳ.
αλλά το καθένα έχει τον κάτοχό του.
43. »Οὐκοῦν ἕως ἂν συνεστήκει, ταῦτα φανερά τε τοῖς ἔχουσι γίνεται·
»Αυτά, λοιπόν, τα σκεύη όσο διατηρούνται, οι κάτοχοί τους τα αναγνωρίζουν·
κἂν συντριβείη πάλιν, οὐδὲν ἧττον γνώριμα ἀπὸ τῶν συντριμμάτων
και να σπάσουν όμως πάλι, οι κτήτορές τους θα τ’ αναγνωρίσουν στον ίδιο
τοῖς κεκτημένοις ἔσται, τὸ μὲν τὸ ἐκ τοῦ πίθου, ποῖον δὲ τὸ ἐκ τοῦ
βαθμό από τα κομμάτια τους· θα δείχνουν ποιό ανήκει στο πιθάρι και ποιό
ποτηρίου τρύφος ἐστίν. Εἰ δὲ καὶ πρὸς τὸν ἀκατέργαστον καταμιχθείη
είναι κομμάτι του ποτηρίου. Κι αν κάτι αναμιχθεί με τον ακατέργαστο πηλό,
πηλὸν, πολὺ μᾶλλον ἀπλανὴς ἡ διάγνωσις τῶν ἤδη κατειργασμένων
τότε η αναγνώριση του ήδη κατεργασμένου πηλού γίνεται αλάνθαστα από τον
ἀπ᾿ ἐκείνου γίνεται.
ακατέργαστο.
»Οὕτως οἷόν τι σκεῦος, ὁ καθ᾿ ἕκαστόν ἐστιν ἄνθρωπος, ἐκ τῆς
»Έτσι ο κάθε άνθρωπος είναι σαν το σκεύος·
συνδρομῆς τῶν στοιχείων ἀπὸ τῆς κοινῆς ὕλης ἀνατετυπωμένος, ἐν
πλάστηκε από τη συνδρομή των στοιχείων της κοινής ύλης, αλλά με την
ἰδιάζοντι πάντως τῷ σχήματι πολλὴν πρὸς τὸ ὁμογενὲς τὴν διαφορὰν
ιδιαίτερη μορφή του παρουσιάζει μεγάλη διαφορά προς τους ομογενείς του.
ἔχων. Οὗ διαλυθέντος οὐδὲν ἧττον καὶ ἀπὸ τῶν λειψάνων ἡ κεκτημένη
Όταν το ανθρώπινο σκεύος διαλυθεί, η ψυχή που κατέχει το σκεύος (σώμα) το
τὸ σκεῦος ψυχὴ τὸ οἰκεῖον ἐπιγινώσκει, οὔτε ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῶν
αναγνωρίζει και από τα λείψανά του· διότι δεν απομακρύνεται από το δικό της
συντριμμάτων, οὔτε εἰ πρὸς τὸ ἀκατέργαστον τῆς τῶν στοιχείων
σκεύος ούτε στη διάλυση των κομματιών του ούτε αν αναμιχθεί με την
ὕλης καταμιχθείη, τοῦ οἰκείου ἀφισταμένη, ἀλλ᾿ ἀεὶ ἐπισταμένη τὸ
ακατέργαστη ύλη των στοιχείων· αλλά, πάντοτε (η ψυχή) αναγνωρίζει το δικό
ἴδιον, οἷόν τε συνεστὼς ἐν τῷ σχήματι ἦν, καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν ἐκ τῶν
της σκεύος όπως ήταν ενωμένο σε ενιαία μορφή· ακόμη και μετά διάλυσή του
ἀπομεινάντων σημείων τοῖς λειψάνοις οὐ πλανωμένη περὶ τὸ ἴδιον.
δεν λαθεύει στην αναγνώριση του δικού της σκεύους, διότι την οδηγούν τα
εναπομείναντα σημάδια στα λείψανά του.
44. ΓΡΗΓ. ᾿Επιδεξάμενος δὲ τὰ εἰρημένα ὡς προσφυῶς τε καὶ οἰκείως
Αφού αποδέχτηκα εγώ όσα είπε, ότι εξυπηρετούν απόλυτα και ορθά το ζήτημα
πρὸς τὸν προκείμενον εὑρεθέντα σκοπὸν, «ταῦτα μὲν οὕτως, εἶπον,
που εξετάζουμε, είπα: «αυτά πράγματι είναι καλό έτσι να τα λέμε και
λέγεσθαί τε καὶ πιστεύεσθαι καλῶς ἔχει· εἰ δέ τις τὸ ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ
να τα πιστεύουμε. Εάν όμως κάποιος φέρει ως αντίλογο τη διήγηση του
τοῦ Κυρίου περὶ τῶν ἐν ᾅδου διήγημα πρὸς τὰ εἰρημένα προσφέροι,
Κυρίου στο Ευαγγέλιο σχετικά με τον άδη, και υποστηρίξει ότι δεν συμφωνεί
ὡς οὐ συμβαῖνον τοῖς ἐξητασμένοις, πῶς χρὴ παρασκευάσασθαι
με τα αποτελέσματα της συζητήσεως, ποιά απάντηση θα πρέπει να δώσουμε
πρὸς τὴν ἀπόκρισιν;».
σ’ αυτόν;».
45. ΜΑΚΡ. ῾Η διδάσκαλος δὲ, «σωματικώτερον μὲν, φησὶν, ὁ λόγος
Η δασκάλα απάντησε: «Ο λόγος παρουσιάζει την ευαγγελική διήγηση πιο
ἐκτίθεται τὸ διήγημα, πολλὰς δὲ κατασπείρει τὰς ἀφορμὰς, δι᾿ ὧν εἰς
υλιστική· αφήνει όμως πολλές υπόνοιες, με τις οποίες προσκαλεί τον γνώστη
λεπτοτέραν θεωρίαν ἐκκαλεῖται τὸν ἐξεταστὴν ἐπαΐοντα. ῾Ο γὰρ
ερευνητή σε υψηλότερη θεωρία. Διότι εκείνος που χωρίζει με μεγάλο χάσμα
χάσματι μεγάλῳ διείργων τὸ κακὸν ἐκ τοῦ κρείττονος, σταγόνος τέ
το κακό από το αγαθό, και κάνει τον άνθρωπο που υποφέρει να επιθυμεί μια
τινος δακτύλῳ κομιζομένης ἐπιδεᾶ ποιήσας τὸν ὀδυνώμενον, καὶ
σταγόνα νερού που θα του δοθεί με το δάχτυλο, και παρουσιάζει τον τόπο του
πατριάρχου κόλπον τῷ διὰ τῆς ζωῆς ταύτης κεκακωμένῳ ὑποθεὶς
πατριάρχη ως τόπο αναπαύσεως για τον ταλαιπωρημένο στην παρούσα ζωή
ἀνάπαυσιν, πρὸ τούτων δὲ καὶ τὸ τεθνᾶναι αὐτοὺς, καὶ ταφῇ δοθῆναι
και διηγείται πρώτα απ’ όλα το θάνατο και την ταφή τους (του πλούσιου και
διηγησάμενος, οὐ μικρῶς ἀφίστησι τῆς κατὰ πρόχειρον διανοίας τὸν
του φτωχού Λαζάρου), αυτός (με όλα αυτά) οδηγεί το συνετό ακροατή πολύ
μὴ ἀσυνέτως τοῖς λεγομένοις ἑπόμενον.
πιο πέρα από έναν επιπόλαιο προβληματισμό.
»Ποίους γὰρ ὀφθαλμοὺς ἐπαίρει ἐν τῷ ᾅδῃ ὁ πλούσιος, τοὺς τῆς
»Διότι ποιά μάτια σηκώνει ψηλά στον άδη ο πλούσιος, αφού άφησε ήδη τα
σαρκὸς ἐναφεὶς τῷ τάφῳ; Πῶς δὲ φλογὸς ᾐσθάνετο τὸ ἀσώματον;
σωματικά μέσα στον τάφο; Πώς πάλι η ασώματη ύπαρξη αισθανόταν φωτιά;
Ποίαν δὲ γλῶσσαν καταψυχθῆναι διὰ τῆς σταγόνος ἐπιθυμεῖ, τῆς
Ποιά γλώσσα, επίσης, επιθυμεί να δροσίσει με τη σταγόνα του νερού, αφού
σαρκίνης αὐτῷ μὴ παρούσης; Τίς δὲ ὁ διακομίζων αὐτῷ τὴν ῥανίδα
δεν έχει πλέον σάρκινη γλώσσα; Ποιό δάχτυλο υπάρχει για να του φέρει τη
δάκτυλος; Αὐτὸς δὲ ὁ κόλπος τῆς ἀναπαύσεως, τίς;
σταγόνα (του νερού); Ποιός πάλι είναι αυτός ο κόλπος της αναπαύσεως;
»Τῶν γὰρ σωμάτων ἐν τάφοις ὄντων, τῆς δὲ ψυχῆς οὔτε ἐν σώματι
»Διότι, αφού τα σώματα είναι στους τάφους, και η ψυχή δεν είναι ούτε στο
οὔσης, οὔτε ἐκ μερῶν συνεστώσης, ἄπορον ἂν εἴη τὴν τοῦ διηγήματος
σώμα ούτε συνίσταται σε μέρη, είναι αδύνατον ν’ ανταποκριθούν στην αλήθεια
διασκευὴν κατὰ τὸ προχείρως νοούμενον ἐφαρμόσαι τῇ ἀληθείᾳ, εἰ μή
τα στοιχεία της διηγήσεως, εάν τα ερμηνεύσουμε κατά γράμμα. Εκτός εάν
τις μεταλάβῃ τὰ καθ᾿ ἕκαστον εἰς νοητὴν θεωρίαν· ὥστε χάσμα τὸ
εξηγήσει κανείς το καθένα με αλληγορική σημασία· έτσι, χάσμα νοείται όχι
διεῖργον τῶν ἀμίκτων τὴν κοινωνίαν, μὴ γῆς διάστασιν οἴεσθαι· τῷ
απόσταση γης, αλλά αυτό που εμποδίζει την επαφή των αντιθέτων· διότι, ποιά
γὰρ ἀσωμάτῳ καὶ νοερῷ, τίς πόνος διαπτῆναι τὸ χάσμα, καὶ εἰ
δυσκολία εμποδίζει την ασώματη και νοερή ύπαρξη να διαβεί το χάσμα, όσο
μήκιστον ἦν; Διότι τὸ νοερὸν τῇ φύσει, ἐν ᾧπερ ἂν ἐθέλῃ ἀχρόνως
μεγάλο κι αν είναι; Καθόσον αυτό που είναι νοερό στη φύση του, βρίσκεται
γίνεται».
όπου θέλει αχρόνως».
46. ΓΡΗΓ. «Τί οὖν ἂν εἴη, φημὶ, τὸ πῦρ, ἢ τὸ χάσμα, ἢ τὰ λοιπὰ τῶν
«Τί είναι, λοιπόν, ρώτησα, η φωτιά, το χάσμα και τα υπόλοιπα της διηγήσεως,
εἰρημένων, ἢ μὴ ἃ λέγεται;».
εάν δεν είναι εκείνα που λέγονται;».
ΜΑΚΡ. «᾿Εμοὶ δοκεῖ, φησὶ, δόγματά τινα περὶ τῶν κατὰ ψυχὴν
«Μου φαίνεται, απάντησε εκείνη, ότι με το καθένα απ’ αυτά δηλώνει το
ζητουμένων δι᾿ ἑκάστου τούτων ὑποσημαίνειν τὸ Εὐαγγέλιον.
Ευαγγέλιο κάποια δόγματα για τα ζητήματα της ψυχής.
Προειπὼν γὰρ πρὸς τὸν πλούσιον ὁ πατριάρχης, ὅτι ἀπέσχες τῷ διὰ
Διότι, όταν ο πατριάρχης είπε πρώτα στον πλούσιο, ότι απόλαυσες στην επίγεια
σαρκὸς βίῳ τῶν ἀγαθῶν τὴν μοῖραν, καὶ περὶ τοῦ πτωχοῦ τὸ ἶσον
ζωή σου το μερίδιο των αγαθών, και για το φτωχό είπε το ίδιο, ότι δηλαδή
εἰπὼν, ὅτι καὶ οὗτος ἀπέπλησε παρὰ τὸν βίον τῆς τῶν κακῶν
και αυτός στην επίγεια ζωή του ξεπλήρωσε το καθήκον της δοκιμασίας
μετουσίας λειτουργίας· εἶθ᾿ οὕτως ἐπαγαγὼν περὶ τοῦ χάσματος,
των θλίψεων· κι έπειτα, όταν φέρνει το λόγο για το χάσμα, ότι δηλαδή μεταξύ
ὡς ἀπ᾿ ἀλλήλων διατειχίζονται, μέγα τι διὰ τούτων ἔοικεν
τους χωρίζονται με αγεφύρωτη απόσταση, νομίζω ότι με όλα αυτά τα λόγια
ὑποδεικνύειν τῷ λόγω.
υπονοεί κάποιο σπουδαίο δόγμα.
47. »Τὸ δὲ δόγμα, κατά γε τὸν ἐμὸν λόγον, τοιοῦτόν ἐστι· Μονοειδὲς ἦν
»Και κατά τη δική μου αντίληψη, το δόγμα είναι το εξής: η ζωή των ανθρώπων
ἡ τῶν ἀνθρώπων ζωὴ, μονοειδὲς δὲ λέγω τὴν ἐν μόνῳ τῷ ἀγαθῷ
ήταν μονόπλευρη· μονόπλευρη εννοώ ότι ήταν στραμμένη μόνο στο αγαθό,
ὁρωμένην, καὶ πρὸς τὸ κακὸν ἀνεπίμικτον. Τὸν δὲ τοιοῦτον λόγον ὁ
και δεν είχε καμία ανάμιξη με το κακό. Την αλήθεια αυτή την αποδεικνύει
πρῶτος τοῦ Θεοῦ νόμος μαρτυρεῖται, ὁ τοῦ παντὸς μὲν δοὺς τῶν ἐν
ο πρώτος νόμος του Θεού· αυτός έδινε εντολή στον άνθρωπο
τῷ παραδείσῳ καλῶν ἄφθονον τῷ ἀνθρώπῳ τὴν μετουσίαν,
στον παράδεισο να γεύεται όλα τα αγαθά·
ἀπείργων δὲ μόνου ἐκείνου ᾧ σύμμικτος ἦν ἐκ τῶν ἐναντίων ἡ φύσις,
απαγόρευε μόνον εκείνο τον καρπό, ο οποίος ήταν μικτός στη φύση του,
τοῦ κακοῦ πρὸς τὸ καλὸν συγκεκραμένου, θάνατον ἐπιθεὶς τῷ
αποτελούμενος και από το κακό και από το καλό. Στον παραβάτη επέβαλε
παρανομήσαντι τὴν ζημίαν.
ως τιμωρία το θάνατο.
»᾿Αλλ᾿ ἑκουσίως ὁ ἄνθρωπος ἐν τῷ αὐτεξουσίῳ κινήματι καταλιπὼν
»Ο άνθρωπος, βέβαια, ελεύθερα με την αυτεξούσια θέλησή του εγκατέλειψε
τὴν ἀμιγῆ τοῦ χείρονος μοῖραν, τὴν ἐκ τῶν ἐναντίων σύγκρατον ζωὴν
την απείραχτη από το κακό κατάστασή του και διάλεξε την ανάμικτη ζωή από
ἐπεσπάσατο. Οὐ μὴν ἀφῆκεν ἡ θεία προμήθεια τὴν ἀβουλίαν ἡμῶν
τα αντίθετα. Η θεία πρόνοια όμως δεν άφησε αδιόρθωτη την απερισκεψία
ἀδιόρθωτον. ᾿Αλλ᾿ ἐπειδὴ τοῖς παραβεβηκόσι τὸν νόμον ὁ κριθεὶς ἐπ᾿
μας. Αλλά, επειδή για τους παραβάτες του νόμου επακολούθησε υποχρεωτικά
αὐτῷ θάνατος ἀναγκαίως ἐπηκολούθησε, διχῆ μερίσας τὴν
ο θάνατος που ορίστηκε ως τιμωρία· και χώρισε στα δύο την ανθρώπινη ζωή,
ἀνθρωπίνην ζωὴν, εἴς τε τὴν διὰ σαρκὸς ταύτην, καὶ εἰς τὴν ἔξω τοῦ
σ’ εκείνη μέσα στο σώμα και σ’ αυτήν έξω από το σώμα, που ακολουθεί μετά·
σώματος μετὰ ταύτην, οὐ κατὰ τὸ ἶσον μέτρον τοῦ διαστήματος,
(ο Θεός όμως) τη χρονική διάρκεια (των δύο καταστάσεων) δεν την όρισε ίση,
ἀλλὰ τὴν μὲν βραχυτάτῳ τινὶ τῷ χρονικῷ περιγράψας ὅρῳ· τὴν δὲ
αλλά την πρώτη (επίγεια ζωή) την όρισε να διαρκεί πολύ σύντομο χρόνο· την
παρατείνας εἰς τὸ ἀΐδιον, ἐξουσίαν ἔδωκεν ὑπὸ φιλανθρωπίας, ἐν ᾧ τις
άλλη όμως την παρέτεινε στην αιωνιότητα. Από αγάπη για τον άνθρωπο έδωσε
βούλεται, τούτων ἑκάτερον ἔχειν τό τε ἀγαθὸν λέγω καὶ τὸ κακὸν,
την εξουσία ώστε, εάν κάποιος θέλει, να εκλέγει το ένα από τα δύο, εννοώ το
ἢ κατὰ τὸν βραχὺν τοῦτον καὶ ὠκύμορον βίον, ἢ κατὰ τοὺς
καλό και το κακό· να ζήσει, δηλαδή, ή τη σύντομο και προσωρινή παρούσα ζωή
ἀτελευτήτους ἐκείνους αἰῶνας, ὧν πέρας ἡ ἀπειρία ἐστίν.
ή αυτήν που πάει στους απέραντους αιώνες και δεν έχει τέλος.
»῾Ομωνύμως δὲ λεγομένου τοῦ τε ἀγαθοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, καὶ ἑκατέρου
»Επειδή όμως το καλό και το κακό λέγονται με την ίδια ονομασία,
τούτων πρὸς διπλῆν ἔννοιαν μεριζομένου πρὸς νοῦν τε λέγω καὶ
και το καθένα από τα δύο έχει διπλή έννοια, την νοητική και την αισθητική,
αἴσθησιν, καὶ τῶν μὲν τοῦτο ἐν ἀγαθοῦ μοίρᾳ κρινόντων ὅπερ ἂν ἡδὺ
ορισμένοι θεωρούν ως αγαθό αυτό που φαίνεται ευχάριστο στις αισθήσεις.
τῇ αἰσθήσει δόξῃ· τῶν δὲ μόνον τὸ κατὰ διάνοιαν θεωρούμενον
Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι αγαθό είναι και καλείται αυτό το οποίο θεωρεί
πεπιστευκότων ἀγαθὸν εἶναι καὶ ὀνομάζεσθαι.
ως αγαθό μόνον ο νους.
»Οἷς μὲν ἀγύμναστός ἐστιν ὁ λογισμὸς, καὶ τοῦ βελτίονος
Όσοι, λοιπόν, έχουν απαίδευτο το λογισμό τους, διότι δεν σκέφτεται
ἀνεπίσκεπτος, οὗτοι ὑπὸ λαιμαργίαν ἐν τῷ σαρκίνῳ βίῳ τὴν
το αγαθό, αυτοί από λαιμαργία ξοδεύουν στην παρούσα ζωή τους
χρεωστουμένην τῇ φύσει τοῦ ἀγαθοῦ μοῖραν προαναλίσκουσιν, οὐδὲν
τα καλά αγαθά που αναλογούν στη φύση τους· δεν αποταμιεύουν τίποτε
τῷ μετὰ ταῦτα βίῳ ταμιευόμενοι· οἱ δὲ λογισμῷ διακριτικῷ τε καὶ
για την άλλη ζωή. Αντίθετα, εκείνοι που εξοικονομούν τη ζωή τους με
σώφρονι τὴν ἑαυτῶν οἰκονομοῦντες ζωὴν, ἐν τῷ βραχεῖ τούτῳ βίῳ
διάκριση και σωφροσύνη, ενοχλούνται στην σύντομη παρούσα ζωή
διὰ τῶν τὴν αἴσθησιν λυπούντων ἀνιαθέντες, τῷ ἐφεξῆς αἰῶνι τὸ
από τις λυπηρές εμπειρίες των αισθήσεων· αποταμιεύουν όμως τα αγαθά
ἀγαθὸν ταμιεύονται, ὥστε αὐτοῖς τῇ ἀϊδίῳ ζωῇ τὴν κρείττω λῆξιν
για τη μέλλουσα ζωή, ώστε η καλύτερη τύχη να παρατείνεται γι’ αυτούς μαζί
συμπαρατείνεσθαι.
με την αιωνιότητα.
48. »Τοῦτο οὖν ἐστιν, ὥς γε ὁ ἐμὸς λόγος, τὸ χάσμα, ὃ οὐχὶ γῆς
»Αυτό είναι, λοιπόν, σύμφωνα με την άποψή μου, το χάσμα, το οποίο δεν
διασχούσης γίνεται, ἀλλ᾿ ἡ παρὰ τὸν βίον κρίσις πρὸς τὰς ἐναντίας
σχηματίζεται επειδή χωρίζεται στα δύο η γη, αλλά το δημιουργεί η επιλογή της
προαιρέσεις διασχισθεῖσα ποιεῖ. ῾Ο γὰρ ἅπαξ τὸ ἡδὺ κατὰ τὸν βίον
ζωής που διαιρείται σε αντίθετες προτιμήσεις. Εκείνος που διάλεξε εφάπαξ την
τοῦτον ἑλκόμενος, καὶ μὴ θεραπεύσας ἐκ μεταμελείας τὴν ἀβουλίαν,
απόλαυση στην παρούσα ζωή και δεν μετανόησε για να θεραπεύσει την
ἄβατον ἑαυτῷ μετὰ ταῦτα τὴν τῶν ἀγαθῶν χώραν ἐργάζεται, τὴν
απερισκεψία του, έκανε απροσπέλαστο για τον εαυτό του τον τόπο των αγαθών
ἀδιάβατον ταύτην ἀνάγκην, καθάπερ τι βάραθρον ἀχανές τε καὶ
στην άλλη ζωή· δημιούργησε σε βάρος του την αξεπέραστη αυτή κατάσταση,
ἀπαρόδευτον καθ᾿ ἑαυτοῦ διορύξας.
σαν κάποια αχανή και αδιάβατη χαράδρα.
49. »Διό μοι δοκεῖ καὶ τὴν ἀγαθὴν τῆς ψυχῆς κατάστασιν, ἐν ᾗ τὸν τῆς
»Γι’ αυτό, μου φαίνεται ότι και την αγαθή κατάσταση της ψυχής την ονομάζει
ὑπομονῆς ἀθλητὴν ἀναπαύει ὁ λόγος, κόλπον τοῦ ᾿Αβραὰμ ὀνομάσαι.
ο (εαυγγελικός) λόγος κόλπο του Αβραάμ, στον οποίο αναπαύεται ο αθλητής
Πρῶτος γὰρ οὗτος ὁ πατριάρχης τῶν πώποτε γεγονότων ἱστόρηται
της υπομονής. Διότι πρώτος απ’ όλους τους ανθρώπους αυτός ο πατριάρχης
τὴν ἐλπίδα τῶν μελλόντων τῆς ἀπολαύσεως τῶν παρόντων
λέγεται ότι προτίμησε την ελπίδα των μελλοντικών αγαθών αντί για την
ἀνταλλαξάμενος, ὅς γε πάντων γυμνωθεὶς, ἐν οἷς ἦν αὐτῷ καταρχὰς
απόλαυση των παρόντων. Αυτός στερήθηκε όλα τα αγαθά που είχε στην αρχή
ἡ ζωὴ, ἐν ἀλλοτρίοις εἶχε τὴν δίαιταν, διὰ τῆς παρούσης κακοπαθείας,
της ζωής του, και ζούσε ανάμεσα σε ξένους· εξασφάλισε έτσι, με την
τὴν ἐλπιζομένην εὐκληρίαν ἐμπορευόμενος.
κακοπάθεια της παρούσης ζωής, τη μελλοντική μακαριότητα.
»῞Ωσπερ οὖν τὴν ποιὰν τοῦ πελάγους περιγραφὴν ἐκ καταχρήσεώς
»Όπως ακριβώς, λοιπόν, ονομάζουμε καταχρηστικά ένα ορισμένο μέρος της
τινος ὀνομάζομεν κόλπον, οὕτω δοκεῖ τῶν ἀμετρήτων ἐκείνων
θάλασσας κόλπο, έτσι, μου φαίνεται, ο (ευαγγελικός) λόγος με το όνομα του
ἀγαθῶν τὴν ἔνδειξιν ὁ λόγος τῷ τοῦ κόλπου διασημαίνειν ὀνόματι, ᾧ
κόλπου υπονοεί τα αμέτρητα εκείνα αγαθά. Διότι στον κόλπο, όλοι όσοι
πάντες οἱ δι᾿ ἀρετῆς τὸν παρόντα διαπλέοντες βίον, ὅταν ἐντεῦθεν
διακινδυνεύουν με την άσκηση των αρετών την παρούσα ζωή, όταν θα φύγουν
ἀπαίρωσιν, ὥσπερ ἐν ἀκατακλύστῳ λιμένι τῷ ἀγαθῷ κόλπῳ τὰς
απ’ αυτήν, θ’ αράξουν τις ψυχές τους στον κόλπο των αγαθών, σαν ασφαλές
ψυχὰς ἐνορμίζονται, τοῖς δὲ λοιποῖς ἡ τῶν φαινομένων αὐτοῖς ἀγαθῶν
λιμάνι. Για τους υπόλοιπους, όμως, αυτή η στέρηση των αγαθών που υπάρχουν
στέρησις φλὸξ γίνεται τὴν ψυχὴν διασμύχουσα, ῥανίδος τινὸς ἐκ τοῦ
εκεί (στον κόλπο) γίνεται φλόγα που καίει την ψυχή τους· έχει ανάγκη (η ψυχή
πελάγους τῶν τοὺς ὁσίους περικλυζόντων ἀγαθῶν εἰς παραμυθίαν
τους) κάποια σταγόνα από το πέλαγος των αγαθών που κατακλύζουν τους
προσδεομένη, καὶ οὐ τυγχάνουσα.
δικαίους, για να παρηγορηθεί· αλλά δεν το πετυχαίνει.
»Γλῶσσαν δὲ καὶ ὀφθαλμὸν, καὶ δάκτυλον, καὶ τὰ λοιπὰ τῶν
»Ακούοντας, επίσης, στον (ευαγγελικό) λόγο για τα ασώματα, ονόματα όπως
σωματικῶν ὀνομάτων ἐν τῷ διαλόγῳ τῶν ἀσωμάτων βλέπων, τὸν
γλώσσα, οφθαλμός, δάχτυλο και την παρόμοια σχετική ορολογία για το
καταστοχασμὸν, ἡμῖν ἤδη νοηθέντι περὶ ψυχῆς λόγῳ συμφώνως ἔχειν
σώμα, θα παραδεχθείς ότι αυτά – εάν εξετάσεις την έννοια των ονομάτων–
ὁμολογήσεις, ἐπισκεψάμενος τῶν ῥητῶν τὴν διάνοιαν. ῞Ωσπερ γὰρ
συμφωνούν με όσα στοχαστήκαμε για το θέμα της ψυχής. Διότι, όπως η
ὅλου τοῦ σώματος ἡ τῶν στοιχείων συνδρομὴ ποιεῖ τὴν οὐσίαν,
συνδρομή όλων των στοιχείων του σώματος συγκροτεί την ουσία του,
οὕτως εἰκὸς καὶ τῶν ἐν τῷ σώματι μερῶν ἐκ τῆς αὐτῆς αἰτίας
έτσι είναι εύλογο η ίδια αιτία (συνδρομή) να ολοκληρώνει τη φύση των μερών,
συμπληροῦσθαι τὴν φύσιν.
που αποτελούν το σώμα.
50. »Εἰ οὖν πάρεστιν ἡ ψυχὴ τοῖς ἐκ τοῦ σώματος στοιχείοις πρὸς τὸ
»Εάν, λοιπόν, παραβρίσκεται η ψυχή στα στοιχεία του σώματος, τα οποία
πᾶν ἀναμιχθεῖσιν, οὐ μόνον τὸ πλήρωμα τῶν εἰς ὅλον τὸ σύγκριμα
αναμίχθηκαν με το σύμπαν (μετά θάνατο), τότε όχι μόνο θα γνωρίσει όλο το
συνδεδραμηκότων γνωρίσει, καὶ ἐν αὐτοῖς ἔσται· ἀλλ᾿ οὐ τὴν
πλήθος των στοιχείων που συνέθεσαν το σώμα, και θα βρίσκεται σ’ αυτά· αλλά,
ἰδιάζουσαν ἑκάστου τῶν μερῶν σύστασιν ἀγνοήσει, διὰ ποίων τῶν
θα γνωρίσει και την ιδιαίτερη σύσταση κάθε μέρους του συνόλου, δηλαδή με
ἐν τοῖς στοιχείοις μορίων ἀποτελεσθῇ τὰ ἐν ἡμῖν μέλη. Τὴν οὖν ἐν
ποιά μόρια των στοιχείων σχηματίστηκαν τα μέλη του σώματός μας. Δεν είναι,
παντὶ οὖσαν τῷ τῶν στοιχείων πληρώματι, καὶ ἐν τοῖς καθ᾿ ἕκαστον
λοιπόν, παράδοξο η ψυχή, που βρίσκεται σ’ όλο το σύνολο της συνθέσεως των
εἶναι, οὐδὲν ἔξω τοῦ εἰκότος ἐστίν· καὶ οὕτω πρὸς τὰ στοιχεῖά τις
στοιχείων, να βρίσκεται και σε κάθε μόριο. Έτσι, βλέποντας κανείς τα στοιχεία,
βλέπων, οἷς ἐνυπάρχει τῇ δυνάμει τὰ καθ᾿ ἕκαστον μέλη τοῦ σώματος,
στα οποία μέσα υπάρχουν δυνάμει τα ιδιαίτερα μέλη του σώματος, δεν θα
δάκτυλόν τε περὶ αὐτὴν εἶναι καὶ ὀφθαλμὸν καὶ γλῶσσαν, καὶ τὰ ἄλλα
κάνει σφάλμα να εννοήσει ότι η Γραφή για αυτά ομιλεί όταν αναφέρεται, μετά
πάντα μετὰ τὴν διάλυσιν τοῦ συγκρίματος τὴν Γραφὴν λέγειν
τη διάλυση του σώματος, σε δάχτυλο, οφθαλμό, γλώσσα και σ’ όλα τα
ὑπονοῶν, τοῦ εἰκότος οὐχ ἁμαρτήσεται.
υπόλοιπα μέλη.
»Εἰ οὖν τὰ καθ᾿ ἕκαστον ἀπάγει τὸν νοῦν τῆς σωματικῆς περὶ τοῦ
»Εάν, λοιπόν, η εξέταση του καθένα (στοιχείου) μεταφέρει το νου μακριά από
διηγήματος ὑπολήψεως, εἰκὸς δήπου καὶ τὸν μνημονευθέντα νῦν ᾅδην
σωματική εκδοχή της διηγήσεως, είναι εύλογο και η αναφορά τώρα σε άδη,
μὴ τόπον τινὰ οὕτως ὀνομαζόμενον οἴεσθαι, ἀλλά τινα κατάστασιν
να μην υπονοεί κάποιον τόπο που έχει αυτό το όνομα, αλλά να εννοεί μια
ζωῆς ἀειδῆ καὶ ἀσώματον, ᾗ τὴν ψυχὴν ἐμβιοτεύειν παρὰ τῆς Γραφῆς
κατάσταση βίου, αιώνια και ασώματη· σ’ αυτήν, μας διδάσκει η Γραφή, ζει
ἐκδιδασκόμεθα.
η ψυχή.
»᾿Αλλὰ καὶ ἕτερον ἐν τῷ κατὰ τὸν πλούσιον καὶ πτωχὸν διηγήματι
»Αλλά, στη διήγηση για τον πλούσιο και το φτωχό (Λάζαρο), καί κάποιο άλλο
δόγμα μανθάνομεν, ὃ πολλὴν ἔχει πρὸς τὰ ἐξητασμένα τὴν οἰκειότητα.
δόγμα μαθαίνουμε, το οποίο έχει μεγάλη ομοιότητα με όσα εξετάσαμε.
᾿Εποίησεν ἐκεῖνον τὸν ἐμπαθῆ καὶ φιλόσαρκον, ἐπειδὴ τὸ ἄφυκτον εἶδε
Παρουσίασε (η διήγηση) εκείνο τον εμπαθή και φιλόσαρκο (πλούσιο), όταν
τῆς παρ᾿ ἑαυτοῦ συμφορᾶς, φροντίδα τῶν ὑπὲρ γῆς αὐτῷ κατὰ τὸ
είδε ότι η καταδίκη του ήταν αναπόφευκτη, να φροντίζει για τους συγγενείς του
γένος προσηκόντων ἔχειν, καὶ τοῦ ᾿Αβραὰμ εἰπόντος μὴ ἀπρονόητον
που ήταν στη γη, ώστε να κάμουν το ορθό· και ο Αβραάμ απάντησε ότι ο Θεός
εἶναι τῶν ἐν σαρκὶ ζώντων βίον, ἀλλὰ κατ᾿ ἐξουσίαν προκεῖσθαι αὐτοῖς
δεν άφησε αφρόντιστη την επίγεια ζωή των ανθρώπων· αλλά μπορούν, εάν
τὴν ἐκ τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν χειραγωγίαν· ἔτι παραμένειν
θέλουν,να γνωρίσουν την ορθή ζωή από τη διδασκαλία του νόμου και των
προσλιπαροῦντα τὸν δίκαιον, ὅπως ἂν ἐκ τοῦ παραδόξου πιθανὸν
προφητών. (Ο πλούσιος) όμως εξακολουθεί να παρακαλεί τον δίκαιο (Αβραάμ),
αὐτοῖς τὸ κήρυγμα γένοιτο, ὑπό τινος ἐκ τῶν νεκρῶν ἀναβεβιωκότος
λέγοντας ότι η διδασκαλία θα έχει αποτέλεσμα μόνο με τρόπο θαυματουργικό,
καταγγελλόμενον».
εάν δηλαδή κάποιος από τους νεκρούς αναστηθεί και τους διδάξει».
51. ΓΡΗΓ. «Τί οὖν, εἶπον, ἐν τούτοις ἐστὶ τὸ δόγμα;».
«Ποιό δόγμα, λοιπόν, ρώτησα, υπάρχει σ’ αυτή τη διήγηση;».
ΜΑΚΡ. «᾿Επειδὴ, φησὶ, τοῦ μὲν Λαζάρου πρὸς τοῖς παροῦσιν ἄσχολός
«Η ψυχή του Λαζάρου, απάντησε εκείνη, δεν ενδιαφέρεται για τα παρόντα
ἐστιν ἡ ψυχὴ, καὶ πρὸς οὐδὲν τῶν καταλειφθέντων ἑαυτὴν ἐπιστρέφει,
και δεν επιστρέφει σε τίποτε απ’ όσα άφησε πίσω της στη γη· ο πλούσιος όμως
ὁ δὲ πλούσιος οἱονεὶ ἰξῷ τινι τῇ σαρκίνῃ ζωῇ καὶ μετὰ θάνατον ἔτι
είναι προσκολλημένος σαν ιξός στη σαρκική ζωή ακόμη και μετά το θάνατο·
προσίσχεται, ἣν οὐδὲ παυσάμενος τοῦ ζῇν καθαρῶς ἀπεδύσατο, ἀλλ᾿
απ’ αυτήν δεν απαλλάχτηκε τελείως κι όταν έπαψε να ζει, αλλά ακόμη
ἔτι αὐτῷ διὰ φροντίδος ἐστὶν ἡ σὰρξ καὶ τὸ αἷμα δι᾿ ὧν γὰρ τοὺς
φροντίζει για τη σάρκα και το αίμα·
κοινωνοῦντας αὐτῷ τοῦ γένους ἐξαιρεθῆναι τῶν κακῶν δεῖται, δῆλός
αφού παρακαλεί ν’ απαλλαγούν οι συγγενείς του από τα κακά, είναι φανερό
ἐστι μήπω τῆς σαρκικῆς ἐκλυθεὶς προσπαθείας, ἐκ τούτων, φησὶ, τῶν
ότι δεν έχει ακόμη ελευθερωθεί από τις γήϊνες φροντίδες. Με όλες αυτές τις
διηγημάτων οἰόμεθα τοῦτο δογματίζειν τὸν Κύριον, τὸ δεῖν ὅτι
διηγήσεις, θεωρούμε ότι ο Κύριος θεμελιώνει το εξής δόγμα: αυτοί που
μάλιστα τοὺς ἐν σαρκὶ βιοτεύοντας, διὰ τῆς κατὰ ἀρετὴν ζωῆς,
ζουν ακόμη τη σαρκική ζωή πρέπει, με την ενάρετη βιοτή τους,
χωρίζεσθαί πως καὶ ἀπολύεσθαι τῆς πρὸς αὐτὴν σχέσεως, ἵνα μετὰ
ν’ απομακρύνονται κάπως και να ξεφεύγουν από τη σχέση με τη σάρκα,
τὸν θάνατον μὴ πάλιν ἄλλου θανάτου δεώμεθα, τὰ λείψανα τῆς
ώστε μετά το θάνατο να μην έχουν ανάγκη από κάποιον άλλο θάνατο, ο οποίος
σαρκώδους κόλλης ἀποκαθαίροντος· ἀλλὰ καθάπερ δεσμῶν τὴν ψυχὴν
θα καθαρίσει τα υπολείμματα της σαρκικής ζωής. Αλλά, όπως έσπασαν τα
περιῤῥαγέντων, κοῦφος αὐτῇ καὶ ἄνετος ὁ πρὸς τὸ ἀγαθὸν γένηται
δεσμά της ψυχής, να της γίνει εύκολος και άνετος ο δρόμος προς το αγαθό
δρόμος, οὐδεμιᾶς αὐτὸν σωματικῆς ἀλγηδόνος πρὸς ἑαυτὴν
και κανένα σωματικό βάρος να μην την αποσπά.
ἀφελκούσης.
52. »῾Ως εἴ τις ὅλος δι᾿ ὅλων ἀποσαρκωθείη τῇ διανοίᾳ, πᾶσαν ψυχῆς
»Όποιος γίνει εντελώς σαρκικός στη σκέψη του και αφιερώνει κάθε κίνηση
κίνησίν τε καὶ ἐνέργειαν ἐν τοῖς θελήμασι τῆς σαρκὸς ἀσχολῶν, ὁ
και ενέργεια της ψυχής στα θελήματα της σάρκας, αυτός, κι όταν ακόμη βγει
τοιοῦτος οὐδὲ τῆς σαρκὸς ἔξω γενόμενος τῶν κατ᾿ αὐτὴν παθημάτων
έξω από τη σάρκα του, δεν αποχωρίζεται τα πάθη της. Όπως εκείνοι που έχουν
χωρίζεται, καθάπερ οἱ ἐπὶ πλέον ἐνδιατρίψαντες τοῖς δυσωδεστέροις
μείνει αρκετό καιρό στους πιο βρωμερούς τόπους, ακόμη κι όταν φύγουν από
τῶν τόπων, οὐδὲ εἰ πρὸς τὸν εὔπνουν ἀέρα μετέλθοιεν καθαρεύουσι
κει και έλθουν στον καθαρό αέρα, δεν απαλλάσσονται από τη δυσοσμία της
τῆς ἀηδείας, ἥν διὰ τῆς χρονιωτέρας ἐν αὐτῇ διαγωγῆς ἀναμίξαντο·
βρώμας, την οποία συνήθισαν λόγω της μακράς διαμονής τους σ’ αυτήν.
»οὕτως οὐδὲ πρὸς τὸν ἀηδῆ καὶ ἄβλεπτον βίον τῆς μεταβολῆς
»Έτσι, όταν γίνει η μεταφορά προς την αιώνια και αόρατη ζωή, δεν είναι
γενομένης, δυνατὸν ἂν εἴη τοὺς φιλοσάρκους μὴ ἀφέλκεσθαί τι πάντως
δυνατόν αυτοί που αγαπούν τη σάρκα να μην ελκύονται με οποιονδήποτε τρόπο
τῆς σαρκικῆς δυσωδίας, δι᾿ ὧν πλέον αὐτοῖς ἡ ὀδύνη βαρύνεται,
από τη δυσοσμία της σαρκικής ζωής. Απ’ αυτό η οδύνη τους γίνεται βαρύτερη,
ὑλωδεστέρας ἐκ τοιαύτης περιστάσεως τῆς ψυχῆς γινομένης. Δοκεῖ δέ
επειδή η ψυχή απ’ αυτήν την κατάσταση γίνεται περισσότερο υλόφρονη.
πως πρὸς τοιαύτην ὑπόληψιν συνᾴδειν ὃ παρά τινων λέγεται,
Νομίζω μάλιστα ότι συμφωνεί μ’ αυτή την άποψή μου αυτό που λένε ορισμένοι,
πολλάκις ὁρᾶσθαι τὰς περὶ τῶν σωμάτων θέσεις, σκιοειδῆ τινα τῶν
ότι δηλαδή πολλές φορές εκεί που βρίσκονται τα σώματα (τάφοι) φαίνονται
κατοιχομένων φαντάσματα.
σκιές φαντασμάτων των νεκρών.
»Εἰ γὰρ τοῖόν τι γίνεται, οὕτως ἐλέγχεται τῆς ψυχῆς ἡ πέρα τοῦ
»Εάν πράγματι γίνεται κάτι τέτοιο, αποδεικνύεται έτσι η προσκόλληση της
δέοντος γινομένη νῦν πρὸς τὸν σαρκώδη βίον προσπάθεια, ὡς μηδὲ
ψυχής στην σαρκική ζωή περισσότερο από το πρέπον· έτσι ώστε, κι όταν βγει
ἐξωσθεῖσαν τῆς σαρκὸς καθαρῶς αὐτὴν ἐθέλειν ἀφίπτασθαι, μηδὲ
από τη σάρκα, να μη θέλει ν’ αποχωριστεί καθαρά απ’ αυτήν, ούτε να δέχεται
συγχωρεῖν τὴν παντελῆ γίνεσθαι πρὸς τὸ ἀειδὲς τοῦ σχήματος
την ολοκληρωτική αλλαγή της στην κατάσταση της αιωνιότητας·
μεταποίησιν, ἀλλὰ παραμένειν ἔτι τῷ εἴδει μετὰ τὸ λυθῆναι τὸ εἶδος,
αντίθετα, να παραμένει ακόμη, και μετά τη διάλυση, στη σωματική μορφή
καὶ ἔξω γενομένην ἤδη τούτου πόθῳ τοῖς τῆς ὕλης ἐπιπλανᾶσθαι
και, ενώ είναι ήδη έξω από το σώμα, να περιφέρεται με νοσταλγία στους
τόποις, καὶ περὶ αὐτοὺς ἀναστρέφεσθαι».
τόπους της υλικής ζωής και εκεί να αναστρέφεται».
53. ΓΡΗΓ. ᾿Εγὼ δὲ μικρὸν ἐπισχὼν καὶ ἀναλαβὼν τὴν τῶν εἰρημένων
Εγώ τότε, αφού συλλογίστηκα για λίγο και σκέφτηκα την έννοια των λόγων
διάνοιαν, «Δοκεῖ μοι, εἶπον, τοῖς περὶ παθῶν προεξητασμένοις
της, είπα: «Μου φαίνεται, με όσα ειπώθηκαν, προκύπτει κάποια αντίφαση
ἀνακύπτειν ἐκ τῶν εἰρημένων τις ἐναντίωσις. Εἰ γὰρ ἐκ τῆς πρὸς τὰ
στα θέματα που συζητήθηκαν για τα πάθη. Διότι, νομίσαμε ότι αυτά
ἄλογα συγγενείας ἐνομίσθη τὰ τοιαῦτα τῆς ψυχῆς ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖσθαι
τα κινήματα των παθών, τα οποία απαρίθμησες στην προηγούμενη
κινήματα, ὅσα προσλαβὼν ὁ λόγος ἀπηριθμήσατο, θυμόν τε καὶ
συζήτησή μας, όπως ο θυμός, ο φόβος, η ηδονή, η επιθυμία και τα παρόμοια,
φόβον, καὶ ἡδονὴν καὶ ἐπιθυμίαν, καὶ τὰ τοιαῦτα· εἴρηται δὲ τὴν μὲν
ενεργούν στην ψυχή μας εξαιτίας της συγγένειάς της με τα άλογα. Παράλληλα
ἀγαθὴν τῶν τοιούτων χρῆσιν ἀρετὴν εἶναι, διὰ δὲ τῆς ἐσφαλμένης τὴν
όμως είπες ότι η καλή χρήση τους (των παθών) είναι αρετή, ενώ η σφαλερή
κακίαν γίνεσθαι· προσέθηκε δὲ ὁ λόγος ἑκάστου τε τῶν ἄλλων τὴν
κακία· και πρόσθεσες ακόμη στη συζήτηση ότι και κάθε άλλο (πάθος)
πρὸς τὸν κατ᾿ ἀρετὴν βίον συνεισφορὰν, ὅτι δι᾿ ἐπιθυμίαν πρὸς τὸν
συμβάλλει στον ενάρετο βίο, διότι με την επιθυμία ανεβαίνουμε προς το Θεό,
Θεὸν ἀναγόμεθα, οἷόν τινα σειρὰν κάτωθεν πρὸς αὐτὸν ἀνελκόμενοι,
σαν να αναρριχόμαστε προς Αυτόν με μια αλυσίδα κάτω από τη γη. Νομίζω,
δοκεῖ πως, ἔφην, ἐναντιοῦσθαι πρὸς τὸν σκοπὸν ὁ λόγος».
λοιπόν, ότι τα επιχειρήματα (του λόγου σου) αντιφάσκουν με το συμπέρασμα».
54. ΜΑΚΡ. «Πῶς τοῦτον λέγεις;» φησίν.
«Πώς το λες αυτό;», με ρώτησε εκείνη.
ΓΡΗΓ. «῞Οτι τοι, εἶπον, τῆς ἀλόγου πάσης κινήσεως μετὰ τὴν κάθαρσιν
«Αφού με την κάθαρση, απάντησα, σβήνει μέσα μας κάθε άλογη κίνηση,
ἐν ἡμῖν ἀποσβεσθείσης, οὐδὲ τὸ ἐπιθυμητικὸν πάντως ἔσται· τούτου δὲ
είναι επόμενο ότι δεν υφίσταται καθόλου ούτε η επιθυμία· κι αφού δεν υπάρχει
μὴ ὄντος οὐδ᾿ ἂν ἡ τοῦ κρείττονος ἔφεσις εἴη, μηδενὸς ὑπολειφθέντος
αυτή, δεν υπάρχει επιθυμία ούτε για τα καλύτερο (αγαθό)· διότι δεν έμεινε
τῇ ψυχῇ τοιούτου κινήματος, τοῦ πρὸς τὴν ὄρεξιν τῶν ἀγαθῶν
στην ψυχή καμιά κίνηση (πάθος), που να την διεγείρει να επιθυμεί τα αγαθά».
ἐπεγείροντος».
55. ΜΑΚΡ. «᾿Αλλὰ πρὸς τοῦτο, φησὶν, ἐκεῖνό φαμεν, ὅτι τὸ θεωρητικόν
«Στην αντίρρηση αυτή, είπε εκείνη, απαντάμε το εξής: η θεωρητική και
τε καὶ διακριτικὸν ἴδιόν ἐστι τοῦ θεοειδοῦς τῆς ψυχῆς, ἐπεὶ καὶ τὸ Θεῖον
διακριτική ικανότητα αποτελεί ιδιότητα της θεοείδειας της ψυχής· διότι και το
ἐν τούτοις καταλαμβάνομεν. Εἰ τοίνυν εἴτε ἐκ τῆς νῦν ἐπιμελείας, εἴτε
Θεό με αυτές τον αντιλαμβανόμαστε. Εάν, λοιπόν, είτε με τον πνευματικό
ἐκ τῆς μετὰ ταῦτα καθάρσεως ἐλευθέρα γένοιτο ἡμῖν ἡ ψυχὴ τῆς πρὸς
αγώνα της παρούσης ζωής είτε με την κάθαρση μετά απ’ αυτήν, ελευθερωθεί
τὰ ἄλογα τῶν παθῶν συμφυΐας, οὐδὲν πρὸς τὴν τοῦ καλοῦ θεωρίαν
η ψυχή από την εξάρτησή της από τα άλογα πάθη, τότε τίποτε δεν την
ἐναποδισθήσεται. Τὸ γὰρ καλὸν ἑλκτικόν πως κατὰ τὴν ἑαυτοῦ φύσιν
αποκλείει από τη θεωρία του καλού. Διότι το καλό από τη φύση του ελκύει
παντὸς τοῦ πρὸς ἐκεῖνο βλέποντος. Εἰ οὖν πάσης κακίας ἡ ψυχὴ
καθέναν που προσβλέπει σ’ αυτό. Εάν, λοιπόν, η ψυχή καθαριστεί από κάθε
καθαρεύσειεν, ἐν τῷ καλῷ πάντως ἔσται. Καλὸν δὲ τῇ ἑαυτοῦ φύσει τὸ
κακία, σίγουρα θα βρίσκεται μέσα στο καλό. Και καλό στη φύση του είναι το
Θεῖον πρὸς ὃ διὰ τῆς καθαρότητος τὴν συνάφειαν ἕξει τῷ οἰκείῳ
Θείο, στο οποίο η ψυχή θα προσδένεται με την καθαρότητά της όπως
συναπτομένη.
συνδέεται με συγγενή της.
»Εἰ οὖν τοῦτο γένοιτο, οὐκέτι ἔσται χρεία τῆς κατ᾿ ἐπιθυμίαν κινήσεως,
»Εάν, λοιπόν, γίνει αυτό, τότε δεν θα μας χρειάζεται πλέον η λειτουργία της
ἣ πρὸς τὸ καλὸν ἡγεμονεύσει. ῾Ο γὰρ ἐν σκότει τὴν διαγωγὴν ἔχων,
επιθυμίας, για να μας οδηγήσει στο καλό. Μόνον όποιος βρίσκεται στο
οὗτος ἐν ἐπιθυμίᾳ τοῦ φωτὸς ἔσται· εἰ δὲ ἐν τῷ φωτὶ γένοιτο, τὴν
σκοτάδι, αυτός επιθυμεί το φως. Εάν όμως βρεθεί στο φως, την επιθυμία
ἐπιθυμίαν ἐκδέξεται ἡ ἀπόλαυσις, ἡ δὲ ἐξουσία τῆς ἀπολαύσεως ἀργὴν
διαδέχεται η απόλαυση· και η κυριαρχία της απολαύσεως θα καταστήσει
καὶ ἕωλον τὴν ἐπιθυμίαν ἐργάζεται.
αργή και άχρηστη την επιθυμία.
»Οὐκοῦν οὐδεμία τις ἔσται διὰ τούτων ζημία πρὸς τὴν τοῦ ἀγαθοῦ
»Καμία, λοιπόν, ζημία δεν θα έχει η ψυχή στη μετοχή της στο αγαθό,
μετουσίαν, εἰ τοιούτων ἡ ψυχὴ κινημάτων ἐλευθέρα γένοιτο, πρὸς
εάν απελευθερωθεί από τέτοια κινήματα (των παθών)· θα επανέλθει πάλι
ἑαυτὴν πάλιν ἐπανελθοῦσα, καὶ ἑαυτὴν ἀκριβῶς εἰδοῦσα, οἵα τῇ φύσει
στον εαυτό της και θα δει ακριβώς την ύπαρξή της, ποιά ακριβώς είναι·
ἐστὶ, καὶ οἷον ἐν κατόπτρῳ καὶ εἰκόνι διὰ τοῦ οἰκείου κάλλους πρὸς τὸ
και, σαν σε καθρέφτη που απεικονίζει, θα βλέπει με το δικό της κάλλος
ἀρχέτυπον βλέπουσα.
το αρχέτυπό της.
»᾿Αληθῶς γὰρ ἐν τούτῳ ἔστιν εἰπεῖν τὴν ἀκριβῆ πρὸς τὸ Θεῖον εἶναι
»Πράγματι, σ’ αυτό ακριβώς μπορούμε να πούμε ότι αποτυπώνεται η ακριβής
ὁμοίωσιν, ἐν τῷ μιμεῖσθαί πως τὴν ἡμετέραν ψυχὴν τὴν ὑπερκειμένην
ομοίωση με το Θεό· να μιμείται δηλαδή, όσο γίνεται, η δική μας ψυχή την
οὐσίαν. ῾Η γὰρ ὑπεράνω παντὸς νοήματος φύσις πόῤῥω τῶν ἐν ἡμῖν
ανωτέρή μας ύπαρξη. Διότι η φύση (του Θεού), που υπάρχει πάνω από κάθε
θεωρουμένων ἀφιδρυμένη, ἄλλῳ τινὶ τρόπῳ τὴν ἰδίαν ἐξοδεύει ζωὴν,
(κατα)νόηση, βρίσκεται μακριά από τις δικές μας αντιλήψεις· διάγει τη ζωή της
καὶ οὐ καθὼς ἡμεῖς νῦν ἐν τῷ ζῇν ἐσμεν. ῎Ανθρωποι μὲν γὰρ, διὰ τὸ ἀεὶ
με διαφορετικό τρόπο, και όχι όπως εμείς ζούμε την παρούσα ζωή. Διότι εμείς
πάντως ἐν κινήσει τὴν φύσιν εἶναι, καθάπερ ἂν ἡ ὁρμὴ τῆς προαιρέσεως
οι άνθρωποι, επειδή η φύση μας βρίσκεται πάντοτε σε κίνηση, πηγαίνουμε εκεί
γένηται, κατ᾿ ἐκεῖνο φερόμεθα, οὐχ ὁμοίως τῆς ψυχῆς κατὰ τὸ
που μας οδηγεί η ορμή της προαιρέσεώς μας· η ψυχή όμως, θα έλεγε κανείς,
ἔμπροσθεν αὐτῆς, ὡς ἂν εἴποι τις, καὶ τὸ ὀπίσω διακειμένης.
δεν διάγει το επόμενο στάδιο της υπάρξεώς της όπως και το προηγούμενο.
56. »᾿Ελπὶς μὲν γὰρ καθηγεῖται τῆς ἐπὶ τὸ πρόσω κινήσεως, μνήμη δὲ
»Διότι η ελπίδα καθοδηγεί (την ψυχή) στην κίνησή της προς τα μπρος, ενώ η
δέχεται πρὸς τὴν ἐλπίδα προϊοῦσαν τὴν κίνησιν· ἀλλ᾿ εἰ μὲν πρὸς τὸ
μνήμη διαδέχεται την ελπίδα, όταν προχωρήσει η κίνηση προς τα μπρος. Αλλά,
φύσει καλὸν ἡ ἐλπὶς τὴν ψυχὴν ἄγοι, φαιδρὸν ἐνσημαίνεται τῇ μνήμῃ
εάν βέβαια η ελπίδα οδηγεί την ψυχή σ’ αυτό που είναι καλό από τη φύση του,
τὸ ἴχνος ἡ τῆς προαιρέσεως κίνησις· εἰ δὲ διαψευσθείη τοῦ κρείττονος,
τότε η κίνηση της προαιρέσεως χαράσσει στη μνήμη ίχνος ευχάριστο. Εάν
εἰδώλῳ τινὶ καλοῦ παρασοφισαμένης τὴν ψυχὴν τῆς ἐλπίδος, ἡ
όμως ο άνθρωπος αποτύχει στην επιδίωξη του καλύτερου, επειδή η ελπίδα
ἐπακολουθοῦσα τοῖς γινομένοις μνήμη αἰσχύνη γίνεται. Καὶ ἐμφύλως
ξεγέλασε την ψυχή με ψεύτικο κάλλος, η μνήμη, που ακολουθεί τα γεγονότα,
οὗτος ὁ πόλεμος ἐν τῇ ψυχῇ συνίσταται, μαχομένης τῇ ἐλπίδι τῆς
γίνεται αιτία ντροπής. Και έτσι γίνεται μέσα στην ψυχή εμφύλιος πόλεμος· η
μνήμης, ὡς κακῶς καθηγησαμένης τῆς προαιρέσεως.
μνήμη μάχεται ενάντια στην ελπίδα, επειδή έγινε κακός οδηγός της προαιρέσεως.
»Τοιοῦτον γάρ τινα νοῦν ἑρμηνεύει σαφῶς τὸ κατ᾿ αἰσχύνην πάθος,
Τέτοια πράγματι έννοια έχει σαφώς το πάθος της ντροπής,
ὅταν δάκνηται πρὸς τὸ ἀποβὰν ἡ ψυχὴ, οἷόν τινι μάστιγι τῇ
όταν η ψυχή πληγώνεται από το αποτέλεσμα· χρησιμοποιεί τη μετάνοια
μεταμελείᾳ καθαπτομένη τῆς ἀβουλήτου ὁρμῆς, καὶ εἰς συμμαχίαν
σαν μαστίγιο εναντίον της αθέλητης ορμής και προκαλεί σε συμμαχία
κατὰ τοῦ λυποῦντος ἐφελκομένη τὴν λήθην. ᾿Αλλ᾿ ἡμῖν μὲν, διὰ τὸ
τη λησμονιά ενάντια στη λύπη. Αλλά σε μας βέβαια η φύση, επειδή είναι
πτωχὴν εἶναι τοῦ καλοῦ, ἡ φύσις ἀεὶ πρὸς τὸ ἐνδέον ἴεται, καὶ ἡ τοῦ
φτωχή από το καλό, πάντοτε τρέχει προς αυτό που της λείπει· και αυτός ο
λείποντος ἔφεσις αὕτη ἐστὶν ἡ ἐπιθυμητικὴ τῆς φύσεως ἡμῶν διάθεσις,
πόθος του ελλείποντος αποτελεί την ίδια την επιθυμητική διάθεση της φύσεώς
ἤτοι σφαλλομένη δι᾿ ἀκρισίαν τοῦ ὄντος καλοῦ, ἢ καὶ τυγχάνουσα οὗ
μας· η οποία, είτε σφάλλει από απειρία να φτάσει το όντως καλό, είτε
τυχεῖν ἀγαθόν.
πετυχαίνει εκείνο που είναι καλό.
57. »῾Η δὲ ὑπερέχουσα πᾶσαν ἀγαθὴν ἔννοιαν φύσις, καὶ πάσης
»Η φύση πάλι (Θεός) που ξεπερνά κάθε έννοια του αγαθού και κάθε δύναμη,
ὑπερκειμένη δυνάμεως, ἅτε μηδενὸς ἐνδεῶς ἔχουσα τῶν πρὸς τὸ
επειδή δεν έχει ανάγκη κανένα από εκείνα που θεωρούνται αγαθά,
ἀγαθὸν νοουμένων, αὕτη τῶν ἀγαθῶν οὖσα τὸ πλήρωμα, οὐδὲ κατὰ
αποτελεί η ίδια την πληρότητα όλων των αγαθών. Δεν βρίσκεται στο καλό
μετοχὴν καλοῦ τινος ἐν τῷ καλῷ κινουμένη, ἀλλ᾿ αὐτὴ οὖσα ἡ τοῦ
γιατί μετέχει σε κάποιο καλό, αλλά η ίδια είναι η φύση του καλού,
καλοῦ φύσις, ὅ τί ποτε καὶ εἶναι τὸ καλὸν ὁ νοῦς ὑποτίθεται, οὔτε τὴν
οτιδήποτε κι αν υποθετεί ο νους ότι είναι το καλό. Αυτή η φύση δεν δέχεται για
ἐλπιστικὴν κίνησιν ἐν ἑαυτῇ δέχεται (πρὸς γὰρ τὸ μὴ παρὸν ἡ ἐλπὶς
τον εαυτό της την κίνηση της ελπίδος –διότι η ελπίδα κινείται μόνον προς αυτό
ἐνήργηται μόνον· "ὅ δὲ ἔχει τις, τί καὶ ἐλπίζει;" φησὶν ὁ ᾿Απόστολος),
που δεν υπάρχει· "αυτό όμως που το έχει κάποιος, γιατί να το ελπίζει;", λέει ο
οὔτε τῆς μνημονευτικῆς ἐνεργείας πρὸς τὴν τῶν ὄντων ἐπιστήμην
Απόστολος. Ούτε πάλι χρειάζεται την ικανότητα της μνήμης για να γνωρίζει
ἐπιδεής ἐστι· τὸ γὰρ βλεπόμενον τοῦ μνημονευθῆναι οὐκ ἐπιδέεται.
ακριβώς τα όντα· διότι αυτό που βλέπει, δεν έχει ανάγκη να το θυμάται.
»᾿Επεὶ δὲ οὖν παντὸς ἀγαθοῦ ἐπέκεινα ἡ θεία φύσις, τὸ δὲ ἀγαθὸν
»Επειδή, λοιπόν, η θεία φύση είναι πέρα από κάθε αγαθό –και το αγαθό βέβαια
ἀγαθοῦ φίλον πάντως, διὰ τοῦτο ἐν ἑαυτῇ βλέπουσα, καὶ ὃ ἔχει θέλει,
αγαπά το αγαθό–, γι’ αυτό βλέποντας μέσα της και ό,τι έχει θέλει και ό,τι θέλει
καὶ ὃ θέλει ἔχει, οὐδὲν τῶν ἔξωθεν εἰς ἑαυτὴν δεχομένη, ἔξω δὲ αὐτῆς
έχει· δεν δέχεται τίποτε απέξω για τον εαυτό της, ενώ έξω απ’ αυτήν δεν
οὐδὲν, ὅτι μὴ ἡ κακία μόνη, ἥτις, εἰ κἂν παράδοξον εἰπεῖν, ἐν τῷ μὴ
υπάρχει τίποτε εκτός από την κακία, η οποία –όσο κι αν είναι παράδοξο να το
εἶναι τὸ εἶναι ἔχει· οὐ γὰρ ἄλλη τίς ἐστι καὶ κακίας γένεσις, εἰ μὴ τοῦ
πούμε– έχει την ύπαρξή της στην ανυπαρξία. Διότι τίποτε άλλο δεν γεννά την
ὄντος στέρησις. Τὸ δὲ κυρίως ὂν ἡ τοῦ ἀγαθοῦ φύσις ἐστίν. ῝Ο οὖν ἐν
κακία παρά η στέρηση του όντος. Και αυτό που όντως είναι ον (ύπαρξη) είναι
τῷ ὄντι οὐκ ἔστιν, ἐν τῷ μὴ εἶναι πάντως ἐστίν.
η φύση του αγαθού. Και ό,τι δεν βρίσκεται στην ύπαρξη (δεν είναι ον),
βρίσκεται στην ανυπαρξία.
58. »᾿Επειδὰν οὖν καὶ ἡ ψυχὴ πάντα τὰ ποικίλα τῆς φύσεως
»Όταν, λοιπόν, και η ψυχή πετάξει από πάνω της όλα τα διάφορα κινήματα
ἀποσκευασαμένη κινήματα θεοειδὴς γίνεται, καὶ ὑπερβᾶσα τὴν
(πάθη) της φύσεως και γίνει όμοια με τη θεία φύση· όταν ξεπεράσει την
ἐπιθυμίαν ἐν ἐκείνῳ ᾖ, πρὸς ὃ ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας τέως ὑπῄρετο, οὐκέτι
επιθυμία και βρίσκεται εκεί που προηγουμένως την οδηγούσε η επιθυμία· τότε,
τινὰ σχολὴν δίδωσιν ἐν ἑαυτῇ, οὔτε τῇ ἐλπίδι, οὔτε τῇ μνήμῃ, τὸ γὰρ
δεν επιτρέπει πλέον τίποτε στον εαυτό της, ούτε την ελπίδα ούτε τη μνήμη, διότι
ἐλπιζόμενον ἔχει· ἡ δὲ περὶ τὴν ἀπόλαυσιν τῶν ἀγαθῶν ἀσχολία τὴν
κατέχει αυτό που ελπίζει. Η ασχολία πάλι για την απόλαυση των αγαθών
μνήμην ἐκκρούει τῆς διανοίας· καὶ οὕτω τὴν ὑπερέχουσαν μιμεῖται
αποβάλλει τη μνήμη από το νου. Και έτσι μιμείται την υπεροχική ζωή που έχει
ζωὴν τοῖς ἰδιώμασι τῆς θείας φύσεως ἐμμορφωθεῖσα, ὡς μηδὲν
αποτυπωθεί από τις ιδιότητες της θείας φύσεως· ώστε, τίποτε άλλο να μην
ὑπολειφθῆναι τῶν ἄλλων αὐτῇ, πλὴν τῆς ἀγαπητικῆς διαθέσεως,
επιδιώκει παρά μόνον την αγάπη, η οποία από τη φύση της βλαστάνει
φυσικῶς τῷ καλῷ προσφυομένης. Τοῦτο γάρ ἐστιν ἡ ἀγάπη, ἡ πρὸς
μαζί με το αγαθό. Διότι αγάπη είναι το εξής, η εσωτερική σχέση
τὸ καταθύμιον ἐνδιάθετος σχέσις.
προς το επιθυμητό.
»῞Οταν οὖν ἡ ἁπλῆ καὶ μονοειδὴς καὶ ἀκριβῶς θεοείκελος ἡ ψυχὴ
»Όταν, λοιπόν, η ψυχή γίνει απλή και έχει μόνο ένα πάθος (αγάπη) και είναι
γινομένη εὕροιτο ἀληθῶς ἁπλοῦν τε καὶ ἄϋλον ἀγαθὸν, ἐκεῖνο τὸ
περίπου όμοια με τη θεία φύση, θα βρει πράγματι ένα απλό και άϋλο αγαθό,
μόνον τοιόν τι ἀγαπητὸν καὶ ἐράσμιον προσφύεταί τε αὐτῷ καὶ
που είναι το μόνο αγαπητό και επιθυμητό. Ενώνεται και αναμειγνύεται
συνανακιρνᾶται διὰ τῆς ἀγαπητῆς κινήσεώς τε καὶ ἐνεργείας, πρὸς τὸ
(η ψυχή), με την αγαπητική διάθεση και ενέργειά της, μ’ αυτό (αγαθό=Θεός)·
ἀεὶ καταλαμβανόμενόν τε καὶ εὑρισκόμενον ἑαυτὴν μορφοῦσα· καὶ
εκτυπώνει την μορφή της σύμφωνα μ’ αυτό, που πάντοτε νοείται και υπάρχει.
τοῦτο γινομένη διὰ τῆς τοῦ ἀγαθοῦ ὁμοιότητος, ὅπερ ἡ τοῦ
Γίνεται, με την ομοίωση του αγαθού, ό,τι ακριβώς είναι η φύση αυτού στο
μετεχομένου φύσις ἐστὶν, ἐπιθυμίας ἐν ἐκείνῳ μὴ οὔσης διὰ τὸ μηδέ
οποίο μετέχει. Επειδή εκείνο (το αγαθό=Θεός) δεν έχει καμιά επιθυμία, διότι
τινος τῶν ἀγαθῶν ἔνδειαν ἐν αὐτῷ εἶναι, ἀκόλουθον ἂν εἴη καὶ τὴν
δεν του λείπει κανένα από τα αγαθά, είναι επόμενο και η ψυχή να γίνεται
ψυχὴν ἐν τῷ ἀνενδεεῖ γινομένην ἐκβάλλειν ἀφ᾿ ἑαυτῆς καὶ τὴν
κι αυτή ανενδεής· διώχνει από πάνω της την επιθυμητική κίνηση και
ἐπιθυμητικὴν κίνησίν τε καὶ διάθεσιν, ἣ τότε γίνεται μόνον, ὅταν μὴ
διάθεση, η οποία τότε μόνον υφίσταται, όταν απουσιάζει το αντικείμενο του
παρῇ τὸ ποθούμενον.
πόθου.
»Τοῦ δὲ τοῦ τοιούτου δόγματος καὶ ὁ θεῖος ᾿Απόστολος ἡμῖν
»Στο δόγμα αυτό μας οδηγεί και ο θείος Απόστολος (Παύλος),
καθηγήσατο, πάντων τῶν νῦν ἐν ἡμῖν καὶ ἐπὶ τῷ κρείττονι
ο οποίος προανήγγειλε παύση και καταστολή όλων των ενεργημάτων που
σπουδαζομένων παῦλάν τινα καὶ καταστολὴν προαγγείλας, μόνης δὲ
υπάρχουν τώρα μέσα μας και μας κατευθύνουν στο αγαθό· μόνο για την αγάπη
τῆς ἀγάπης οὐχ εὑρὼν τὸν ὅρον. Προφητεῖαι γὰρ, φησὶ,
δεν υπάρχει τέλος. Διότι, είπε, οι προφητείες θα καταργηθούν
καταργηθήσονται καὶ γλῶσσαι παύσονται· ἡ δὲ ἀγάπη οὐδέ ποτε
και τα χαρίσματα της γλωσσολαλιάς θα σταματήσουν· η αγάπη όμως ποτέ δεν
πίπτει· ὅπερ ἴσον ἐστὶ τῷ ἀεὶ ὡσαύτως ἔχειν· ἀλλὰ καὶ πίστιν καὶ
πέφτει· πράγμα που σημαίνει ότι (η αγάπη) πάντοτε μένει η ίδια. Αλλά,
ἐλπίδα συμπαραμεμενηκέναι τῇ ἀγάπῃ λέγων, πάλιν καὶ τούτων
λέγοντας ότι θα παραμείνουν μαζί με την αγάπη η πίστη και η ελπίδα, πάλι
αὐτὴν ὑπερτίθησιν εἰκότως. ῾Η γὰρ ἐλπὶς μέχρι ἐκείνου κινεῖται, ἕως ἂν
αυτήν, δικαιολογημένα, τοποθετεί επικεφαλής. Διότι η ελπίδα ενεργεί μέχρις
μὴ παρείη τῶν ἐλπιζομένων ἀπόλαυσις, καὶ ἡ πίστις ὡσαύτως ἔρεισμα
ότου δεν έχει έλθει η απόλαυση των ελπιζομένων· και η πίστη παρόμοια
τῆς τῶν ἐλπιζομένων ἀδηλίας γίνεται. Οὕτω γὰρ αὐτὴν καὶ ὡρίσατο
γίνεται στήριγμα της αβεβαιότητας των ελπιζομένων. Γι’ αυτό και έδωσε τον
λέγων· ῎Εστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις.
ορισμό της, λέγοντας: "πίστη είναι υπόσταση (πραγμάτωση) όσων ελπίζουμε".
59. »᾿Επειδὰν δὲ ἔλθῃ τὸ ἐλπιζόμενον, τῶν ἄλλων οὐ παραμενόντων
»Όταν όμως εκπληρωθεί αυτό που ελπίζουμε και όλες οι άλλες (αρετές)
πάντων, ἡ κατὰ τὴν ἀγάπην ἐνέργεια μένει, τὸ διαδεχόμενον αὐτὴν
καταργούνται, τότε μένει μόνον η ενέργεια της αγάπης, χωρίς να βρίσκει
οὐχ εὑρίσκουσαν. Διὸ καὶ προτερεύει τῶν τε κατ᾿ ἀρετὴν
διάδοχό της. Γι’ αυτό και (η αγάπη) είναι πρώτη σ’ όλα τα επιτεύγματα
κατορθουμένων ἁπάντων, καὶ τῶν τοῦ νόμου παραγγελμάτων.
των αρετών και των εντολών του (θείου) νόμου.
Εἰ οὖν ἐπὶ τοῦτό ποτε τὸ τέλος φθάσειεν ἡ ψυχὴ, ἀνενδεῶς ἕξει τῶν
Εάν, λοιπόν, φτάσει κάποτε η ψυχή σ’ αυτό το τέρμα, τότε δεν θα έχει ανάγκη
ἄλλων, ἅτε δὴ τοῦ πληρώματος περιδεδραγμένη τῶν ὄντων, καὶ
τις άλλες αρετές, επειδή θα έχει πραγματώσει τον ανώτατο σκοπό των όντων
δοκεῖ μόνη πως αὐτῆς τῆς θείας μακαριότητος ἐν αὐτῇ σώζειν τὸν
και μόνη της θα φαίνεται ότι διατηρεί μέσα της τα χαρακτηριστικά της θείας
χαρακτῆρα.
μακαριότητας.
»῞Η τε γὰρ ζωὴ τῆς ἄνω φύσεως ἀγάπη ἐστὶν, ἐπειδὴ τὸ καλὸν
»Διότι η ζωή της άνω (θείας) φύσεως είναι αγάπη· επειδή το καλό είναι
ἀγαπητὸν πάντως ἐστὶ τοῖς γινώσκουσι· γινώσκει δὲ ἑαυτὸ τὸ Θεῖον·
αγαπητό σ’ εκείνους που το γνωρίζουν, και ο Θεός πάλι γνωρίζει τον εαυτό του·
ἡ δὲ γνῶσις ἀγάπη γίνεται. Διὸτι καλόν ἐστι τῇ φύσει τὸ
γι’ αυτό, και η γνώση αυτή είναι αγάπη. Διότι, είναι καλό από τη φύση του
γινωσκόμενον, τοῦ δὲ ἀληθῶς καλοῦ ὁ ὑβριστὴς οὐ προσάπτεται
αυτό που γνωρίζεται· και το αληθινά καλό δεν το αγγίζει η ύβρις του
κόρος· κόρου δὲ τὴν ἀγαπητικὴν πρὸς τὸ καλὸν σχέσιν οὐ
χορτασμού. Εφόσον, λοιπόν, ο χορτασμός δεν διακόπτει τη σχέση της αγάπης
διακόπτοντος, ἀεὶ ἡ θεία ζωὴ δι᾿ ἀγάπης ἐνεργηθήσεται, ἣ καλή τε
προς το καλό, πάντοτε η θεία ζωή θα ενεργεί με την αγάπη, η οποία είναι από
κατὰ φύσιν ἐστὶ, καὶ ἀγαπητικῶς πρὸς τὸ καλὸν ἐκ φύσεως ἔχει, καὶ
τη φύση της καλή, και αγαπά αυτό που από τη φύση του είναι καλό·
ὅρον τῆς κατὰ τὴν ἀγάπην ἐνεργείας οὐκ ἔχει, ἐπειδὴ οὐδὲ τοῦ καλοῦ
η ενέργεια της αγάπης δεν έχει όριο, διότι ούτε του καλού υπάρχει τέρμα,
τι πέρας καταλαμβάνεται, ὡς συναπολήγειν τῷ πέρατι τοῦ καλοῦ τὴν
ώστε η αγάπη να τερματίζει στο τέρμα του καλού.
ἀγάπην· μόνῳ γὰρ τῷ ἐναντίῳ τὸ καλὸν περατιοῦται· οὗ δὲ ἡ φύσις
Διότι το καλό σταματά μόνον από το αντίθετό του. Όπου όμως η φύση δεν
ἀνεπίδεκτός ἐστι τοῦ χείρονος, πρὸς τὸ ἀπέραντόν τε καὶ ἀόριστον τὸ
αποδέχεται το κακό, τότε το αγαθό θα προχωρεί στό ατελείωτο
ἀγαθὸν προελεύσεται.
και απεριόριστο.
60. »᾿Επεὶ οὖν ἑλκτικὴ τῶν οἰκείων πᾶσα φύσις ἐστὶν, οἰκεῖον δέ πως
»Επειδή, λοιπόν, κάθε φύση ελκύει τα συγγενή της –και ο άνθρωπος συγγενεύει
τῷ Θεῷ τὸ ἀνθρώπινον, ἅτε δὴ φέρον ἐν ἑαυτῷ τοῦ ἀρχετύπου
κάπως με το Θεό, διότι αποτελεί ο εαυτός του εικόνα (μίμηση) του αρχετύπου–,
μιμήματα, ἕλκεται κατὰ πᾶσαν ἀνάγκην πρὸς τὸ θεῖόν τε καὶ συγγενὲς
υποχρεωτικά η ψυχή έλκεται προς το θείο και συγγενικό της (Ον).
ἡ ψυχή. Δεῖ γὰρ πάντη καὶ πάντως τῷ Θεῷ ἀποσωθῆναι τὸ ἴδιον·
Πρέπει βέβαια οπουδήποτε και οπωσδήποτε να αποδοθεί στο Θεό το δικό του.
ἀλλ᾿ εἰ μὲν κούφη καὶ ἀπέριττος τύχῃ, μηδεμιᾶς σωματικῆς ἀχθηδόνος
Εάν, λοιπόν, η ψυχή είναι ελαφριά και απλή, χωρίς να την πιέζει κανένα
αὐτὴν πιεζούσης, ἡδεῖα καὶ εὔκολος αὐτῇ ἡ πρὸς τὸν ἐπισπώμενον
σωματικό βάρος, τότε η προσκόλλησή της προς αυτό που την ελκύει γίνεται
προσχώρησις γίνεται.
ευχάριστη και εύκολη.
»Εἰ δὲ τοῖς τῆς προσπαθείας ἥλοις εἰς τὴν πρὸς τὰ ὑλώδη σχέσιν
»Εάν, όμως, (η ψυχή) είναι προσηλωμένη στα υλικά με τα καρφιά των βιωτικών
καταπαρῇ, οἷόν τινα πάσχειν εἰκὸς ἐν τοῖς συμπτώμασι τῶν σεισμῶν,
φροντίδων, τότε παθαίνει κάτι ανάλογο με τα σώματα τα καταπλακωμένα από
τὰ ἐμπιεσθέντα τοῖς χώμασι σώματα· προκείσθω δὲ καθ᾿ ὑπόθεσιν τὸ
χώματα στην περίπτωση των σεισμών. Και ας υποθέσουμε ότι τα σώματα δεν
μὴ βεβαρῆσθαι μόνον αὐτὰ τοῖς συμπτώμασιν, ἀλλὰ καὶ
έχουν μόνο πάνω τους το βάρος των συνεπειών του σεισμού, αλλά ορισμένα
διαπεπερονῆσθαί τισιν ὀβελοῖς ἢ ξύλοις τοῖς ἐνευρεθεῖσι τῷ χώματι·
έχουν τρυπηθεί κιόλας με βέλη και ξύλα που ήταν μέσα στα χώματα· κάτι
ὅπερ οὖν εἰκὸς ὑπομεῖναι τὰ οὕτω διακείμενα σώματα, παρὰ τῶν
τέτοιο είναι φυσιολογικό να συμβαίνει στα σώματα που βρίσκονται σ’ αυτή την
οἰκείων τῆς συμπτώσεως ὁσίας αἰτίας ἕνεκεν ἐξελκόμενα· ξανθήσεται
κατάσταση και τα ανασύρουν οι συγγενείς τους, για να τα θάψουν. Τα σώματα
γὰρ πάντως, καὶ σπαραχθήσεται, καὶ πᾶν ὁτιοῦν τῶν χαλεπωτάτων
αυτά σίγουρα θα φανούν και θα κομματιαστούν και θά πάθουν κάθε τι το
πείσεται, τοῦ χώματος αὐτὰ καὶ τῶν ἥλων διὰ τὴν τῶν ἐφελκομένων
φοβερό, διότι τα ξεσχίζουν τα χώματα και τα καρφιά, καθώς ανασύρονται με
βίαν καταξαινόντων·
δύναμη.
»τοιοῦτόν τί μοι δοκεῖ καὶ περὶ τὴν ψυχὴν γίνεσθαι πάθος, ὅταν ἡ θεία
»Από κάποιο τέτοιο πάθος, νομίζω, υποφέρει και η ψυχή, όταν η δύναμη του
δύναμις ὑπὸ φιλανθρωπίας ἐκ τῶν ἀλόγων τε καὶ ὑλικῶν
Θεού από αγάπη ελκύει εκείνο που της ανήκει από τις παράλογες και
συμπτωμάτων ἐφέλκηται τὸ ἴδιον. Οὐ γὰρ μισῶν οὐδ᾿ ἀμυνόμενος
υλιστικές καταστάσεις. Διότι ο Θεός, που απαιτεί και ελκύει προς τον εαυτό
ἐπὶ τῇ κακῇ ζωῇ, κατά γε τὸν ἐμὸν λόγον, ἐπάγει τοῖς ἐξημαρτηκόσι
του κάθε τι που αυτός το δημιούργησε, δεν επιφέρει, σύμφωνα με τη γνώμη
τὰς ὀδυνηρὰς διαθέσεις ὁ Θεὸς, ὁ ἀντιποιούμενός τε καὶ πρὸς ἑαυτὸν
μου, αυτές τις οδυνηρές διαθέσεις στους αμαρτωλούς, από μίσος και τιμωρία
ἕλκων πᾶν ὅτιπερ αὐτοῦ χάριν ἦλθεν εἰς γένεσιν· ἀλλ᾿ ὁ μὲν ἐπὶ τῷ
για την κακή τους ζωή. Αλλά, για καλύτερο σκοπό ελκύει Αυτός την ψυχή
κρείττονι σκοπῷ πρὸς ἑαυτὸν, ὅς ἐστι πηγὴ πάσης μακαριότητος,
προς τον εαυτό του, που αποτελεί την πηγή κάθε ευτυχίας.
ἐπισπᾶται τὴν ψυχήν· ἐπισυμβαίνει δὲ κατ᾿ ἀνάγκην ἡ ἀλγεινὴ διάθεσις
η οδυνηρή όμως διάθεση είναι φυσιολογικό να συμβαίνει σε κάθε ελκυόμενο.
τῷ ἑλκομένῳ.
»Καὶ ὥσπερ τὴν ἐμμιχθεῖσαν τῷ χρυσίῳ ὕλην οἱ διὰ πυρὸς
»Καί όπως όσοι καθαρίζουν με φωτιά την ύλην που αναμίχθηκε με το χρυσό,
ἐκκαθαροῦντες οὐ μόνον τὸ νόθον τῷ πυρὶ τήκουσιν, ἀλλὰ κατὰ
δεν λειώνουν μόνο το ψεύτικο στοιχείο, αλλά αναγκαστικά
πᾶσαν ἀνάγκην καὶ τὸ καθαρὸν τῷ κιβδήλῳ συγκατατήκεται,
μαζί με το κίβδηλο λειώνουν και το καθαρό, κι όταν το κίβδηλο κατακαεί,
κἀκείνου δὲ δαπανωμένου τοῦτο μένει· οὕτω καὶ τῆς κακίας τῷ
μένει μόνο αυτό (το καθαρό)· έτσι κι όταν η κακία λειώνει στην ακοίμητη
ἀκοιμήτῳ πυρὶ δαπανωμένης, ἀνάγκη πᾶσα καὶ τὴν ἑνωθεῖσαν αὐτῇ
φωτιά της καθάρσεως, υποχρεωτικά βρίσκεται στη φωτιά και η ψυχή που είναι
ψυχὴν ἐν τῷ πυρὶ εἶναι, ὡς ἂν τὸ κατεσπαρμένον νόθον καὶ ὑλῶδες
ενωμένη μαζί της· έως ότου η διεσπαρμένη απατηλή, υλιστική και κίβδηλη
καὶ κίβδηλον ἀπαναλωθῇ τῷ αἰωνίῳ πυρὶ δαπανώμενον.
κατάσταση (της κακίας) κατακαεί με την αιώνια φωτιά.
»Καὶ καθάπερ εἴ τινι σχοινίῳ πηλὸς τῶν κολλωδεστέρων διὰ βάθους
»Και όπως ακριβώς όταν ένα σχοινί περιτυλιχθεί από παχύ στρώμα κολλώδους
περιπλασθείη, εἶτα διά τινος λεπτοῦ χωρήματος ἡ ἀρχὴ διεξαχθείη
λάσπης και, στη συνέχεια, η αρχή του σχοινιού περάσει από μια στενή τρύπα
τῆς σχοίνου, καὶ βιαίως τις ἐπὶ τὰ ἐντὸς ἐκ τοῦ ἄκρου τὴν σχοῖνον
και το τραβάει κάποιος με δύναμη από την άκρη του μέσα απ’ αυτήν,
ἐφέλκοιτο, ἀνάγκη πᾶσα τὴν μὲν ἕπεσθαι τῷ ἐπισπωμένῳ, τὸν δὲ
υποχρεωτικά το σχοινί ακολουθεί το τράβηγμα· ενώ η λάσπη που το περιβάλλει
παραπλασθέντα πηλὸν ἐκ τῆς βιαίας ὁλκῆς ἔξω τῆς τρυμαλιᾶς μένειν
από το δυνατό τράβηγμα αποξύνεται και μένει έξω από την τρύπα που περνάει
τῆς σχοίνου ἀποξυόμενον, καὶ αἴτιον αὐτῇ γίνεσθαι τοῦ μὴ εὐοδοῦσθαι
το σχοινί· η λάσπη γίνεται αιτία να μην περνάει εύκολα το σχοινί την τρύπα,
κατὰ τὴν πάροδον, ἀλλὰ βιαίαν ὑπομένειν ἐκ τοῦ ἐφελκομένου τὴν
αλλά να υφίσταται βίαιο τέντωμα από το τράβηγμα.
τάσιν· τοιοῦτόν τί μοι δοκεῖ καὶ τὸ περὶ τὴν ψυχὴν ἐννοεῖν ταῖς ὑλικαῖς
Κάτι τέτοιο, νομίζω, πρέπει να σκεφτόμαστε ότι παθαίνει και η ψυχή, που έχει
τε καὶ γεώδεσι προσπαθείαις ἐνειληθεῖσαν, κάμνειν καὶ διατείνεσθαι,
τυλιχθεί με τα γήϊνα και υλιστικά πάθη· υποφέρει και κουράζεται, επειδή ο
τοῦ μὲν Θεοῦ τὸ ἴδιον πρὸς ἑαυτὸν ἕλκοντος· τοῦ δ᾿ ἀλλοτρίου, διὰ τὸ
Θεός ελκύει προς τον εαυτό του ό,τι είναι δικό του· και ό,τι ξένο έχει κολλήσει
συμφυῆναί πως αὐτῇ, βιαίως ἀποξυρομένου, καὶ τὰς δριμείας αὐτῇ καὶ
πάνω της, αποξύνεται με βία και δημιουργεί στην ψυχή οξείς
ἀνυποστάτους ἀλγηδόνας ἐπάγοντος».
και ανυπόφορους πόνους».
61. ΓΡΗΓ. «Οὐκοῦν, εἶπον, οὐχ ἡ θεία κρίσις, ὡς ἔοικε, κατὰ τὸ
«Έτσι, λοιπόν, είπα εγώ, όπως φαίνεται απ’ όσα λέχθηκαν προηγουμένως, δεν
προηγούμενον, τοῖς ἐξημαρτηκόσιν ἐπάγει τὴν κόλασιν, ἀλλὰ τὸ μὲν
τιμωρεί με την κόλαση τους αμαρτωλούς η κρίση του Θεού, αλλά, όπως
ὡς ὁ λόγος ἀπέδειξεν, ἀγαθὸν ἐνεργεῖ μόνον τοῦ κακοῦ ἀποκρίνουσα,
απέδειξαν τα επιχειρήματα, ενεργεί μόνο για να ξεχωρίσει το αγαθό και να
καὶ πρὸς τὴν τῆς μακαριότητος κοινωνίαν ἐπισπωμένη· ὁ δὲ τῆς
τραβήξει την ψυχή στην κοινωνία της μακαριότητος· το ξεχώρισμα όμως των
συμφυΐας διασπασμὸς ὀδύνη τῷ ἑλκομένῳ γίνεται».
συνυφασμένων στοιχείων (ψυχής και παθών) προκαλεί πόνο στην ελκόμενη
(ψυχή)».
ΜΑΚΡ. «Οὕτω, φησὶν ἡ διδάσκαλος, καὶ ὁ ἐμός ἐστι λόγος, καὶ ὅτι
«Αυτή είναι και η δική μου άποψη, είπε η δασκάλα. Μέτρο του πόνου είναι η
μέτρον τῆς ἀλγηδόνος ἡ τῆς κακίας ἐν ἑκάστῳ ποσότης ἐστίν. Οὐ γὰρ
ποσότητα της κακίας που υπάρχει στον καθέναν. Διότι δεν είναι δίκαιο, αυτός
εἰκὸς ἐκ τοῦ ἴσου τὸν εἰς τοσοῦτον ἐν ἀπηγορευμένοις γεγονότα κακοῖς,
που πέφτει σε τόσα πολλά απαγορευμένα κακά και αυτός που έχει διαπράξει
καὶ τὸν μετρίοις συνενεχθέντα πλημμελήμασιν, ἐν τῇ κρίσει τῆς
ελαφρά πλημμελήματα, να υποστούν την ημέρα της κρίσεως την ίδια τιμωρία
μοχθηρᾶς ἕξεως ἀνιαθῆναι. ᾿Αλλὰ παρὰ τὸ ποσὸν τῆς ὕλης, ἢ πλεῖον ἢ
για την κακή τους συνήθεια. Αλλά, εκείνη η φλόγα που προκαλεί οδύνη θα
ἔλαττον ἡ ὀδυνηρὰ ἐκείνη φλὸξ ἐξαφθήσεται, ὡς ἂν τὸ ὑποτρέφον ᾖ.
κάψει ανάλογα με την ποσότητα της κακίας, λίγο ή πολύ, έως ότου υπάρχει
υλικό που την τρέφει.
»῟Ω τοίνυν πολὺς ὁ ὑλώδης ἔπεστι φόρτος, πολλὴν ἀνάγκη καὶ
»Σ’ όποιον, λοιπόν, είναι πολύ το φορτίο της υλοφροσύνης, εξ ανάγκης και η
διαρκεστέραν ἐπ᾿ αὐτῷ γίνεσθαι τὴν ἀναλίσκουσαν φλόγα· ᾧ δὲ ἐπ᾿
η φωτιά που θα τον κατακαίει θα είναι μεγάλη και θα διαρκεί πολύ. Σ’ όποιον
ἔλαττον ἡ τοῦ πυρὸς δαπάνη ἐγκαταμέμικται, τοσοῦτον
όμως το υλικό που έχει αναμιχθεί για να καεί είναι λιγότερο, τόσο πιο χαμηλή
ὑποκαταβαίνει τῆς σφοδροτέρας τε καὶ δριμυτέρας ἐνεργείας
σε ένταση και δριμύτητα θα είναι η φωτιά που θα τιμωρεί (κόλαση)· θα
ἡ κόλασις,ὅσον ἠλάττωται τῷ τῆς κακίας μέτρῳ τὸ ὑποκείμενον.
ελαττώνεται ανάλογα με την ποσότητα της κακίας του υποκειμένου (ανθρώπου).
»Χρὴ γὰρ πάντη καὶ πάντως ἐξαιρεθῆναί ποτε τὸ κακὸν ἐκ τοῦ ὄντος,
»Διότι πρέπει εξάπαντος και με οποιοδήποτε τρόπο να βγεί κάποτε το κακό από
καὶ ὅπερ ἐν τοῖς φθάσασιν εἴρηται, τὸ ὄντως μὴ ὂν, μηδ᾿ εἶναι ὅλως.
το ον (ύπαρξη)· και όπως είπαμε παραπάνω, να μην υπάρχει καθόλου το μη
᾿Επειδὴ γὰρ ἔξω τῆς προαιρέσεως ἡ κακία εἶναι φύσιν οὐκ ἔχει, ὅταν
ον (κακό). Επειδή, πράγματι, η κακία έχει τη φύση της έξω από την
πᾶσα προαίρεσις ἐν τῷ Θεῷ γένηται, εἰς παντελῆ ἀφανισμὸν ἡ κακία
προαίρεση (θέληση), όταν κάθε προαίρεση είναι με το Θεό, τότε η κακία θ’
μὴ χωρήσει, τῷ μηδὲν αὐτῆς ὑπολειφθῆναι δοχεῖον».
αφανιστεί εντελώς, διότι δεν θα της απομείνει καμιά ψυχή να τη δεχθεί».
62. ΓΡΗΓ. «᾿Αλλὰ τί κέρδος τῆς χρηστῆς ἐλπίδος, εἶπον ἐγὼ, τῷ
«Αλλά, ρώτησα, ποιό είναι το κέρδος αυτής της καλής ελπίδος για εκείνον
λογιζομένῳ ὅσον ἐστὶ κακὸν καὶ ἐνιαυσιαίαν μόνην ὑποσχεῖν
που σκέφτεται πόσο μεγάλο είναι το κακό, να υποστεί την οδύνη του και για
ἀλγηδόνα; Εἰ δ᾿ εἰς αἰώνιόν τι διάστημα ἡ ἄσχετος ἐκείνη ὀδύνη
ένα μόνο χρόνο; Κι αν, βέβαια, η ανυπόφορη εκείνη οδύνη παραταθεί στην
παραταθείη, τίς ἐκ τῆς ὕστερον ἐλπίδος ὑπολέλειπται παραμυθία,
αιωνιότητα, ποιά παρηγοριά μένει για την μετέπειτα ελπίδα σ’ εκείνον που
ᾧ πρὸς ὅλον αἰῶνα συνδιαμετρεῖται ἡ κόλασις;».
η κόλαση διαρκεί για την αιωνιότητα;».
63. ΜΑΚΡ. «῞Ωστε προνοητέον ἢ καθόλου τῶν τῆς κακίας
«Ώστε, λοιπόν, πρέπει να φροντίσουμε ή να διατηρήσουμε την ψυχή μας
μολυσμάτων φυλάξαι τὴν ψυχὴν ἀμιγῆ τε καὶ ἀκοινώνητον· ἢ εἰ
καθαρή και αμόλυντη από τις προσβολές της κακίας ή, εάν αυτό είναι
τοῦτο πάντη ἀμήχανον διὰ τὸ ἔμπαθες τῆς φύσεως ἡμῶν, ὡς ὅτι
παντελώς αδύνατο, εξαιτίας της εμπαθούς φύσεώς μας, να προσέξουμε τα
μάλιστα ἐν μετρίοις τισὶ καὶ εὐθεραπεύτοις εἶναι τὰ τῆς ἀρετῆς
λάθη της απομακρύνσεώς μας από την αρετή να είναι, κατα το δυνατόν,
ἀποτεύγματα.
ασήμαντα και να θεραπεύονται εύκολα.
»Οἶδε γὰρ ἡ εὐαγγελικὴ διδασκαλία καὶ μυρίων ὀφειλέτην τινὰ
»Διότι η διδασκαλία του Ευαγγελίου αναφέρει οφειλέτες μυρίων
ταλάντων, καὶ πεντακοσίων δηναρίων, καὶ πεντήκοντα, καὶ
ταλάντων, πεντακοσίων δηναρίων, πενήντα δηναρίων και ενός κοδράντη,
κοδράντου τινὸς, ὅπερ τὸ ἔσχατόν ἐστιν ἐν νομίσμασι· τὴν δὲ τοῦ Θεοῦ
ο οποίος είναι το μικρότερο νόμισμα. Η δικαιοσύνη όμως του Θεού
δικαίαν κρίσιν διὰ πάντων διεξιέναι, καὶ τῷ βάρει τοῦ ὀφλήματος
τους κρίνει όλους (τους οφειλέτες), και επιβάλλει υποχρεωτικά την εξόφληση
συνεπιτείνουσαν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπαιτήσεως, καὶ οὐδὲ τῶν
ανάλογα με το ποσό της οφειλής, χωρίς να παραβλέπει και το μικρότερο
σμικροτάτων ὑπερορῶσαν.
χρέος.
»Τὴν δὲ ἀπόδοσιν τῶν ὀφλημάτων τὸ Εὐαγγέλιον εἶπεν οὐκ ἐκ
»Η αποπληρωμή της οφειλής, διηγείται το Ευαγγέλιο, δεν γίνεται με την
χρημάτων διαλύσεως γίνεσθαι, ἀλλὰ παραδίδοσθαι τοῖς βασανισταῖς
επιστροφή των χρεωστουμένων χρημάτων, αλλά ο οφειλέτης παραδίνεται
τὸν ὑπόχρεων, ἕως ἂν, φησὶν, ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον· ὅπερ οὐδὲν
στους βασανιστές, έως ότου ξοφλήσει όλο το χρέος. Αυτό σημαίνει ότι με
ἕτερόν ἐστιν, ἢ διὰ τῆς βασάνου τὴν ἀναγκαίαν ὀφειλὴν ἀποτίσαι, τὸ
τα βασανιστήρια εξοφλείται το υποχρεωτικό χρέος, δηλαδή με την τιμωρία
ὄφλημα τῆς τῶν λυπηρῶν μετουσίας, ὧν παρὰ τὸν βίον ὑπόχρεως
να γευθεί οδύνες και λύπες· αυτές, δηλαδή, που χρεώθηκε στη διάρκεια του
ἐγένετο, ἀμιγῆ τε καὶ ἄκρατον τοῦ ἐναντίου τὴν ἡδονὴν ὑπὸ ἀβουλίας
βίου του, επειδή προτίμησε, από απερισκεψία, την ασύδοτη και άμετρη ηδονή
ἑλόμενος, καὶ οὕτως, ἅπαν ἀποθέμενος τὸ ἀλλότριον ἑαυτοῦ, ὅπερ
του αντιθέτου (κακού). Και έτσι, αφού αποθέσει κάθε τι το ξένο προς τον εαυτό
ἐστὶν ἡ ἁμαρτία, καὶ τὴν ἐκ τῶν ὀφλημάτων αἰσχύνην ἀποδυσάμενος,
του, την αμαρτία δηλαδή, και αποβάλει την ντροπή των χρεών, θα βρεθεί πάλι
ἐν ἐλευθερίᾳ τε καὶ παῤῥησίᾳ γένηται.
ελεύθερος και άφοβος.
64. »῾Η δ᾿ ἐλευθερία ἐστὶν ἡ πρὸς τὸ ἀδέσποτόν τε καὶ αὐτοκρατὲς
»Ελευθερία πάλι είναι η εξομοίωση με την ανεξαρτησία και την αυτονομία·
ἐξομοίωσις, ἡ κατ᾿ ἀρχὰς μὲν ἡμῖν παρὰ Θεοῦ δεδωρημένη,
ο Θεός στην αρχή μας δώρησε την ελευθερία, αλλά με τις ντροπές των
συγκαλυφθεῖσα τῇ τῶν ὀφλημάτων αἰσχύνῃ. Πᾶσα δ᾿ ἐλευθερία μία
χρεών των αμαρτιών μας την καταχωνιάσαμε. Και κάθε μορφή ελευθερίας μία
τίς ἐστι τῇ φύσει καὶ πρὸς ἑαυτὴν οἰκείως ἔχει. ᾿Ακολούθως οὖν πᾶν τὸ
είναι στην ουσία της και βρίσκεται σε αρμονία με τον εαυτό της. Επομένως,
ἐλεύθερον τῷ ὁμοίῳ συναρμοσθήσεται· ἀρετὴ δὲ ἀδέσποτον. Οὐκοῦν
κάθε τι το ελεύθερο ταιριάζει με το όμοιό του. Και μόνον η αρετή είναι
ἐν ταύτῃ γενήσεται πᾶν τὸ ἐλεύθερον, ἀδέσποτον γὰρ τὸ ἐλεύθερον.
ανεξάρτητη. Ανεξάρτητη όμως είναι και η ελευθερία και θα συναφθεί με την
᾿Αλλὰ μὴν ἡ θεία φύσις ἡ πηγὴ πάσης ἐστὶ τῆς ἀρετῆς. ᾿Εν ταύτῃ ἄρα
(ανεξάρτητη) αρετή. Και, βέβαια, αιτία κάθε αρετής είναι η θεία φύση.
οἱ τῆς κακίας ἀπηλλαγμένοι γενήσονται, ἵνα, καθώς φησιν ὁ
Επομένως, όσοι έχουν απαλλαγεί από την κακία θα ενωθούν μ’ αυτήν (τη θεία
᾿Απόστολος, ὁ Θεὸς τὰ πάντα ἐν πᾶσιν.
φύση), για να είναι ο Θεός το παν για τα πάντα, όπως λέει ο Απόστολος.
»Αὕτη γὰρ ἡ φωνὴ σαφῶς μοι δοκεῖ βεβαιοῦν τὴν προεξητασμένην
»Αυτά τα λόγια, νομίζω, πιστοποιούν τη σκέψη που είχαμε εκθέσει
διάνοιαν, ἡ λέγουσα, καὶ εἰς πάντα γενέσθαι τὸν Θεὸν, καὶ ἐν πᾶσι.
προηγούμενα και λέει, ότι ο Θεός θα γίνει τα πάντα και θα είναι σε όλα.
Τῆς γὰρ ἐν τῷ παρόντι ζωῆς ποικίλως τε καὶ πολυειδῶς ἡμῖν
Διότι, η παρούσα ζωή βιώνεται με πολλούς και διάφορους τρόπους και είναι
ἐνεργουμένης, πολλὰ μέν ἐστιν ὧν μετέχομεν, οἷον χρόνου καὶ ἀέρος
πολλά αυτά στα οποία μετέχουμε, όπως ο χρόνος, ο αέρας και ο τόπος,
καὶ τόπου, βρώσεώς τε καὶ πόσεως, καὶ σκεπασμάτων, καὶ ἡλίου, καὶ
η βρώση και πόση, τα σκεπάσματα, ο ήλιος, το λυχνάρι και άλλα πολλά
λύχνου, καὶ ἄλλων πρὸς τὴν χρείαν τοῦ βίου πολλῶν, ὧν οὐδέν ἐστιν
απαραίτητα για τη ζωή των πολλών, από τα οποία όμως κανένα δεν είναι ο
ὁ Θεός· ἡ δὲ προσδοκωμένη μακαριότης μὲν οὐδενός ἐστιν ἐπιδεὴς,
Θεός. Αντίθετα, η προσδοκώμενη μακαριότητα (της αιώνιας ζωής) δεν έχει
πάντα δὲ ἡμῖν καὶ ἀντὶ πάντων ἡ θεία γενήσεται φύσις, πρὸς πᾶσαν
ανάγκη από τίποτε, διότι θα τα αντικαταστήσει όλα για χάρη μας η θεία φύση,
χρείαν τῆς ζωῆς ἐκείνης ἑαυτὴν ἁρμοδίως ἐπιμερίζουσα.
επιμερίζοντας κατάλληλα τον εαυτό της, για να καλύψει κάθε ανάγκη της ζωής
εκείνης.
»Καὶ τοῦτο δῆλόν ἐστιν ἐκ τῶν θείων λόγων, ὅτι καὶ τόπος γίνεται ὁ
»Και αυτό το βεβαιώνουν τα λόγια της Αγίας Γραφής, ότι δηλαδή ο Θεός
Θεὸς τοῖς ἀξίοις, καὶ οἶκος, καὶ ἔνδυμα, καὶ τροφὴ, καὶ πόσις, καὶ φῶς,
γίνεται για τους αξίους και τόπος, και οικία, και ένδυμα, και τροφή, και πόση,
καὶ πλοῦτος, καὶ βασιλεία, καὶ πᾶν νόημά τε καὶ ὄνομα τῶν πρὸς τὴν
και φως, και πλούτος, και βασιλεία, και κάθε έννοια και όνομα απ’ όσα
ἀγαθὴν ἡμῖν συντελούντων ζωήν. ῾Ο δὲ πάντα γινόμενος καὶ ἐν πᾶσι
συναπαρτίζουν την αγαθή (αιώνια) ζωή μας. Και Αυτός που γίνεται τα πάντα,
γίνεται. ᾿Εν τούτῳ δέ μοι δοκεῖ τὸν παντελῆ τῆς κακίας ἀφανισμὸν
θα είναι και σε όλα. Μ’ αυτή τη φράση, μου φαίνεται, η Γραφή εννοεί την
δογματίζειν ὁ λόγος. Εἰ γὰρ ἐν πᾶσι τοῖς οὖσιν ὁ Θεὸς ἔσται, ἡ κακία
ολοκληρωτική εξαφάνιση της κακίας. Διότι, εάν ο Θεός θα είναι σε όλα τα
δηλαδὴ ἐν τοῖς οὖσιν οὐκ ἔσται. Εἰ γάρ τις ὑπόθοιτο κἀκείνην εἶναι,
όντα, τότε η κακία δεν μπορεί να βρίσκεται σ’ αυτά. Εάν κανείς υποθέσει ότι
πῶς σωθήσεται τὸ ἐν πᾶσι τὸν Θεὸν εἶναι; ῾Η γὰρ ὑπεξαίρεσις ἐκείνης,
και εκείνη βρίσκεται εκεί, τότε πώς θα σωθούν (τα όντα) από το Θεό που
ἐλλιπῆ τῶν πάντων ποιεῖ τὴν περίληψιν. ᾿Αλλ᾿ ὁ ἐν τοῖς πᾶσιν
βρίσκεται σε όλα αυτά; Διότι, η εξαίρεση εκείνης (να βρίσκεται και η κακία
στα όντα), κάνει ελλιπή την συμπερίληψη όλων των όντων (στο Θεό).
ἐσόμενος, ἐν τοῖς μὴ οὖσιν οὐκ ἔσται.
Αυτός που θα είναι σε όλα, δεν θα είναι στα μη όντα (κακία).
65. ΓΡΗΓ. «Τί οὖν χρὴ λέγειν, εἶπον, πρὸς τοὺς μικροψύχως ταῖς
«Τί, λοιπόν, ρώτησα, πρέπει να λέω σ’ εκείνους που συμπεριφέρονται με
συμφοραῖς διακειμένους;».
γογγυσμό στις συμφορές;».
ΜΑΚΡ. «Εἴπωμεν πρὸς αὐτοὺς, φησὶν ἡ διδάσκαλος, ὅτι μάτην,
«Θα τους πούμε, απάντησε η δασκάλα, ότι μάταια δυσανασχετείτε,
ὦ οὗτοι, δυσανασχετεῖτε καὶ δυσχεραίνετε τῷ εἱρμῷ τῆς ἀναγκαίας
φίλοι μας,και παραπονείσθε για τη σειρά της αναγκαίας ροής
πραγμάτων ἀκολουθίας, ἀγνοοῦντες πρὸς ὅντινα σκοπὸν τὰ καθ᾿
των πραγμάτων (στη ζωή)· αγνοείτε το σκοπό τον οποίο
ἕκαστον ἐν τῷ παντὶ οἰκονομούμενα φέρεται, ὅτι πάντα χρὴ τάξει τινὶ
εξυπηρετεί το κάθετι στο σύμπαν, ότι δηλαδή όλα, ακολουθώντας κάποια τάξη
καὶ ἀκολουθίᾳ κατὰ τὴν τεχνικὴν τοῦ καθηγεμόνος σοφίαν τῇ θείᾳ
και συνέπεια σύμφωνα με το σχέδιο του σοφού καθοδηγητή, πρέπει να
προσοικειωθῆναι φύσει. Τούτου γὰρ ἕνεκεν ἡ λογικὴ φύσις ἦλθεν εἰς
οικειωθούν τη θεία φύση. Γι’ αυτό το σκοπό δημιουργήθηκε η λογική φύση,
γένεσιν, ὡς τὸν πλοῦτον τῶν θείων ἀγαθῶν μὴ ἀργὸν εἶναι· ἀλλ᾿ οἷον
για να μη μένει ανεκμετάλλευτος ο πλούτος των θείων αγαθών. Αλλά είναι,
ἀγγεῖά τινα προαιρετικὰ τῶν ψυχῶν δοχεῖα, παρὰ τῆς τὸ πᾶν
σαν να κατασκεύασε η θεία Σοφία, που έφτιαξε τα πάντα, τα δοχεία των ψυχών
συστησαμένης σοφίας κατεσκευάσθαι, ἐφ᾿ ᾧτε εἶναί τι χώρημα δεκτικὸν
ως αγγεία προαιρετικά, στα οποία υπάρχει χώρος για να δεχτούν τα αγαθά· και
ἀγαθῶν, τὸ ἀεὶ τῇ προσθήκῃ τοῦ εἰσχεομένου μεῖζον γινόμενον.
ο οποίος (χώρος) συνέχεια αυξάνει με την προσθήκη εισερχομένων αγαθών.
»Τοιαύτῃ γὰρ ἡ τοῦ θείου ἀγαθοῦ μετουσία, ὥστε μείζονα καὶ
»Τέτοια είναι η μετοχή στα αγαθά του Θεού, ώστε αυτόν που μετέχει να τον
δεκτικώτερον ποιεῖν τὸν ἐν ᾧ γίνεται, ἐκ δυνάμεως καὶ μεγέθους
καθιστά μεγαλύτερο και πιο δεκτικό· προσθέτει δύναμη και μέγεθος σ’ αυτόν
προσθήκην ἀναλαμβανομένη τῷ δεχομένῳ, ὡς ἂν αὔξεσθαι τὸν
που τα δέχεται (τα αγαθά), με αποτέλεσμα να αυξάνεται αυτός που τρέφεται
τρεφόμενον, καὶ μὴ λήγειν ποτὲ τῆς αὐξήσεως. Τῆς γὰρ πηγῆς τῶν
μ’ αυτά και να μην σταματά ποτέ η αύξηση. Διότι, καθώς η πηγή των αγαθών
ἀγαθῶν ἀνέκλειπτα πηγαζούσης, ἡ τοῦ μετέχοντος φύσις, διὰ τὸ
είναι αστείρευτη, η φύση του μετέχοντος σ’ αυτά, επειδή τίποτε απ’ όσα
μηδὲν τοῦ λαμβανομένου περιττωματικόν τε εἶναι καὶ ἄχρηστον, ὅλον
λαμβάνει δεν είναι σκουπίδι και άχρηστο και όλο όσο εισέρχεται
τὸ εἰσρέον προσθήκην τοῦ ἰδίου ποιουμένου μεγέθους, ἑλκτικωτέρα τε
προστίθεται στο μέγεθος του, γίνεται πιο ελκυστική για το αγαθό
ἅμα τοῦ κρείττονος, καὶ πολυχωρητοτέρα γίνεται, ἀμφοτέρων
και περισσότερο ευρύχωρη. Διότι και τα δύο ενισχύονται
ἀλλήλοις συνεπιδιδόντων, τῆς τε τρεφομένης δυνάμεως ἐν τῇ τῶν
το ένα από το άλλο: και η δύναμη που τρέφεται με την αφθονία
ἀγαθῶν ἀφθονίᾳ πρὸς τὸ μεῖζον ἐπιδιδούσης, καὶ τῆς τρεφούσης
των αγαθών συντελεί στην αύξηση, και η χορηγία που τρέφει μεγαλώνει κι
χορηγίας, τῇ τῶν αὐξανομένων ἐπιδόσει συμπλημμυρούσης. ῎Εστιν
αυτή μαζί με την επίδοση των μετεχόντων που αυξάνουν. Και είναι εύλογο να
οὖν εἰκὸς εἰς τοιοῦτον ἀναβήσεσθαι μέγεθος, ἐφ᾿ ὃν ὅρος οὐδεὶς
φτάσει σε τέτοιο μέγεθος (η φύση μας), επειδή δεν υπάρχει κανένα όριο να
ἐπικόπτει τὴν αὔξησιν.
σταματήσει την αύξησή της.
66. »Εἶτα τοιούτων ἡμῖν προκειμένων, χαλεπαίνετε διὰ τῆς
»Αφού, λοιπόν, υπάρχουν μπροστά μας τέτοια αγαθά, αγανακτείτε για την
τεταγμένης ἡμῖν ὁδοῦ πρὸς τὸν ἴδιον σκοπὸν προϊούσης τῆς φύσεως;
πορεία που έχει χαραχθεί στη φύση μας, για να βαδίσει προς το σκοπό της;
Οὐ γὰρ ἔστιν ἄλλως ἐπέκεινα γενέσθαι τὸν δρόμον ἡμῖν, μὴ τοῦ
Διότι, δεν υπάρχει άλλος δρόμος να βαδίσουμε προς εκείνα (τα αγαθά), αν
βαροῦντος ἡμᾶς, τοῦ ἐμβριθοῦς λέγω τούτου καὶ γεώδους φορτίου,
αυτό το βάρος μας, εννοώ το βαρύ και γήϊνο φορτίο μας, δεν ξεφορτωθεί
τῆς ψυχῆς ἡμῶν ἀποσεισθέντος, τῆς τε πρὸς αὐτὸ συμπαθείας, ἣν ἐν
από την ψυχή μας· κι αν δεν καθαρθούμε με μεγαλύτερη επιμέλεια από την
τῷδε τῷ βίῳ ἐσχήκαμεν, διὰ κρείττονος ἐπιμελείας ἐγκαθαρθέντας,
προσκόλλησή μας σ’ αυτό, που την αποκτήσαμε στην παρούσα ζωή,ώστε με
ἐν τῷ καθαρῷ δυνηθῆναι προσοικειωθῆναι τὸ ὅμοιον.
την καθαρότητα να μπορέσουμε να πλησιάσουμε στο όμοιό μας (Θεό).
»Εἰ δέ σοί τις καὶ πρὸς τὸ σῶμα τοῦτο σχέσις ἐστὶ, καὶ λυπεῖ σε ἡ τοῦ
»Εάν πάλι είσαι πολύ δεμένος με το σώμα αυτό και σε στενοχωρεί ο χωρισμός
ἠγαπημένου διάζευξις, μηδὲ τοῦτό σοι ἀπ᾿ ἐλπίδος ἔσται. ῎Οψει γὰρ
από το αγαπημένο σου, μην απελπίζεσαι γι’ αυτό. Διότι θα δεις
τοῦτο τὸ σωματικὸν περιβόλαιον τὸν νῦν διαλυθὲν τῷ θανάτῳ
αυτό το σωματικό περίβλημα, που τώρα το διαλύει ο θάνατος,
ἐκ τῶν αὐτῶν πάλιν ἐξυφαινόμενον, οὐ κατὰ τὴν παχυμερῆ ταύτην
να υφαίνεται πάλι με τα ίδια υλικά· όχι βέβαια για να δώσι την ίδια παχιά και
καὶ βαρεῖαν κατασκευὴν, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὸ λεπτότερόν τε καὶ ἀερῶδες
βαρειά μορφή, αλλά με κλώσιμο του νήματος για να υφάνει πιο λεπτή και
μετακλωσθέντος τοῦ νήματος, ὥστε σοι καὶ παρεῖναι τὸ ἀγαπώμενον,
αέρινη μορφή. Έτσι, και θα είναι κοντά σου το αγαπημένο (σώμα) και θα έχει
καὶ ἐν ἀμείνονι καὶ ἐρασμιωτέρῳ κάλλει πάλιν ἀποκαθίστασθαι».
αποκαταστασθεί αυτό σε καλύτερη και ωραιότερη ομορφιά».
67. ΓΡΗΓ. «᾿Αλλ᾿ ἔοικέ πως, εἶπον, ἐξ ἀκολουθίας ἡμῖν τὸ δόγμα τῆς
«Αλλά μου φαίνεται, είπα, ότι κατά κάποιο τρόπο η συζήτησή μας κύλησε
ἀναστάσεως ἐπεισεληλυθέναι τῷ λόγῳ, ὅ μοι δοκεῖ ἰδεῖν ἀληθὲς μὲν
σιγά σιγά προς το δόγμα της αναστάσεως. Και νομίζω ότι από τη διδασκαλία
καὶ πιστὸν ἐκ τῆς τῶν Γραφῶν διδασκαλίας, ἵνα μὴ ἀμφιβάλλῃ· ἐπειδὴ
των Γραφών αυτό αποδεικνύεται αληθινό και παραδεκτό, ώστε κανείς να μην
πῶς ἡ ἀσθένεια τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας, τοῖς χωρητοῖς ἡμῖν
αμφιβάλλει. Επειδή, όμως, η αδυναμία του νου του ανθρώπου αναζητεί
λογισμοῖς, μᾶλλον πρὸς τοιαύτην πίστιν ἐπιστηρίζεται, καλῶς ἂν ἔχοι
περισσότερο, για να πιστέψει, λογικά επιχειρήματα, θα ήταν καλό να μην
μηδὲ τοῦτο τὸ μέρος παραδραμεῖν ἀθεώρητον. Τί οὖν χρὴ λέγειν,
αφήσουμε ανεξέταστο κι αυτό το θέμα. Ας σκεφθούμε, λοιπόν, τί πρέπει να
περισκεψώμεθα».
πούμε γι’ αυτό».
68. ΜΑΚΡ. Καὶ ἡ διδάσκαλος, Οἱ μὲν ἔξω, φησὶ, τῆς καθ᾿ ἡμᾶς
Και η δασκάλα είπε: «Οι στοχαστές όχι της δικής μας φιλοσοφίας διατύπωσαν
φιλοσοφίας ἐν διαφόροις ὑπολήψεσιν, ἄλλος ἄλλως μέρει τινὶ τοῦ κατὰ
ο καθένας διαφορετική θεωρία για κάποιο μέρος του δόγματος της αναστάσεως·
τὴν ἀνάστασιν ἐφήψαντο δόγματος, οὔτε δι᾿ ἀκριβείας τοῖς ἡμετέροις
οι θεωρίες τους ούτε συμφωνούν ακριβώς με τη δική μας ούτε όμως
συνενεχθέντες, οὔτε πάντη τῆς τοιαύτης ἀποσφαλέντες ἐλπίδος. Τινὲς
απομακρύνονται τελείως από μια τέτοια ελπίδα (της αναστάσεως). Διότι
μὲν γὰρ ὑβρίζουσι τῇ κοινότητι τὸ ἀνθρώπινον, τὴν αὐτὴν ἀνὰ μέρος
ορισμένοι εξευτελίζουν την ανθρώπινη φύση, καθώς παραδέχονται ότι η ίδια
ἀνθρώπου τε καὶ ἀλόγου ψυχὴν διοριζόμενοι γίνεσθαι, μετενδυομένην
ψυχή πότε ανήκει σε άνθρωπο και πότε σε άλογο ζώο· μετασαρκώνεται και
τὰ σώματα, καὶ πρὸς τὸ ἀρέσκον ἀεὶ μεταβαίνουσαν, ἢ πτηνὸν, ἢ
κάθε φορά μεταβαίνει από το σώμα του ανθρώπου σ’ αυτό που της αρέσει, είτε
ἔνυδρον, ἢ χερσαῖόν τι ζῶον γινομένην μετὰ τὸν ἄνθρωπον, καὶ πάλιν
(στο σώμα) πτηνού ή θαλάσσιου ζώου ή ζώου της ξηράς· και στο τέλος μετά
ἀπὸ τούτων πρὸς τὴν ἀνθρωπίνην ἐπανιέναι φύσιν. ῞Ετεροι δὲ μέχρι
απ’ αυτά, επανέρχεται στην ανθρώπινη φύση. Άλλοι πάλι επεκτείνουν αυτή
τῶν θάμνων τὸν τοιοῦτον λῆρον ἐκτείνουσιν, ὡς καὶ τὸν ξυλώδη βίον
την ανόητη πίστη μέχρι και τους θάμνους· θεωρούν ότι και η ζωή των δένδρων
αὐτῇ κατάλληλόν τε καὶ οἰκεῖον νομίζειν.
είναι κατάλληλη και ταιριαστή γι’ αυτήν (τη μετενσάρκωση).
»Τοῖς δὲ τοῦτο δοκεῖ μόνον τὸ ἐξ ἀνθρώπου ἕτερον ἄνθρωπον ἀεὶ
»Άλλοι τέλος νομίζουν ότι αυτό (μετενσάρκωση) γίνεται μόνον από άνθρωπο
μεταλαμβάνειν, καὶ διὰ τῶν αὐτῶν πάντοτε τὸν ἀνθρώπινον
σε άνθρωπο· έτσι ώστε ο βίος των ανθρώπων να συνεχίζεται πάντοτε από τις
διεξάγεσθαι βίον, νῦν μὲν ἐν τούτοις, πάλιν δὲ ἐν ἑτέροις τῶν αὐτῶν
ίδιες ψυχές, οι οποίες συνεχώς εισέρχονται τώρα σ’ αυτά τα σώματα και
ψυχῶν εἰς τὸ διηνεκὲς γινομένων. ῾Ημεῖς δὲ καλῶς ἔχειν φαμὲν, ἐκ τῶν
κατόπιν σε άλλα. Εμείς όμως, ξεκινώντας από την πίστη της Εκκλησίας,
ἐκκλησιαστικῶν δογμάτων ὁρμώμενοι, τοσοῦτον παραδέξασθαι μόνον
ισχυριζόμαστε ότι είναι καλό να δεχθούμε από τις αντιλήψεις των μη
τῶν τοιαῦτα πεφιλοσοφηκότων, ὅσον συμφωνοῦντας αὐτοὺς τρόπον
χριστιανών φιλοσόφων τόσο μόνο, ώστε να δείξουμε ότι συμφωνούν κι αυτοί
τινὰ δεῖξαι τῷ τῆς ἀναστάσεως δόγματι. Τὸ γὰρ λέγειν αὐτοὺς πάλιν
κατά κάποιο τρόπο με το δόγμα της αναστάσεως. Καθώς, το να λένε αυτοί ότι,
τισὶν ἐπεισκρίνεσθαι σώμασιν μετὰ τὴν ἀπὸ τούτου διάλυσιν τὴν
μετά τη διάλυση του σώματος, εισέρχεται πάλι η ψυχή σε άλλα σώματα,
ψυχὴν, οὐ λίαν ἀπᾴδει τῆς ἐλπιζομένης ἡμῖν ἀναβιώσεως, ὅτι γὰρ
δεν αντίκειται πολύ από την δική μας ελπιζόμενη ανάσταση. Διότι και η δική
ἡμέτερος λόγος ἐκ τῶν τοῦ κόσμου στοιχείων, νῦν τε καὶ εἰσαῦθις τὸ
διδασκαλία λέει ότι το σώμα συνίσταται, και τώρα και μετά απ’ αυτή τη ζωή,
σῶμα ἡμῶν συνίστασθαι λέγει.
από τα στοιχεία του κόσμου.
69. »Καὶ τοῖς ἔξωθεν τὸ ἶσον δοκεῖ. Οὐ γὰρ ἄλλην τινὰ τοῦ σώματος
»Και συμφωνεί με τους εκτός χριστιανισμού σοφούς. Διότι δεν μπορούν να
ἐπινοήσαιεν φύσιν ἔξω τῆς συνδρομῆς τῶν στοιχείων. Διαφέρει δὲ
επινοήσουν άλλο τρόπο συστάσεως της φύσεως του σώματος εκτός από τη
τοσοῦτον, ὅσον παρ᾿ ἡμῶν μὲν τὸ αὐτὸ λέγεσθαι πάλιν περὶ τὴν
συνδρομή των στοιχείων. Η διαφορά μας είναι τόση, όσο λέμε εμείς ότι το ίδιο
ψυχὴν συμπήγνυσθαι σῶμα, ἐκ τῶν αὐτῶν στοιχείων συναρμοζόμενον·
σώμα συγκροτείται πάλι γύρω από την ψυχή και αποτελείται από τα ίδια
ἐκείνους δὲ οἴεσθαι πρὸς ἄλλα τινὰ σώματα λογικά τε καὶ ἄλογα καὶ
στοιχεία. Εκείνοι βέβαια πιστεύουν ότι η ψυχή ξεπέφτει σε κάποια άλλα
ἀναίσθητα τὴν ψυχὴν καταπίπτειν οἷς τὸ μὲν ἐκ τῶν τοῦ κόσμου
σώματα, είτε λογικά είτε άλογα είτε χωρίς αισθήσεις. Παραδέχονται ότι τα
μερῶν εἶναι τὴν σύστασιν ὁμολογεῖται, διαφωνεῖ δὲ τὸ μὴ ἐκ τῶν
σώματα συνίστανται από τα στοιχεία του κόσμου, αλλά διαφωνούν στο ότι δεν
αὐτῶν οἴεσθαι τῶν κατ᾿ ἀρχὰς ἐν τῇ διὰ σαρκὸς ζωῇ τῇ ψυχῇ
πιστεύουν ότι τα (αναστημένα) σώματα γίνονται πάλι από τα ίδια στοιχεία που
προσφυέντων. Οὐκοῦν τὸ μὲν μὴ ἔξω τοῦ εἰκότος εἶναι τὸ πάλιν τὴν
ενώθηκαν με την ψυχή στην επίγεια ζωή. Επομένως, το ότι δεν είναι
ψυχὴν ἐν σώματι γενέσθαι, παρὰ τῆς ἔξω φιλοσοφίας μεμαρτυρήσθω·
απίθανο να εισέλθει η ψυχή πάλι στο σώμα, το βεβαιώνει η κοσμική
τὸ δὲ ἀσύστατον τοῦ ἐκείνων δόγματος καιρὸς ἂν εἴη
φιλοσοφία. Και τώρα είναι καιρός να διαλύσουμε το ασύστατο της δικής τους
διασκορπίσασθαι, καὶ δι᾿ αὐτῆς δὲ τῆς κατὰ τὸ εὔλογον ἀνακυπτούσης
πίστεως και να φανερώσουμε την αλήθεια, όσο είναι δυνατόν, με τα
ἡμῖν ἀκολουθίας, φανερῶσαι ὡς ἔστι δυνατὸν τὴν ἀλήθειαν.
επιχειρήματα που προκύπτουν εύλογα από τη συνέχεια της συζητήσεώς μας.
70. »Τίς οὖν ὁ περὶ τούτων λόγος; Οἱ πρὸς διαφόρους φύσεις τὴν
»Ποιά είναι, λοιπόν, τα επιχειρήματά μας γι’ αυτό; Εκείνοι που τοποθετούν την
ψυχὴν μετοικίζοντες, συσχεῖν μοι δοκοῦσι τὰς τῆς φύσεως ἰδιότητας·
ψυχή σε διάφορα σώματα, μου φαίνεται ότι συγχέουν τις φυσικές ιδιότητες.
καὶ πάντα χρὴματα καταμιγνύειν τε καὶ ἀναφύρειν πρὸς ἄλληλα, τὸ
Αναμειγνύουν και μπερδεύουν όλα τις ιδιότητες μεταξύ τους, την αλογία, τη
ἄλογον, τὸ λογικὸν, τὸ αἰσθητικὸν, τὸ ἀναίσθητον· εἴπερ ἐν ἀλλήλοις
λογικό, τις αισθήσεις, την έλλειψη αισθήσεων· εφόσον αυτές ανακατεύονται
ταῦτα γένοιτο, μηδέ τινι φύσεως εἱρμῷ κατὰ τὸ ἀμετάπτωτον ἀπ᾿
η μία με την άλλη, δεν ταξινομούνται μεταξύ τους σύμφωνα με κάποια φυσική
ἀλλήλων διαστοιχιζόμενα.
σειρά.
»Τὸ γὰρ τὴν αὐτὴν ψυχὴν λέγειν, νῦν μὲν λογικήν τε καὶ διανοητικὴν,
Διότι, δέχονται ότι πρώτα η ψυχή, με την περιβολή του τάδε μορφής σώματος,
διὰ τῆς τοιᾶσδε τοῦ σώματος περιβολῆς γίνεσθαι· πάλιν δὲ μετὰ τῶν
γίνεται λογική και έχει νου· στη συνέχεια όμως, ζει στις φωλιές των
ἑρπετῶν φωλεύειν, ἢ τοῖς ὀρνέοις συναγελάζεσθαι, ἢ ἀχθοφορεῖν,
ερπετών ή ζει στην αγέλη αρπακτικών ή γίνεται ζώο αχθοφόρο
ἢ σαρκοβορεῖν, ἢ ὑποβρύχιον εἶναι, ἢ καὶ πρὸς τὸ ἀναίσθητον
ή σαρκοβόρο ή θαλάσσιο· ή πέφτει στην κατάσταση αυτών που δεν έχουν
μεταπίπτειν, ῥιζουμένην τε καὶ ἀποδενδρουμένην, καὶ κλάδων ἐκφύσεις
αισθήσεις, δηλαδή φυτό με ρίζες ή χωρίς αυτές, ή βλαστός που βγάζει
ἀναβλαστάνουσαν, καὶ ἐν τούτοις ἢ ἄνθος, ἢ ἀκάνθην, ἢ τρόφιμόν τι
κλαδιά κι απ’ αυτά βγαίνουν άνθη ή αγκάθια ή καρπός καλός
φυομένην, ἢ δηλητήριον, οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν, ἢ ταὐτὸν ἡγεῖσθαι τὰ
ή δηλητηριώδης· όλα αυτά δεν σημαίνουν τίποτε άλλο παρά ότι όλα
πάντα, καὶ μίαν ἐν τοῖς οὖσιν εἶναι τὴν φύσιν ἐν συγκεχυμένῃ τινὶ καὶ
ταυτίζονται και ότι όλα τα όντα έχουν μία φύση που βρίσκεται σε κατάσταση
ἀδιακρίτῳ κοινωνίᾳ πεφυρμένην, μηδεμιᾶς ἰδιότητος τὸ ἕτερον τοῦ
συγχύσεως και αδιάκριτης κοινωνίας με τον εαυτό της, αφού καμιά ιδιότητα
ἑτέρου ἀποκρινούσης.
της δεν ξεχωρίζει το ένα ον από το άλλο.
71. »῾Ο γὰρ λέγων τὸ αὐτὸ ἐν παντὶ γίνεσθαι, οὐδὲν ἕτερον, ἢ ἓν εἶναι
»Εκείνος που λέει ότι το ίδιο ον γίνεται και όλα τα άλλα, δηλώνει ότι θέλει όλα
τὰ πάντα βούλεται, τῆς ἐμφαινομένης διαφορᾶς τοῖς οὖσιν οὐδὲν πρὸς
να είναι ένα· αφού η εμφανής διαφορά των όντων δεν εμποδίζει σε τίποτε την
ἐπιμιξίαν τῶν ἀκοινωνήτων ἐμποδιζούσης· ὡς ἀνάγκην εἶναι, κἄν τι
ανάμιξη εκείνων που δεν αναμειγνύονται. Δείχνει ότι είναι ανάγκη, ακόμη κι
τῶν ἰοβόλων, καὶ σαρκοβόρων θεάσηται, ὁμόφυλον νομίζειν ἑαυτῷ
αν δει ένα δηλητηριώδες ή σαρκοφάγο ζώο, να το θεωρεί ομόφυλο και
καὶ συγγενὲς τὸ φαινόμενον, οὐδὲ τὸ κώνειον ὁ τοιοῦτος ὡς ἀλλότριον
συγγενικό με τον εαυτό του. Αυτός που έχει αυτές τις απόψεις ούτε το κώνειο
τῆς ἰδίας ὄψεται φύσεως· εἴπερ βλέπει καὶ ἐν φυτοῖς τὸ ἀνθρώπινον,
θεωρεί σαν ξένο στη φύση του. Εάν πιστεύει ότι ο άνθρωπος γίνεται και φυτό,
ἀλλ᾿ οὐδὲ πρὸς αὐτὸν ἀνυπόπτως ἕξει τὸν βότρυν τὸν ἐπὶ τῇ χρείᾳ
ακόμη και τα σταφύλια, που τα καλλιεργεί για τις ανάγκες της ζωής του, θα τα
τῆς ζωῆς γεωργούμενον. Καὶ γὰρ καὶ αὐτὸς τῶν φυομένων ἐστίν·
υποψιάζεται! Διότι και αυτός από τα φυτά προέρχεται· φυτά, επίσης, είναι
φυτὰ δὲ ἡμῖν καὶ τὰ τῶν ἀσταχύων γεννήματα, δι᾿ ὧν τρεφόμεθα.
και τα γεννήματα των σιτηρών, με τα οποία τρεφόμαστε.
»Πῶς οὖν ἐπάξει τὴν δρεπάνην ἀσταχύων τομῇ; πῶς δὲ ἀποθλίψει
»Πώς, λοιπόν, θα πάρει το δρεπάνι για να θερίσει τα στάχυα; Πώς θα πατήσει
τὸν βότρυν, ἢ ἀνορύξει τῆς ἀρούρας τὴν ἄκανθαν, ἢ τὸ ἄνθος δρέψει,
τα σταφύλια ή θα ξερριζώσει τ’ αγκάθια από το χωράφι ή θα κόψει τα άνθη
ἢ θηρεύσει τοὺς ὄρνιθας, ἢ ἀπὸ ξύλων ἀνακαύσει πυρὰν, ἄδηλον ὂν
ή θα κυνηγήσει πουλιά ή θ’ ανάψει φωτιά με ξύλα, αφού δεν γνωρίζει αν το
εἰ μὴ κατὰ συγγενῶν, ἢ προγόνων, ἢ ὁμοφύλων, ἡ χεὶρ φέρεται, καὶ
χέρι του υψώνεται για να σκοτώσει κάποιον συγγενή ή πρόγονο ή ομόφυλό του;
διὰ τοῦ σώματος αὐτῶν ἢ τὸ πῦρ ἀνάπτεται, ἢ ὁ κρατὴρ κιρνᾶται, ἢ
Δεν γνωρίζει αν ανάβει φωτιά ή γεμίζει το ποτήρι ή ετοιμάζει φαγητό με το
ἡ τροφὴ παρασκευάζεται;
σώμα κάποιου απ’ αυτούς;
»Τὸ γὰρ οἴεσθαι δι᾿ ἑκάστου τούτων τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου
»Διότι, εφόσον δέχεται ότι, μέσα από το καθένα απ’ αυτά, η ψυχή του
γίνεσθαι φυτὸν ἢ ζῶον, σημεῖα δὲ μὴ ἐπικεῖσθαι, ποῖον μὲν τὸ ἐξ
ανθρώπου γίνεται φυτό ή ζώο και δεν υπάρχουν σημάδια αναγνώρισης ποιό
ἀνθρώπου φυτὸν ἢ ζῶον, ποῖον δὲ τὸ ἑτέρως γινόμενον, πρὸς πάντα
φυτό ή ζώο κατάγεται από άνθρωπο και ποιό προέρχεται από άλλη αιτία,
κατὰ τὸ ἶσον ὁ τῇ τοιαύτῃ προειλημμένος ὑπολήψει διατεθήσεται,
αναγκαστικά αυτός που δέχεται αυτή τη θεωρία πρέπει σ’ όλα να δείχνει ίδια
ὡς κατ᾿ ἀνάγκην, ἢ καὶ κατ᾿ αὐτῶν τῶν ἐν τῇ φύσει ζώντων
συμπεριφορά. Υποχρεωτικά, ή θα συμπεριφέρεται με αγένεια προς όλους
ἀνθρώπων ἀπηνῶς ἔχειν, ἢ εἴπερ ἐπὶ τῶν ὁμοφύλων πρὸς
όσοι είναι άνθρωποι από τη φύση τους, ή, εάν έχει μέσα του φυσική αγάπη
φιλανθρωπίαν ἐκ φύσεως ῥέποι, ὁμοίως αὐτὸν διακεῖσθαι πρὸς πᾶν
για τους ομοφύλους του, θα δείχνει ίδια συμπεριφορά σε κάθε έμψυχο ον,
ἔμψυχον, κἂν ἐν ἑρπετοῖς, κἂν ἐν θηρίοις τύχοι·
είτε ερπετό είτε άγριο θηρίο.
»ἀλλὰ κἂν ἐν ὕλῃ δένδρον γίνεται, ὁ τὸ δόγμα τοῦτο παραδεξάμενος,
Αλλά, κι αν εκείνος που δέχεται αυτή τη θεωρία έλθει σε δάσος από δένδρα,
δῆμον ἀνθρώπων τὰ δένδρα οἰήσεται. Τίς οὖν ὁ τοιοῦτος βίος ἢ πρὸς
θα νομίσει τα δένδρα ως πλήθος από ανθρώπους. Τί είδους ζωή θα είναι αυτή,
πάντα εὐλαβῶς διὰ τὸ ὁμόφυλον, ἢ καὶ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἀπηνῶς
όταν ή θα τα σέβεται όλα ως ομόφυλα ή θα συμπεριφέρεται σκληρά προς τους
διὰ τὴν ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀδιαφορίαν ἔχοντος; Οὐκοῦν ἀπόβλητος ἐκ
ανθρώπους, αφού δεν θα βλέπει διαφορά τους με τα άλλα όντα. Η θεωρία,
τῶν εἰρημένων ὁ τοιοῦτος ἂν εἴη λόγος, πολλῶν καὶ ἄλλων τῆς
λοιπόν, αυτή απ’ όσα είπαμε είναι αβάσιμη, καθώς και πολλοί άλλοι λόγοι
τοιαύτης ἡμᾶς ὑπολήψεως κατὰ τὸ εὔλογον ἀπαγόντων.
συνηγορούν για την απόρριψή της.
72. »῎Ηκουσα γὰρ τῶν τοιαῦτα δογματιζόντων, ὅτι ἔθνη τινὰ τῶν
Διότι άκουσα απ αυτούς που ασπάζονται αυτές τις θεωρίες, ότι πλήθος ψυχών,
ψυχῶν ἀποτίθεται ἐν ἰδιαζούσῃ τινὶ πολιτείᾳ πρὸς τὴν ἐν σώματι
πριν τη σωματική ζωή (επίγεια), ζουν σε κάποια ιδιαίτερη πολιτεία· με την
ζωὴν βιοτεύοντα, ἐν τῷ λεπτῷ τε καὶ εὐκινήτῳ τῆς φύσεως ἑαυτῶν
λεπτή και ευκίνητη φύση τους περιφέρονται, πετώντας μαζί με τη κίνηση του
τῇ τοῦ παντὸς συμπεριπολοῦντος δινήσει, ῥοπῇ δέ τινι τῇ πρὸς κακίαν
σύμπαντος· αλλά, εξαιτίας κάποιας ροπής των ψυχών προς την κακία, χάνουν
πτεροῤῥοούσας τὰς ψυχὰς ἐν σώματι γίνεσθαι· πρῶτον μὲν
τις πτέρυγές τους και μπαίνουν μέσα σε σώμα. Στην αρχή, εισέρχονται σε
ἀνθρώποις, εἶθ᾿ οὕτως διὰ τῆς πρὸς τὰ ἄλογα τῶν παθῶν ὁμιλίας,
σώματα ανθρώπων· έπειτα όμως, μετά το τέλος της ανθρώπινης ζωής,
μετὰ τοῦ ἀνθρωπίνου βίου ἐγχώρησιν ἀποκτηνοῦσθαι, κἀκεῖθεν μέχρι
επειδή μετέχουν στα άλογα πάθη, αποκτηνώνονται, και από κει
τῆς φυσικῆς ταύτης καὶ ἀναισθήτου καταπίπτειν ζωῆς, ὡς τὸ τῇ φύσει
πέφτουν σ την αναίσθητη φυσική κατάσταση της ζωής. Έτσι, η από τη
λεπτὸν καὶ εὐκίνητον, ὅπερ ἐστὶν ἡ ψυχὴ, πρῶτον μὲν ἐμβριθές τε καὶ
φύση της λεπτή και ευκίνητη ψυχή πρώτα γίνεται βαρειά και πέφτει
κατωφερὲς γίνεσθαι τοῖς ἀνθρωπίνοις σώμασι διὰ κακίας
προς τα κάτω, επειδή λόγω της κακίας εισέρχεται στα ανθρώπινα σώματα.
εἰσοικιζόμενον· εἶτα τῆς λογικῆς δυνάμεως ἀποσβεσθείσης τοῖς ἀλόγοις
Έπειτα, όταν χαθεί η λογική της δύναμη, ζει ανάμεσα στα άλογα ζώα.
ἐμβιοτεύειν· ἐκεῖθεν δὲ καὶ τῆς τοιαύτης τῶν αἰσθήσεων χάριτος
Και από κει, αφού της αφαιρεθεί κι αυτή η χάρη των αισθήσεων,
ἀφαιρεθείσης, τὴν ἀναίσθητον ταύτην ζωὴν τὴν ἐν φυτοῖς
μεταβαίνει στη ζωή των φυτών, που δεν έχουν ούτε αισθήσεις.
μεταλαμβάνειν· ἀπὸ τούτου δὲ πάλιν διὰ τῶν αὐτῶν ἀνιέναι βαθμῶν,
Τέλος, κι απ’ αυτή την κατάσταση ανεβαίνει πάλι τις ίδιες βαθμίδες της ζωής,
καὶ πρὸς οὐράνιον χῶρον ἀποκαθίστασθαι.
και αποκαθίσταται στον τόπο του ουρανού.
73. »Τὸ δὲ τοιοῦτον δόγμα τοῖς καὶ μετρίως κρίνειν ἐπεσκεμμένοις
»Αυτή η διδασκαλία, και για εκείνους που έχουν μέτρια κρίση (λογική),
αὐτόθεν ἐλέγχεται, μηδεμίαν ἔχειν ἐν ἑαυτοῖς στάσιν. Εἰ γὰρ ἀπὸ τῆς
αποδεικνύεται ότι δεν έχει μέσα της καμία βάση. Διότι, εάν η ψυχή
οὐρανίας ζωῆς διὰ κακίας ἐπὶ τὸν ξυλώδη βίον ἡ ψυχὴ κατασύρεται,
κατρακυλά εξαιτίας της κακίας από την ουράνια ζωή στη ζωή των φυτών,
ἀπὸ τούτου δὲ πάλιν δι᾿ ἀρετῆς ἐπὶ τὸν οὐράνιον ἀνατρέχει,
και απ’ αυτή, μέσω της αρετής, ανεβαίνει πάλι στα ουράνια,
εὑρίσκεται ὁ λόγος αὐτῶν ἀπορῶν, ὅ τι προτιμότερον οἴεται, εἴτε τὴν
τότε ο νους τους βρίσκεται σε αμηχανία, τί να θεωρεί προτιμότερο, τη φυτική
ξυλίνην, εἴτε τὴν οὐρανίαν ζωήν.
ή την ουράνια ζωή!
»Κύκλος γάρ τίς ἐστι διὰ τῶν ὁμοίων περιχωρῶν, ἀεὶ τῆς ψυχῆς,
Διότι γίνεται μια κυκλική πορεία από όμοιες καταστάσεις· και η ψυχή, όπου
ἐν ᾧπερ ἂν ᾖ, ἀστατούσης. Εἰ γὰρ ἐκ τῆς ἀσωμάτου ζωῆς πρὸς τὴν
κι αν είναι, βρίσκεται σε αστάθεια. Εάν, δηλαδή, πέφτει η ψυχή από την
σωματικὴν ἀναπίπτει, καὶ ἐκ ταύτης πρὸς τὴν ἀναίσθητον· ἐκεῖθεν δὲ
ασώματη στη σωματική ζωή, απ’ αυτήν στην αναίσθητη, και από κει πάλι
πάλιν πρὸς τὴν ἀσώματον ἀνατρέχει, οὐδὲν ἕτερον ἢ ἀδιάκριτος
ανεβαίνει στην ασώματη, όλα αυτά τίποτε άλλο δεν σημαίνουν, γι’αυτούς που
κακῶν τε καὶ ἀγαθῶν σύγχυσις παρὰ τοῖς ταῦτα δογματίζουσιν
τα δέχονται, παρά αδυναμία διακρίσεως των κακών από τα αγαθά, και σύγχυση.
ὑπονοεῖται. Οὔτε γὰρ ἡ οὐρανία διαγωγὴ ἐν τῷ μακαρισμῷ διαμένει,
Διότι, ούτε η ουράνια ζωή μπορεί να παραμείνει ευτυχισμένη, εφόσον
εἴπερ κακία τῶν ἐκεῖ ζώντων καθάπτεται· οὔτε τὰ ξύλα τῆς ἀρετῆς
η κακία επηρεάζει όσους ζουν εκεί· ούτε τα δένδρα θα είναι αμέτοχα στην
ἀμοιρήσει, εἴπερ ἐντεῦθεν μὲν ἐπὶ τὸ ἀγαθὸν παλινδρομεῖν οἴονται τὴν
αρετή, επειδή πιστεύουν ότι απ’ αυτήν τη (φυτική) ζωή αρχίζει πάλι η ψυχή να
ψυχὴν, ἐκεῖθεν δὲ τοῦ κατὰ κακίαν ἀνάρχεσθαι.
επιστρέφει στο αγαθό, ενώ από κει αρχίζει τη ζωή της κακίας.
74. »Εἰ γὰρ ἐν τῷ οὐρανῷ ἡ ψυχὴ συμπεριπολοῦσα τῇ κακίᾳ
»Εάν, πράγματι, η ψυχή περιφερόμενη στον ουρανό συνδέεται με
συμπλέκεται, καὶ διὰ ταύτης ἐπὶ τὸν ὑλώδη καθελκυσθεῖσα βίον,
την κακία, και εξαιτίας της κακίας πάλι, ενώ έχει παρασυρθεί στην υλόφρονα
ἀνωθεῖται πάλιν ἐντεῦθεν ἐπὶ τὴν ἐν ὕψει διαγωγήν· ἄρα τὸ ἔμπαλιν
ζωή, ανεβαίνει από κάτω προς την υψηλή ζωή, είναι επόμενο εκείνοι να έχουν
παρ᾿ ἐκείνων κατασκευάζεται, τὸ τὴν μὲν ὑλικὴν ζωὴν κακίας εἶναι
αντίθετη πίστη (με μας): η υλική ζωή (γι’ αυτούς) αποτελεί στάδιο καθάρσεως
κάθαρσιν, τὴν δὲ ἀπλανῆ περιφορὰν κακῶν ἀρχηγὸν καὶ αἰτίαν ταῖς
από την την κακία, ενώ η ζωή στον ουρανό γίνεται για τις ψυχές πρωταίτια της
ψυχαῖς γίνεσθαι, εἴπερ ἐντεῦθεν δι᾿ ἀρετῆς πτεροφυήσασαι
κακίας. Διότι, (οι ψυχές) από την παρούσα ζωή με την αρετή βγάζουν φτερά
μετεωροποροῦσιν, ἐκεῖθεν δὲ διὰ κακίας τῶν πτερῶν ἐκπιπτόντων
και ανεβαίνουν στον ουρανό, ενώ από κει (ουρανό) με την κακία χάνουν τα
χαμαιπετεῖς πρόσγειοι γίνονται, τῇ παχύτητι τῆς ὑλικῆς
φτερά τους, προσγειώνονται χαμηλά στη γη και ανακατεύονται με την
καταμιγνύμεναι φύσεως.
παχύτητα της υλικής φύσεως.
»Καὶ οὐ μέχρι τούτων ἵσταται τῶν τοιούτων δογμάτων ἡ ἀτοπία,
Και δεν σταματά μέχρις εδώ η αντίφαση αυτών των θεωριών, στην
τῷ ἀντεστράφθαι πρὸς τοὐναντίον τὰς ὑπολήψεις. ᾿Αλλ᾿ οὐδὲ αὐτὴ
αντιστροφή δηλαδή των δογμάτων προς το αντίθετο. Ακόμη, κι αυτή τους η
παγία διαμένει μέχρι πάντων αὐτοῖς ἡ ὑπόνοια. Εἰ γὰρ ἄτρεπτον τὴν
άποψη δεν μένει σταθερή σε όλα έως το τέλος. Διότι, εάν θεωρούν άτρεπτη
οὐράνιον λέγουσι φύσιν, πῶς χώραν ἔχει ἐν τῷ ἀτρέπτῳ τὸ πάθος;
την ουράνια φύση, πώς εισχωρεί πάθος στο άτρεπτο; Και εάν είναι
Καὶ εἰ ἐμπαθὴς ἡ κάτω φύσις, πῶς ἐν τῷ παθητῷ κατορθοῦται ἡ
εμπαθής η επίγεια φύση, πώς είναι δυνατόν μέσα στο πάθος να κατορθώνεται
ἀπάθεια; ᾿Αλλὰ φυροῦσι τὰ ἄμικτα, καὶ ἑνοῦσι τὰ ἀκοινώνητα,
η απάθεια; Αλλά αυτοί αναμειγνύουν τα άμικτα και ενώνουν τα ακοινώνητα·
ἐν πάθει τὸ ἄτρεπτον, καὶ ἐν τῷ τρεπτῷ πάλιν καθορῶντες τὴν
αποδίδουν στο πάθος το άτρεπτο, και αντίθετα στο τρεπτό την απάθεια.
ἀπάθειαν. Καὶ οὐδὲ τούτοις εἰσαεὶ διαμένουσιν· ἀλλ᾿ ὅθεν τὴν ψυχὴν
Ούτε μένουν σταθεροί σ’ αυτές τις απόψεις για πάντοτε. Αλλά, απ’ όπου
διὰ κακίας ἀπῴκησαν, ἐκεῖσε πάλιν αὐτὴν ὡς ἀσφαλῆ καὶ ἀκήρατον
εξόρισαν την ψυχή με την κακία, εκει πάλι την εγκαθιστούν, από την υλική
ζωὴν ἐκ τῆς ὑλικῆς ἀνοικίζουσιν, ὥσπερ ἐπιλαθόμενοι τὸ ἐκεῖθεν αὐτὴν
στην ασφαλή και απείραχτη ζωή· σαν να λησμόνησαν ότι απο κει πήγασε η
ἡ κακία βρύσασα τῇ κάτω καταμιχθῆναι φύσει.
κακία και αναμείχθηκε με την κατώτερη φύση.
75. »῞Η τε οὖν διαβολὴ τοῦ τῇδε βίου, καὶ ὁ τῶν οὐρανίων ἔπαινος ἐν
»Τόσο, λοιπόν, η κατάκριση της παρούσης ζωής όσο και ο έπαινος της
ἀλλήλοις συγχέονται καὶ ἀνωφεροῦνται, τοῦ μὲν διαβεβλημένου κατὰ
επουράνιας συγχέονται μεταξύ τους και μπερδεύονται· διότι, σύμφωνα με την
τὴν ἐκείνων δόξαν πρὸς τὸ καλὸν καθηγουμένου· τοῦ δὲ πρὸς
άποψή τους, ο κατακριτέος (επίγειος βίος) οδηγεί στο καλό· ενώ αυτός
κρείττονος ὑπειλημμένου τὴν ἀφορμὴν ἐνδιδόντος τῇ ψυχῇ τῆς πρὸς
που θεωρείται αφορμή για το καλύτερο, παρέχει στην ψυχή ροπή προς το
τὸ χεῖρον ῥοπῆς.
χειρότερο.
76. »Οὐκοῦν ἐκβλητέα τῶν τῆς ἀληθείας δογμάτων πᾶσα
»Γι’ αυτό πρέπει να απορριφθεί από την αληθινή διδασκαλία της πίστεως κάθε
πεπλανημένη τε καὶ ἀστατοῦσα περὶ τῶν τοιούτων ὑπόληψις· μήθ᾿
πλανεμένη και αβάσιμη θεωρία γι’ αυτά τα θέματα. Ούτε θα θεωρήσουμε
ὅσοι καταβαίνειν ἐκ γυναικείων σωμάτων πρὸς τὴν ἀνδρώδη ζωὴν
αληθινές τις ιδέες εκείνες που υποστηρίζουν ότι οι ψυχές μεταβαίνουν από τα
τὰς ψυχὰς δοκείη τὸ ἔμπαλιν ἐν γυναιξὶ γίνεσθαι τὰς τῶν ἀνδρικῶν
γυναικεία σώματα στην ανδρική ζωή· και το αντίστροφο, οι ψυχές που έφυγαν
σωμάτων χωρισθείσας ψυχὰς, ἢ καὶ πρὸς ἄνδρας ἐξ ἀνδρῶν
από ανδρικά σώματα πηγαίνουν σε γυναίκες, ή μεταβαίνουν από άνδρες σε
μεταβαίνειν, καὶ γυναῖκας ἐκ γυναικῶν γίνεσθαι λέγουσιν, ὡς τῆς
άνδρες και από γυναίκες σε άλλες γυναίκες.
ἀληθείας ἐστοχασμένους ἀκολουθήσωμεν.
»῾Ο μὲν γὰρ πρότερος οὐ μόνον τῷ ἄστατος καὶ ἀπατηλὸς εἶναι
»Πράγματι, η πρώτη θεωρία αποδοκιμάστηκε όχι μόνον ως αβάσιμη
ἀπεδοκιμάσθη ὁ λόγος, αὐτὸς ἐν ἑαυτῷ πρὸς τὰς ἐναντίας ὑπολήψεις
και πλανερή –διότι περιέχει μέσα της αντιφάσεις–, αλλά
περιτρεπόμενος, ἀλλ᾿ ὅτι καὶ ἀσεβῶς ἔχει, μηδὲν τῶν ὄντων εἰς γένεσιν
είναι και ασεβής, διότι διδάσκει ότι κανένα ον δεν δημιουργείται,
ἄγεσθαι δογματίζων, καὶ κακίας τῇ ἑκάστου φύσει τὴν ἀρχὴν
εάν η κακία δεν δώσει την αρχή της φύσεως του καθενός.
ἐνδιδούσης. Εἰ γὰρ οὔτε ἄνθρωποι, οὔτε φυτὰ, οὔτε βοσκήματα,
Εάν, λοιπόν, ούτε οι άνθρωποι ούτε τα φυτά ούτε τα ζώα δεν γεννιούνται,
μὴ ψυχῆς ἄνωθεν ἐπὶ ταῦτα ἐμπεσούσης φύονται· ἡ δὲ πτῶσις διὰ
αν δεν εκπέσει από τα πάνω προς αυτά κάποια ψυχή· κι αν η πτώση της ψυχής
κακίας γίνεται, ἄρα κατάρχειν οἴονται τὴν κακίαν τῆς τῶν ὄντων
έχει αιτία την κακία, άρα αυτοί θεωρούν ότι η κακία αποτελεί τη συστατική
συστάσεως.
αρχή των όντων.
77. »Καί πως συμβαίνει κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ἀμφότερα, καὶ
»Και πώς συμβαίνει να γίνονται ταυτόχρονα και τα δύο, δηλαδή και ο
ἄνθρωπον ἐκ γάμου φύεσθαι, καὶ τῆς ψυχῆς τὴν κατάπτωσιν τῇ τοῦ
άνθρωπος να γεννιέται από το γάμο και η έκπτωση της ψυχής να γίνεται
γάμου συμβαίνειν σπουδῇ. Καὶ τὸ ἔτι τούτου παραλογώτερον, εἰ ἔαρι
σύγχρονα με το γάμο; Και το ακόμη πιο παράλογο, εάν τα περισσότερα από
τὰ πολλὰ τῆς ἀλόγου φύσεως συνδυάζεται, ἆρ᾿ οὖν ἔστιν εἰπεῖν ὅτι
τα άλογα ζώα συνέρχονται την άνοιξη, άραγε είναι δυνατόν να πει κανείς ότι
καὶ τῇ ἄνω περιφορᾷ τὸ ἔαρ ἐμφύεσθαι τὴν κακίαν ποιεῖ, ὥστε
η άνοιξη συντελεί στο να φυτευθεί η κακία και σ’ αυτά που βρίσκονται στον
συμβαίνει ὁμοῦ τε τοῦ κακοῦ τὰς ψυχὰς πληρουμένας πίπτειν, καὶ τὰς
ουρανό; Ώστε, να συμβαίνει ταυτόχρονα και οι ψυχές γεμάτες από κακία να
γαστέρας τῶν ἀλόγων κυΐσκεσθαι;
πέφτουν από τον ουρανό και οι κοιλιές των ζώων να κυοφορούν;»
»Τί δ᾿ ἂν εἴπῃ τις περὶ τοῦ γεωπόνου τοῦ καταπηγνύοντος τῇ γῇ τὰς
»Και τί να πει κανείς για το γεωργό που φυτεύει στη γη τα βλαστάρια των
τῶν φυτῶν ἀποσπάδας; Πῶς ἡ τούτου χεὶρ συγκατέχωσε τῷ φυτῷ
φυτών; Πώς γίνεται το χέρι του μαζί με το βλαστάρι να φυτεύει και την
τὴν ἀνθρωπίνην ψυχὴν, συντρεχούσης πτεροῤῥυήσεως τῇ τοῦ
ανθρώπινη ψυχή, η οποία έχασε τα φτερά της ακριβώς τη στιγμή που
ἀνθρώπου πρὸς τὴν φυτείαν ὁρμῇ; Τὸ αὐτὸ τοίνυν ἄτοπον καὶ ἐπὶ
ο άνθρωπος φυτεύει; Ο ίδιος παραλογισμός παρουσιάζεται και στην άλλη
τοῦ ἑτέρου τῶν λόγων, ἐπὶ τὸ οἴεσθαι τὴν ψυχὴν τὰς συνόδους ἐν
θεωρία, σύμφωνα με την οποία οι ψυχές παρακολουθούν τις συνευρέσεις
συζυγίᾳ ζώντων περιεργάσασθαι, ἢ τὰς λοχείας ἐπιτηρεῖν, ἵνα τοῖς
των συζύγων ή προσέχουν τις γέννες, για να εισέλθουν στα δημιουργούμενα
φυομένοις σώμασιν ἐπεισκριθῶσιν.
σώματα.
»Εἰ δὲ ἀπείποι ὁ ἀνὴρ τὸν γάμον, ἡ δὲ γυνὴ ἑαυτὴν τῆς τῶν ὀδυνῶν
»Κι αν ο άνδρας αρνείται το γάμο και η γυναίκα θέλει να ζει ελεύθερα από
ἀνάγκης ἐλευθερώσειεν, ἆρ᾿ οὐ βαρήσει τὴν ψυχὴν ἡ κακία; Οὐκοῦν ὁ
τους πόνους της γέννας, στις περιπτώσεις αυτές δεν θα κάνει η κακία την ψυχή
γάμος τῇ ἄνω κακίᾳ τὸ κατὰ τῶν ψυχῶν ἐνδώσιμον δίδωσιν, ἢ καὶ
να εκπέσει (από τον ουρανό); Επομένως, ο γάμος δίνει την άδεια στην ουράνια
δίχα τούτου καθάπτεται τῆς ψυχῆς ἡ πρὸς τὸ ἐναντίον σχέσις;
κακία να δράσει εναντίον των ψυχών ή και χωρίς το γάμο η κακία επηρεάζει
Οὐκοῦν ἄοικος ἐν τῷ μέσῳ καὶ ἀλῆτις ἡ ψυχὴ πεπλανήσεται, τῶν μὲν
την ψυχή; Και ακόμη, η ψυχή δεν θα περιπλανιέται σαν άστεγη και αλήτισσα,
οὐρανίων ἀποῤῥυεῖσα, σώματος δὲ ἂν οὕτω τύχοι πρὸς ὑποδοχὴν
αφού ξέπεσε από τα επουράνια, αλλά δεν πέτυχε εδώ κάτω να βρει σώμα που
ἀμοιρήσασα;
να την υποδεχθεί;
78. »Εἶτα καὶ πῶς διὰ τούτων ἐπιστατεῖν τὸ Θεῖον τῶν ὄντων
»Έπειτα, μετά απ’ αυτά, πώς θα ισχυριστούν ότι ο Θεός προνοεί για τα όντα,
ὑπονοήσουσι, τῇ τυχαίᾳ ταύτῃ καὶ ἀλόγῳ τῶν ψυχῶν καταπτώσει
όταν τη γένεση της ανθρώπινης ζωής την εξαρτούν απ’ αυτή την τυχαία και
τὰς ἀρχὰς τῆς ἀνθρωπίνης ἀνατιθέντες ζωῆς; ᾿Ανάγκη γὰρ πᾶσα τῇ
παράλογη έκπτωση των ψυχών; Διότι είναι υποχρεωτικό να συμφωνεί κάθε
ἀρχῇ καὶ τὰ μετὰ ταύτην συμφώνως ἔχειν. Εἰ γὰρ ἐκ συντυχίας
αρχή (γένεση) και μ’ αυτά που θ’ ακολουθήσουν. Εάν, λοιπόν, η ζωή κάποιου
αὐτομάτου τινὸς ὁ βίος ἤρξατο, τυχαία πάντως καὶ ἡ κατ᾿ αὐτόν
άρχισε τυχαία, τότε τυχαία θα είναι και ολόκληρη η ζωή του.
διέξοδος γίνεται.
»Καὶ μάτην τῆς θείας δυνάμεως οἱ τοιοῦτοι τὰ ὄντα ἐξάπτουσιν, οἱ μὴ
»Και μάταια αυτοί, εφόσον θεωρούν ότι τα πράγματα του κόσμου δεν
βουλήματι θείῳ τὰ ἐν τῷ κόσμῳ φύεσθαι λέγοντες, ἀλλ᾿ εἰς πονηράν
δημιουργήθηκαν από το θέλημα του Θεού, λένε ότι τα όντα εξαρτώνται από τη
τινα συντυχίαν τὰς ἀρχὰς τῶν γινομένων ἀνάγοντες, ὡς οὐκ ἂν
θεία δύναμη· ανάγουν την αρχή των όντων σε κάποια πονηρή συντυχία, σαν να
συστάσης τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς μὴ τοῦ κακοῦ δόντος τῇ ζωῇ τὸ
μην αποκτούσε σύσταση η ανθρώπινη ζωή, εάν η κακία δεν έδινε το δικαίωμα
ἐνδόσιμον. Εἰ οὖν ἡ ἀρχὴ τοῦ βίου τοιαύτη, δηλαδὴ καὶ τὰ ἐφεξῆς
στη ζωή. Εάν, λοιπόν, η αρχή της ζωής είναι τέτοια, είναι φανερό ότι και τα
κατὰ τὴν ἀρχὴν κινηθήσεται. Οὐ γὰρ ἄν τις ἐκ κακοῦ καλὸν, οὐδὲ ἐξ
μετέπειτα θα εξελιχθούν σύμφωνα με την αρχή της. Δεν είναι δυνατόν να
ἀγαθοῦ τὸ ἐναντίον φύεσθαι λέγοι, ἀλλὰ κατὰ τὴν τοῦ σπέρματος
ισχυρίζεται κάποιος ότι το καλό προέρχεται από το κακό ούτε το κακό από το
φύσιν, καὶ τοὺς καρποὺς ἀναμένομεν. Οὐκοῦν πάσης τῆς ζωῆς ἡ
αγαθό, αλλά σύμφωνα με το σπόρο περιμένουμε και τους καρπούς. Επομένως,
αὐτόματος αὕτη καὶ συντυχικὴ κίνησις ἡγεμονεύει, μηδεμιᾶς προνοίας
σ’ όλη τη ζωή κυριαρχεί η αυτόματη και τυχαία κίνηση και καμιά πρόνοια
διά τῶν ὄντων ἡκούσης.
δεν φτάνει μέχρι τα δημιουργήματα.
79. »Ἄχρηστος δέ παντάπασι καί ἡ τῶν λογισμῶν ἔσται προμήθεια·
»Ολοκληρωτικά άχρηστη θα είναι και η ύπαρξη της λογικής.
τῆς δέ ἀρετῆς κέρδος οὐδέν, καί πρός τό κακόν ἀλλοτρίως ἔχειν ἀντ’
Η αρετή δεν προσφέρει κανένα κέρδος, και η απομάκρυνση από το κακό δεν
οὐδενός ἄν εἴη. Πάντα γὰρ πάντως ἐπὶ τῷ φέροντι κείσεται καὶ οὐδὲν
έχει καμιά αξία. Διότι όλα οπωσδήποτε θα γίνονται τυχαία και η ζωή σε τίποτε
ὁ βίος διοίσει τῶν ἀνερματίστων πλοίων, ταῖς αὐτομάτοις συντυχίαις,
δεν θα διαφέρει από τα ανερμάτιστα πλοία, αφού τυχαία, σαν τα κύματα,
οἷόν τισι κύμασιν, ἄλλοτε πρὸς ἄλλην καλῶν ἢ φαύλων συντυχίαν
θα πηγαίνει κάθε φορά σε διαφορετική συνάντηση άλλοτε καλών κι άλλοτε
μεθορμιζόμενος.
κακών.
»Οὐ γὰρ ἔστι τὸ ἐξ ἀρετῆς ἐγγενέσθαι κέρδος, οἷς ἡ φύσις ἐκ τῶν
»Διότι για εκείνους, που η φύση τους έχει ως αρχή την κακία, δεν μπορεί να
ἐναντίων τὴν ἀρχὴν ἔχει. Εἰ μὲν γὰρ θεόθεν οἰκονομεῖται ἡμῶν ἡ ζωὴ,
προέλθει κέρδος από την αρετή. Εάν η ζωή μας ρυθμίζεται από το Θεό,
τὸ μηδὲ κακίαν κατάρχειν τῆς ζωῆς ἡμῶν συνομολογεῖται. Εἰ δὲ δι᾿
τότε παραδεχόμαστε ότι η κακία δεν αποτελεί την αρχή της ζωής μας. Εάν
ἐκείνης φυόμεθα, πάντη τε καὶ πάντως κατ᾿ αὐτὴν βιοτεύσομεν. Λῆρος
όμως μας δημιουργεί η κακία, τότε σίγουρα θα ζήσουμε σύμφωνα μ’ αυτήν.
οὖν διὰ τούτων ἀποδειχθήσεται τὰ μετὰ τὸν τῇδε βίον δικαιωτήρια,
Και απ’ αυτά θ’ αποδειχθούν ανοησίες η μετά την παρούσα ζωή κρίση, η
καὶ ἡ πρὸς ἀξίαν ἀνταπόδοσις, καὶ ὅσα ἄλλα πρὸς ἀναίρεσιν τῆς
κατ’ αξία ανταπόδοση και όσα άλλα λέγονται και πιστεύονται για να
κακίας λέγεται καὶ πεπίστευται.
απαλλαχθούμε από την κακία.
»Πῶς γὰρ δυνατὸν ἔξω ταύτης εἶναι τὸν ἄνθρωπον τὸν δι᾿ ἐκείνης
»Διότι, πώς είναι δυνατόν ο άνθρωπος, που γεννήθηκε από την κακία, να βρεθεί
φύντα; Πῶς δὲ καὶ ὁρμή τις ἐγένετο προαιρετικὴ τῷ ἀνθρώπῳ πρὸς
έξω απ’ αυτήν; Πώς θ’ αποκτήσει ο άνθρωπος το ιδίωμα της προαιρέσεως για
τὸν κατ᾿ ἀρετὴν βίον, οὗ ἡ φύσις ἐκ κακίας, ὡς λέγουσι, τὴν ἀρχὴν ἔχει;
τήν ενάρετη ζωή, αφού η φύση του, όπως λένε, έχει την αρχή της στην κακία;
῾Ως γὰρ οὐκ ἐπιχειρεῖ τι τῶν ἀλόγων ἀνθρωπικῶς φθέγξασθαι, τῇ δὲ
Όπως δεν προσπαθεί κανένα ζώο να μιλήσει ανθρώπινα, αλλά χρησιμοποιεί
συντρόφῳ καὶ κατὰ φύσιν κεχρημένα φωνῇ, οὐδεμίαν ἡγεῖται ζημίαν
τη δική του φυσική φωνή και καθόλου δεν θεωρεί τη στέρηση του ανθρώπινου
ἀμοιροῦντα τοῦ λόγου, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καὶ οἷς ἡ κακία
λόγου ως έλλειψη, κατά τον ίδιο τρόπο και αυτοί που θεωρούν την κακία ως
νομίζεται εἶναι τῆς ζωῆς ἀρχὴ καὶ αἰτία, οὐκ ἂν εἰς ἐπιθυμίαν ἔλθοιεν
αρχή και αιτία της ζωής, δεν μπορούν με τίποτε να επιθυμήσουν την αρετή,
τῆς ἀρετῆς, ὡς ἔξω τῆς φύσεως αὐτῶν οὔσης. ᾿Αλλὰ μὴν πᾶσι τοῖς
διότι είναι έξω από τη φύση τους. Πλην όμως, όσοι έχουν καθαρίσει
κεκαθαρμένοις ἐκ λογισμῶν τὴν ψυχὴν διὰ σπουδῆς τε καὶ ἐπιθυμίας
την ψυχή με τη λογική τους, αυτοί επιθυμούν και αγωνίζονται για
ὁ κατ᾿ ἀρετὴν βίος ἐστίν.
την ενάρετη ζωή.
80. »῎Αρα διὰ τούτου σαφῶς ἀποδείκνυται, τὸ μὴ πρεσβυτέραν εἶναι
»Επομένως, απ’ αυτό αποδεικνύεται ξεκάθαρα, ότι η κακία δεν είναι πιο
τῆς ζωῆς τὴν κακίαν, μήτ᾿ ἐκεῖθεν τὰς πρώτας ἀρχὰς ἐσχηκέναι τὴν
μεγάλη από τη ζωή, ούτε η φύση έχει τη δημιουργική της αρχή απ’ αυτήν,
φύσιν, ἀλλὰ κατάρχειν ἡμῶν τῆς ζωῆς τὴν τὸ πᾶν οἰκονομοῦσαν τοῦ
αλλά η σοφία του Θεού κυβερνά τη ζωή μας και προνοεί για το καθετί.
Θεοῦ σοφίαν. ᾿Ελθοῦσαν δὲ εἰς γένεσιν τὴν ψυχὴν κατὰ τὸν ἀρέσκοντα
Όταν η ψυχή δημιουργηθεί, σύμφωνα με τον αρεστό στο Δημιουργό της τρόπο,
τρόπον τῷ κτίσαντι, τότε κατ᾿ ἐξουσίαν αὐτὴν αἱρεῖσθαι τὸ κατὰ
τότε η ίδια επιλέγει ελεύθερα αυτό που κατά τη γνώμη της είναι ορθό και
γνώμην, ἐκ τῆς προαιρετικῆς δυνάμεως ὅ τί περ ἂν ἐθέλει τοῦτο καὶ
γίνεται, σύμφωνα με τη δύναμη της προαιρέσεώς της, ό,τι εκείνη θέλει.
γινομένην.
»Μάθοιμεν δ᾿ ἂν τὸν λόγον ἐκ τοῦ τῶν ὀφθαλμῶν ὑποδείγματος, ᾧ τὸ
»Θα καταλάβουμε το θέμα από το παράδειγμα των οφθαλμών· εκεί η όραση
μὲν ὁρᾷν ἐστιν ἐκ φύσεως τὸ δὲ μὴ ὁρᾷν ἐκ προαιρέσεως ἢ καὶ πάθους.
προέρχεται από τη φύση, ενώ η τύφλωση από την προαίρεση ή το πάθος.
Γένοιτο γὰρ ἄν ποτε καὶ τὸ παρὰ φύσιν ἀντὶ τῆς φύσεως, ἢ ἑκουσίως
Είναι δυνατόν βέβαια καμιά φορά να συμβεί το παρά φύσιν αντί για το φυσικό,
τινὸς τὸν ὀφθαλμὸν μύοντος, ἢ ἐκ πάθους στερηθέντος τῆς ὄψεως.
όταν κάποιος με τη θέλησή του κλείσει τα μάτια ή από πάθος χάσει το φως του.
Οὕτως ἔστιν εἰπεῖν, καὶ τῇ ψυχῇ θεόθεν μὲν εἶναι τὴν σύστασιν,
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την ψυχή, η οποία έχει τη σύστασή της από το
μηδεμιᾶς δὲ νοουμένης περὶ τὸ Θεῖον κακίας, ἔξω τῆς κατ᾿ αὐτὴν
Θεό· επειδή καμιά κακία δεν αποδίδεται στο Θεό, βρίσκεται (και η ψυχή) έξω
ἀνάγκης εἶναι· γενομένην δὲ οὕτως τῇ ἰδίᾳ γνώμῃ πρὸς τὸ δοκοῦν
απ’ αυτή την αναγκαιότητα. Έχοντας, λοιπόν, δημιουργηθεί έτσι, οδηγείται με
ἄγεσθαι, ἢ ἐκ προαιρέσεως πρὸς τὸ καλὸν ἐπιμύουσαν, ἢ ἐξ ἐπιβουλῆς
τη δική της γνώμη σ’ αυτό που θέλει: ή κλείνει θεληματικά τα μάτια της στο
τοῦ συνοικοῦντος ἡμῶν τῇ ζωῇ πολεμίου τὸν ὀφθαλμὸν βλαπτομένην,
καλό, ή από προσβολή του εχθρού (διαβόλου), που συγκατοικεί στη ζωή μας,
καὶ ἐν τῷ τῆς ἀπάτης βιοτεύουσαν σκότει, ἤ καὶ τὸ ἔμπαλιν καθαρῶς
παθαίνει ζημιά στα μάτια και ζει στο σκοτάδι της πονηρίας· ή και το αντίθετο
πρὸς τὴν ἀλήθειαν βλέπουσαν, πόῤῥω γίνεσθαι τῶν σκοτεινῶν
πάλι· βλέποντας καθαρά την αλήθεια, απομακρύνεται από τα σκοτεινά πάθη.
παθημάτων.
81. »Πότε οὖν ἐρεῖ τις γινομένην, καὶ πῶς; ᾿Αλλὰ τὴν μὲν ζήτησιν τὴν
»Θα ρωτήσει, λοιπόν, κάποιος: πότε και πώς γεννιέται η ψυχή; Αλλά το θέμα
περὶ τοῦ πῶς τὰ καθ᾿ ἕκαστον γέγονεν, ἐξαιρετέον πάντη τοῦ λόγου.
για το πώς έγινε το καθένα, πρέπει ν’ αποκλειστεί τελείως από τη συζήτησή
Οὔτε γὰρ περὶ τῶν προχείρων ἡμῖν εἰς κατανόησιν, ὧν τὴν ἀντίληψιν
μας. Διότι ακόμη και τα θέματα που είναι εύκολα στην κατανόησή τους και τα
δι᾿ αἰσθήσεως ἔχομεν, δυνατὸν ἂν γένοιτο τῷ διερευνωμένῳ λόγῳ,
αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις, δεν θα μπορούσε αυτός που τα ερευνά με
τὸ πῶς ὑπέστη τὸ φαινόμενον κατανοῆσαι, ὡς μήτε τοῖς
τη λογική να κατανοήσει πώς δημιουργήθηκε το φαινόμενο (της ψυχής).
θεοφορουμένοις καὶ ἁγίοις ἀνδράσι τὸ τοιοῦτον ληπτὸν νομισθῆναι.
Άλλωστε θεωρούμε ότι αυτό δεν το κατανόησαν ούτε οι θεοφόροι και άγιοι
Πατέρες.
»"Πίστει γὰρ νοοῦμεν", φησὶν ὁ ᾿Απόστολος, "κατηρτίσθαι τοὺς αἰῶνας
»"Με την πίστη κατανοούμε", λέει ο Απόστολος, "ότι έχουν δημιουργηθεί οι
ῥήματι Θεοῦ, εἰς τὸ μὴ ἐμφαινομένων τὰ ὁρώμενα γεγονέναι"· οὐκ ἂν,
αιώνες με το λόγο του Θεού, ώστε να έχουν γίνει αυτά που βλέπονται από
εκείνα που δε φαίνονται"· και δεν νομίζω ότι θα το
ὡς οἴομαι, τοῦτο εἰπὼν, εἴπερ ᾤετο γνωστὸν εἶναι διὰ τῶν λογισμῶν
έλεγε αυτό (ο Απόστολος), εάν θεωρούσε ότι το ζήτημα είναι κατανοητό με τη
τὸ ζητούμενον. ᾿Αλλ᾿ ὅτι μὲν θελήματι θείῳ κατήρτισται αὐτός τε ὁ
λογική. Ο Απόστολος λέει, ότι πιστεύει απόλυτα ότι αυτός ο κόσμος και όσα
αἰὼν, καὶ πάντα τα ἐξ ἐκείνου γενόμενα (ὅ,τί ποτε καί ἔστιν οὗτος ὁ
Εκείνος έκαμε –οτιδήποτε κι αν είναι αυτός ο κόσμος, στον οποίο
αἰὼν, ᾧ παραθεωρεῖται πᾶσα ὁρατή τε καὶ ἀόρατος κτίσις), τοῦτο
συμπεριλαμβάνεται κάθε ορατό και αόρατο κτίσμα–, όλα έχουν δημιουργηθεί
πεπιστευκέναι φησὶν ὁ ᾿Απόστολος, τὸ δὲ πῶς ἀφῆκεν ἀδιερεύνητον.
από το θέλημα του Θεού· το πώς δημιουργήθηκαν, δεν το ερευνά.
»Οὐδὲ γὰρ ἐφικτὸν τὸ τοιοῦτον οἶμαι τοῖς ἀναζητοῦσιν εἶναι, πολλὰς
»Και δεν νομίζω ότι είναι εφικτό κάτι τέτοιο στους ερευνητές, καθώς αυτό το
ἀμηχανίας τοῦ περὶ τούτων ζητήματος ἡμῖν προδεικνύντος, πῶς ἐκ
θέμα παρουσιάζει μπροστά μας πολλές δυσκολίες. Πώς προήλθε, για
τῆς ἑστώσης φύσεως τὸ κινούμενον ἐκ τῆς ἁπλῆς τε καὶ ἀδιαστάτου τὸ
παράδειγμα, από την ακίνητη φύση το κινούμενο, από την απλή και αδιάστατη
διαστηματικόν τε καὶ σύνθετον; ῎Αρα ἐξ αὐτῆς τῆς ὑπερκειμένης
το διαστηματικό και σύνθετο; Μήπως από την ίδια την ανώτερη (θεία) ουσία;
οὐσίας; ᾿Αλλ᾿ οὐχ ὁμολογεῖ τὸ ἑτερογενὲς ἔχειν πρὸς ἐκείνην τὰ ὄντα.
Αλλά δεν συμφωνεί μ’ αυτό το γεγονός ότι τα όντα έχουν άλλη φύση μ’ εκείνη.
Ἀλλ᾿ ἑτέρωθεν πόθεν; Καὶ μὴν οὐδὲν ἔξωθεν τῆς θείας φύσεως ὁ λόγος
Και από πού αλλού; Και όμως η λογική δεν βλέπει τίποτε έξω από τη θεία
βλέπει. ῏Η γὰρ ἂν διασχισθείη πρὸς διαφόρους ἀρχὰς ἡ ὑπόληψις, εἴ τι
φύση. Πράγματι θα διαιρεθεί σε πολλές θεωρίες το ζήτημα, εάν θεωρήσουμε
τῆς ποιητικῆς αἰτίας ἔξω νομισθείη, παρ᾿ οὗ ἡ τεχνικὴ σοφία, τὰς πρὸς
κάτι έξω από τη δημιουργική αιτία (του Θεού), από το οποίο η σοφία της
τὴν κτίσιν παρασκευὰς ἐρανίζεται.
τέχνης λαμβάνει τις μεθόδους της δημιουργίας.
»᾿Επεὶ οὖν ἓν μὲν τῶν ὄντων τὸ αἴτιον, οὐχ ὁμογενῆ δὲ τῇ ὑπερκειμένῃ
»Το αίτιο, λοιπόν, των όντων είναι ένα, αλλά δεν έχουν την ίδια με τη θεϊκή
φύσει τὰ δι᾿ ἐκείνης παραχθέντα εἰς γένεσιν· ἴση δὲ καθ᾿ ἑκάτερον ἐν τοῖς
φύση τα όντα που δημιουργούνται απ’ αυτήν. Εξίσου απορριπτέες είναι και οι
ὑπονοουμένοις ἡ ἀτοπία, τό τε ἐκ τῆς φύσεως τοῦ Θεοῦ τὴν κτίσιν
δύο θεωρίες, τόσο ότι η κτίση προέρχεται από τη φύση του Θεού, όσο και το
οἴεσθαι, καὶ τὸ ἐξ ἑτέρας τινὸς οὐσίας ὑποστῆναι τὰ πάντα· ἢ γὰρ καὶ
ότι όλα έχουν δημιουργηθεί από κάποια άλλη φύση. Δηλαδή, ή θα νοηθεί το
τὸ Θεῖον ἐν τοῖς τῆς κτίσεως ἰδιώμασιν εἶναι ὑπονοηθήσεται, εἴπερ
θείο με τις ιδιότητες της κτίσεως, εφόσον τα δημιουργήματα έχουν την ίδια
ὁμογενῶς πρὸς τὸν Θεὸν ἔχοι τὰ γεγονότα· ἤ τις ὑλικὴ φύσις ἔξω τῆς
φύση με το Θεό· ή κάποια άλλη υλική φύση θα εισαχθεί απέξω στη θέση του
θείας οὐσίας ἀντεισαχθήσεται τῷ Θεῷ κατὰ τὸ ἀγέννητον τῇ
Θεού και θα εξισωθεί μ’ Αυτόν στην ιδιότητα του αγεννήτου μέσω της
ἀϊδιότητι τοῦ ὄντος παρισουμένη· ὅπερ δὴ καὶ Μανιχαῖοι
αιωνιότητας των κτισμάτων. Κάτι τέτοιο φαντάσθηκαν και οι Μανιχαίοι,
φαντασθέντες, καί τινες τῆς ῾Ελληνικῆς φιλοσοφίας ταῖς ἴσαις
το αποδέχθηκαν και ορισμένοι Έλληνες φιλόσοφοι και έκαναν δόγμα πίστεως
ὑπονοίαις συνενεχθέντες, δόγμα τὴν φαντασίαν ταύτην πεποίηνται.
τη φανταστική αυτή θεωρία.
82. »῾Ως ἂν μάλιστα οὖν ἐκφύγοιμεν τὴν ἀφ᾿ ἑκατέρου ἀτοπίαν ἐν τῇ
»Για ν’ αποφύγουμε, λοιπόν, κατά το δυνατόν, το αβάσιμο καθεμιάς απ’ αυτές
ζητήσει τῶν ὄντων, κατὰ τὸ τοῦ ᾿Αποστόλου ὑπόδειγμα,
τις θεωρίες για τη δημιουργία των όντων, δεν θα εξετάσουμε το ζήτημα, το τί
ἀπολυπραγμόνητον τὸν λόγον τὸν περὶ τοῦ, πῶς ἕκαστόν ἐστιν,
και το πώς της γενέσεως, σύμφωνα με το παράδειγμα του Αποστόλου·
καταλείψομεν, τοσοῦτον παρασημαινόμενοι μόνον, ὅτι ἡ ὁρμὴ τῆς
τόσο μόνο θα σημειώσουμε, ότι η ορμή της θείας βουλήσεως,
θείας προαιρέσεως, ὅταν ἐθέλει, πρᾶγμα γίνεται, καὶ οὐσιοῦται τὸ
όταν θέλει, πραγματώνεται, και η θέληση γίνεται ουσία και αμέσως
βούλευμα εὐθὺς ἡ φύσις γινόμενον, τῆς παντοδυνάμου ἐξουσίας, ὅπερ
σχηματίζει φύση. Καθόσον η παντοδύναμη εξουσία (του Θεού), οτιδήποτε
ἂν σοφῶς τε καὶ τεχνικῶς ἐθέλῃ, μὴ ἀνυπόστατον ποιούσης τὸ θέλημα.
σχεδιάσει με σοφία και καλλιτεχνία, δεν αφήνει το θέλημά της ανυπόστατο.
῾Η δὲ τοῦ θελήματος ὕπαρξις οὐσία ἐστί.
Διότι η ύπαρξη του θελήματος είναι ουσία.
»Διχῆ δὲ διακρινομένων τῶν ὄντων, εἰς τὸ νοερόν τε καὶ σωματικόν,
»Και καθώς τα όντα διαιρούνται σε δύο είδη, στα νοερά και τα σωματικά, η
ἡ μὲν τῶν νοερῶν κτίσις οὐ δοκεῖ πως ἀπᾴδειν τῆς τοῦ ἀσωμάτου
δημιουργία των νοερών δεν φαίνεται εντελώς ασύμφωνη με τη δημιουργία της
φύσεως, ἀλλ᾿ ἐκ τοῦ σύνεγγυς εἶναι τὸ ἀειδές τε καὶ ἀναφὲς καὶ
ασώματης φύσεως· αλλά δείχνει από κοντά τις ιδιότητες του αΐδιου, άϋλου και
ἀδιάστατον δεικνύουσα. ῞Οπερ δὴ καὶ περὶ τὴν ὑπερκειμένην φύσιν
αδιάστατου. Αυτές, δεν θα κάνει λάθος κάποιος, να τις αποδώσει και στην
ὑπονοῶν τις οὐχ ἁμαρτήσεται. Τῆς δὲ σωματικῆς κτίσεως ἐν
ανώτερη (θεϊκή) φύση. Η σωματική πάλι φύση θεωρείται ότι έχει
ἀκοινωνήτοις ὡς πρὸς τὸ Θεῖον τοῖς ἰδιώμασι θεωρουμένης
ιδιότητες ακοινώνητες (ξένες) προς το Θείο·
καὶ ταύτην μάλιστα τὴν πολλὴν ἀμηχανίαν ἐμποιούσης τῷ λόγῳ, μὴ
και μάλιστα προκαλεί μεγάλη αδυναμία στη λογική, διότι δεν μπορεί να
δυναμένου κατιδεῖν, πῶς ἐκ τοῦ ἀοράτου τὸ ὁρώμενον, ἐκ τοῦ
καταλάβει πώς προέρχεται από το αόρατο το ορατό, από το άϋλο
ἀναφοῦς τὸ στεῤῥὸν καὶ ἀντίτυπον, ἐκ τοῦ ἀορίστου τὸ ὡρισμένον,
το στερεό και σκληρό, από το αόριστο το συγκεκριμμένο,
ἐκ τοῦ ἀπόσου τε καὶ ἀμεγέθου τὸ πάντως μέτροις τισὶ τοῖς κατὰ τὸ
από το αμέτρητο και αχώρητο (πώς προέρχεται) αυτό που χωρεί μέσα σε
ποσὸν θεωρουμένοις περιειργόμενον;
μέτρα και ποσά.
»Καὶ τὰ καθ᾿ ἕκαστον ὅσα περὶ τὴν σωματικὴν καταλαμβάνεται φύσιν,
»Και το καθένα απ’ αυτά που κατατάσσονται στη φύση των σωμάτων, για τα
περὶ ὧν τοσοῦτόν φαμεν, ὅτι οὐδὲν ἐφ᾿ ἑαυτοῦ τῶν περὶ τὸ σῶμα
οποία τόσο πολύ ισχυριζόμαστε ότι κανένα απ’ αυτά που αποδίδονται στις
θεωρουμένων σῶμά ἐστιν, οὐ σχῆμα, οὐ χρῶμα, οὐ βάρος, οὐ
ιδιότητες του σώματος δεν είναι σώμα, ούτε σχήμα, ούτε χρώμα, ούτε βάρος,
διάστημα, οὐ πηλικότης, οὐκ ἄλλο τι τῶν ἐν ποιότητι θεωρουμένων
ούτε διάστημα, ούτε μέγεθος, ούτε κάτι άλλο απ’ όσα ανήκουν στην ποιότητα,
οὐδὲν, ἀλλὰ τούτων ἕκαστον λόγος ἐστίν· ἡ δὲ πρὸς ἄλληλα συνδρομὴ
αλλά το καθένα απ’ αυτά είναι λόγος· μόνον η συνδρομή και η ένωση όλων
τούτων καὶ ἕνωσις σῶμα γίνεται. ᾿Επεὶ οὖν αἱ συμπληρωματικαὶ τοῦ
αυτών μεταξύ τους αποτελεί το σώμα. Επειδή, λοιπόν, οι ιδιότητες που
σώματος ποιότητες νῷ καταλαμβάνονται καὶ οὐκ αἰσθήσει, νοερὸν δὲ
συναπαρτίζουν το σώμα, κατανοούνται με το νου και όχι με τις αισθήσεις, και
τὸ Θεῖον, τίς πόνος τῷ νοητῷ τὰ νοήματα κατεργάσασθαι, ὧν ἡ
νοερός είναι ο Θεός, ποιά δυσκολία έχει ο νοητός να κατασκευάσει τα νοητά,
πρὸς ἄλληλα συνδρομὴ τὴν τοῦ σώματος ἡμῖν ἀπεγέννησε φύσιν.
των οποίων η συνένωση συγκρότησε τη φύση του σώματός μας;
83. »᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ἔξω τοῦ προκειμένου παρεξητάσθη. Τὸ δὲ
»Αλλά αυτά βέβαια εξετάστηκαν, ενώ είναι έξω από το θέμα μας. Το
ζητούμενον ἦν, εἰ προϋφεστήκασιν αἱ ψυχαὶ τῶν σωμάτων, πότε ἢ
ζητούμενο, λοιπόν, ήταν, εάν προϋπάρχουν οι ψυχές από τα σώματα, πότε και
πῶς γίνονται. Καὶ τούτου χάριν ἡμῖν περὶ τοῦ πῶς ζήτησιν ὡς
πώς γίνονται. Η συζήτησή μας πάντως άφησε ανεξέταστο το θέμα πώς
ἀνέφικτον οὖσαν ἀπολυπραγμόνητον ἀφῆκεν ὁ λόγος. Περὶ τοῦ πότε
γεννιούνται οι ψυχές, επειδή είναι απλησίαστο. Μένει για συζήτηση το θέμα,
τὰς ἀρχὰς αἱ ψυχαὶ τῆς ὑπάρξεως ἔχουσιν, ὡς ἀκόλουθον ὂν τοῖς
που έχει σχέση με τα προλεχθέντα, πότε οι ψυχές έχουν την αρχή τους.
προεξητασμένοις, ζητεῖν καταλείπεται.
84. »Εἰ γὰρ δοθείη τὸ πρὸ τοῦ σώματος ἐν ἰδιαζούσῃ τινὶ καταστάσει
»Εάν πράγματι γίνει δεκτό ότι η ψυχή ζει σε ιδιαίτερη κατάσταση πριν από τη
τὴν ψυχὴν βιοτεύειν, ἀνάγκη πᾶσα τὰς ἀτόπους ἐκείνας
γένεση του σώματος, υποχρεωτικά θα δεχθούμε ότι είναι έγκυρες εκείνες
δογματοποιίας ἰσχὺν ἔχειν νομίζειν τῶν διὰ κακίας τὰς ψυχὰς
οι απαράδεκτες θεωρίες οι οποίες εισάγουν τις ψυχές μέσα στα σώματα
εἰσοικιζόντων τοῖς σώμασιν. ᾿Αλλὰ μὴν ἐφυστερίζειν τὰς ψυχὰς τὴν
εξαιτίας της κακίας τους. Αλλά, βέβαια, κανένας από τους λογικούς ανθρώπους
γένεσιν, καὶ νεωτέρας τῆς τῶν σωμάτων εἶναι συμπλάσεως, οὐδεὶς ἂν
δεν πιστεύει ότι οι ψυχές είναι υστερόχρονες στη δημιουργία και νεότερες
τῶν εὖ φρονούντων ὑπονοήσειεν, φανεροῦ πᾶσιν ὄντος ὅτι οὐδὲν τῶν
στη γέννηση από τα σώματα· διότι είναι σ’ όλους φανερό ότι κανένα άψυχο
ἀψύχων κινητικήν τε καὶ αὐξητικὴν ἐν ἑαυτῷ δύναμιν ἔχει. Τῶν δ᾿ ἐν
δεν έχει από τον εαυτό του δύναμη να κινηθεί και αυξηθεί. Και κανείς
νηδύϊ ἐντρεφομένων, οὔτε ἡ αὔξησις, οὔτε ἡ τοπικὴ κίνησίς ἐστιν
δεν αμφιβάλλει ότι ακόμη και τα νήπια και μεγαλώνουν και κινούνται
ἀμφίβολος.
τοπικά.
»Λείπεται οὖν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ψυχῆς τε καὶ σώματος ἀρχὴν τῆς
»Μένει, λοιπόν, να δεχθούμε την ταυτόχρονη αρχή της συστάσεως της ψυχής
συστάσεως οἴεσθαι. Καὶ ὥσπερ τῆς ῥίζης τὴν ἀποσπάδα λαβοῦσα
και του σώματος. Και όπως η γη, αφού δέχθηκε τη ρίζα του φυτού από τους
παρὰ τῶν γεηπόνων ἡ γῆ δένδρον ἐποίησεν, οὐκ αὐτὴ τὴν αὐξητικὴν
γεωργούς, την έκανε δένδρο, χωρίς να βάζει μέσα στο τρεφόμενο (φυτό) τη
ἐνθεῖσα τῷ τρεφομένῳ δύναμιν, ἀλλὰ μόνον τὰς πρὸς τὴν αὔξησιν
δύναμη της αυξήσεως, αλλά παρείχε στο φύτευμα μόνο τις αφορμές γιά
ἀφορμὰς ἐνιεῖσα τῷ ἐκκειμένῳ, οὕτω φαμὲν, καὶ τὸ ἐκ τοῦ ἀνθρώπου
αύξηση· έτσι παρόμοια ισχυριζόμαστε ότι και αυτό που αποσπάται από τον
ἀποσπώμενον πρὸς ἀνθρώπου φυτείαν, καὶ αὐτὸ τρόπον τινὰ ζῶον
άνθρωπο για να γεννηθεί άλλος άνθρωπος, είναι κι αυτό, κατά κάποιο τρόπο,
εἶναι ἐξ ἐμψύχου ἔμψυχον, ἐκ τρεφομένου τρεφόμενον.
έμψυχο ον που προέρχεται από άλλο έμψυχο, και τρέφεται από κάποιο που και
εκείνο τρέφεται.
85. »Εἰ δὲ μὴ πάσας τὰς τῆς ψυχῆς ἐνεργείας καὶ κινήσεις ἡ βραχύτης
»Δεν είναι καθόλου παράξενο, εάν ένα τόσο μικρό κομμάτι περιέχει όλες τις
τῆς ἀποσπάδος ἐχώρησε, θαυμαστὸν οὐδέν. Οὐδὲ γὰρ ἐν τῷ σπέρματι
ενέργειες και κινήσεις της ψυχής. Διότι ούτε ο σπόρος του σταριού από την
σῖτος εὐθὺς κατὰ τὸ φαινόμενον στάχυς ἐστὶ (πῶς γὰρ τοσοῦτον ἐν
αρχή δεν φαίνεται σαν στάχυς –διότι πώς είναι δυνατόν ένα τόσο μεγάλο να
τοσούτῳ χωρήσειεν;), ἀλλὰ τῆς γῆς αὐτὸν ταῖς καταλλήλοις
χωρέσει σ’τόσο μικρό; Καθώς η γη τον τρέφει με τις κατάλληλες τροφές,
τιθηνουμένης τροφαῖς, στάχυς ὁ σῖτος γίνεται, οὐκ ἐξαλλάσσων ἐν τῇ
ο σπόρος του σταριού γίνεται στάχυς, χωρίς να μεταβάλλει μέσα στο χώμα τη
βώλῳ τὴν φύσιν, ἀλλ᾿ ἐκφαίνων ἑαυτὸν καὶ τελειοῦν τῇ τῆς τροφῆς
φύση του, αλλά αναπτύσσει τον εαυτό του και τον τελειοποιεί με την ενέργεια
ἐνεργείᾳ.
της τροφής.
»῞Ωσπερ οὖν ἐπὶ τῶν φυομένων σπερμάτων κατ’ ὀλίγον ἡ αὔξησις
»Όπως ακριβώς, λοιπόν, στους σπόρους των φυτών η αύξηση προχωρεί λίγο
ἐπὶ τὸ τέλειον πρόεισι, τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἐπὶ τῆς ἀνθρωπίνης
λίγο προς την τελείωση, με τον ίδιο τρόπο και στη σύσταση του ανθρώπου,
συστάσεως, πρὸς λόγον τῆς σωματικῆς ποσότητος, καὶ ἡ τῆς ψυχῆς
η δύναμη της ψυχής σχηματίζεται αναλογικά με την σωματική ποσότητα.
διαφαίνεται δύναμις· πρῶτον μὲν διὰ τοῦ θρεπτικοῦ καὶ αὐξητικοῦ τοῖς
Πρώτα εμφανίζεται (η ψυχή) να ενεργεί με την θρεπτική και αυξητική ιδιότητα
ἔνδοθεν πλασσομένοις ἐγγινομένη, μετὰ ταῦτα δὲ τὴν αἰσθητικὴν χάριν
στα έμβρυα, που πλάθονται μέσα στην κοιλιά· έπειτα, προσφέρει τη δωρεά των
τοῖς εἰς φῶς προελθοῦσιν ἐπάγουσα, εἶθ᾿ οὕτω, καθάπερ τινὰ καρπὸν,
αισθήσεων σε όσους έλθουν στο φως (γεννηθούν)· τέλος παρουσιάζει, σαν
αὐξηθέντος ἤδη τοῦ φυτοῦ, μετρίως τὴν λογικὴν ἐμφαίνουσα δύναμιν,
καρπό ενός φυτού που μεγάλωσε, τη δύναμη της λογικής, όχι ολοκληρωμένη
οὐ πᾶσαν κατὰ τὸ ἀθρόον, ἀλλὰ τῇ ἀναδρομῇ τοῦ φυτοῦ δι᾿
αμέσως, αλλά βαθμιαία, να αυξάνεται σε αναλογία με το μεγάλωμα του φυτού.
ἀκολούθου προκοπῆς συναυξανομένην.
86. »᾿Επειδὴ τοίνυν τὸ ἐκ τῶν ἐμψύχων εἰς ἀφορμὴν ἐμψύχου
»Επειδή, λοιπόν, αυτό που αποσπάται από έμψυχο (στοιχείο) για να
συστάσεως ἀποσπώμενον, νεκρὸν εἶναι οὐ δύναται (ἡ γὰρ νεκρότης
συστήσει ένα έμψυχο ον, δεν μπορεί να είναι νεκρό –διότι η νεκρότητα
κατὰ ψυχῆς στέρησιν γίνεται· οὐκ ἂν δὴ προσλάβῃ τὴν ἕξιν ἡ
προέρχεται από την απουσία ψυχής· και η απουσία ψυχής δεν παίρνει μορφή–,
στέρησις), ἐκ τούτων καταλαμβάνομεν τὸ κοινὴν τῷ ἐξ ἀμφοτέρων
απ’ αυτά καταλαβαίνουμε ότι η σύσταση του ανθρώπου γίνεται από την
συνισταμένῳ συγκρίματι τὴν εἰς τὸ εἶναι πάροδον γίνεσθαι, οὔτε
κοινή συνύπαρξη και των δύο (ψυχής και σώματος)· ούτε το ένα προηγείται
τούτου προτερεύοντος, οὔτ᾿ ἐκείνου ἐφυστερίζοντος.
ούτε το άλλο ακολουθεί.
87. »Στᾶσιν δέ ποτε τῆς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψυχῶν αὐξήσεως,
»Υποχρεωτικά το δόγμα μας προβλέπει ότι κάποτε θα σταματήσει η αύξηση
ἀναγκαίως προορᾷ ὁ λόγος, ὡς ἂν μὴ διαπαντὸς ῥέοι ἡ φύσις, ἀεὶ διὰ
ψυχών, για να μην αυξάνεται διαρκώς η ανθρώπινη φύση· καθώς με τα
τῶν ἐπιγινομένων ἐπὶ τὸ πρόσω χεομένη καὶ οὐδέποτε τῆς κινήσεως
νεογέννητα θα κινείται προς τα εμπρός και ποτέ δεν θα σταματά.
λήγουσα. Τὴν δὲ αἰτίαν τοῦ δεῖν πάντως στάσιμόν ποτε καὶ τὴν
Νομίζουμε πως η αιτία ότι πρέπει να σταματήσει κάποτε την κίνησή της και η
ἡμετέραν γίνεσθαι φύσιν, ταύτην οἰόμεθα, ὅτι πάσης τῆς νοητῆς
δική μας φύση είναι η εξής, ότι όπως κάθε νοητή φύση βρίσκεται στο
φύσεως ἐν τῷ ἰδίῳ πληρώματι ἑστώσης, εἰκός ποτε καὶ τὸ
πλήρωμά της, είναι φυσιολογικό και η ανθρώπινη φύση να φτάσει στο τέρμα
ἀνθρώπινον εἰς πέρας ἐλθεῖν, (οὐδὲ γὰρ τοῦτο τῆς νοητῆς
της –διότι ούτε αυτό είναι ξένο προς τη νοητή φύση­–,
ἠλλοτρίωται φύσεως), ὡς μὴ πάντοτε δοκεῖν ἐν τῷ λείποντι
ώστε να μη θεωρείται ότι πάντοτε ζει με έλλειψη.
καθορᾶσθαι. ῾Η γὰρ ἀεὶ τῶν ἐπιγινομένων προσθήκη, κατηγορία τοῦ
Διότι, η συνεχής προσθήκη των νεογέννητων αποτελεί κατηγορία,
ἐλλείποντος ἔχειν τὴν φύσιν γίνεται.
ότι η φύση είναι ελλιπής.
»᾿Επειδὰν οὖν εἰς τὸ οἰκεῖον πλήρωμα τὸ ἀνθρώπινον φθάσῃ, στήσεται
»Όταν, λοιπόν, το ανθρώπινο γένος έρθει στο πλήρωμά του, θα σταματήσει
πάντως ἡ ῥοώδης αὕτη τῆς φύσεως κίνησις, εἰς τὸ ἀναγκαῖον
οπωσδήποτε αυτή η ρευστή κίνηση της φύσεώς μας, αφού έφθασε στο
καταντήσασα πέρας, καί τις ἑτέρα κατάστασις τὴν ζωὴν διαδέχεται,
αναγκαίο τέρμα. Και κάποια άλλη κατάσταση θα διαδεχθεί αυτή τη ζωή,
τῆς νῦν ἐν γενέσει καὶ φθορᾷ διεξαγομένης κεχωρισμένη. Μὴ οὔσης γὰρ
διαφορετική από την παρούσα, που βρίσκεται στη γένεση και τη φθορά. Διότι,
γενέσεως, κατὰ πᾶσαν ἀνάγκην οὐδὲ τὸ φθειρόμενον ἔσται. Εἰ γὰρ
αν δεν υπάρχει γένεση, υποχρεωτικά δεν θα γίνει ούτε αυτό που θα φθαρεί.
πρὸ τῆς διαλύσεως σύνθεσις ἄρχεται, σύνθεσιν δέ φαμεν τὴν διὰ
Εάν η σύνθεση αρχίζει πριν από τη διάλυση –και σύνθεση εννοούμε την
γενέσεως πάροδον, ἀκόλουθον πάντως μὴ καθηγουμένης τῆς
εμφάνιση με τη γέννηση–, είναι επόμενο, εάν δεν προηγηθεί η σύνθεση,
συνθέσεως, μηδὲ τὴν διάλυσιν ἕπεσθαι. Οὐκοῦν ἑστῶσά τις καὶ
δεν θ’ ακολουθήσει ούτε η διάλυση. Επομένως, η ζωή μετά την παρούσα
ἀδιάλυτος ἡ μετὰ ταῦτα ζωὴ δι᾿ ἀκολουθίας προφαίνεται, οὔτε ὑπὸ
προμηνύεται οπωσδήποτε σταθερή και αδιάλυτη, χωρίς να αλλοιώνεται
γενέσεως, οὔτε ὑπὸ φθορᾶς ἀλλοιουμένη».
ούτε από τη γένεση ούτε από τη φθορά».
88. ΓΡΗΓ. ᾿Εγὼ δὲ ταῦτα διεξελθούσης διδασκάλον, ἐπειδὴ τοῖς
Αφού η δασκάλα είπε αυτά και επειδή πολλοί που άκουγαν νόμισαν ότι
πολλοῖς παρακαθημένοις ἐδόκει τὸ προσῆκον ἐσχηκέναι πέρας ὁ λόγος,
η συζήτηση έφτασε στο τέλος της, εγώ, αντίθετα, φοβήθηκα ότι, εάν η δασκάλα
φοβηθεὶς μὴ οὐκ ἔτι ᾖ ὁ διαλύων ἡμῖν τὰ περὶ τῆς ἀναστάσεως παρὰ
πάθει κάτι λόγω της αρρώστιας της, όπως και έγινε, μήπως δεν θα υπάρχει
τῶν ἔξωθεν προφερόμενα, εἴ τι ἐκ τῆς ἀῤῥωστίας ἡ διδάσκαλος πάθοι,
αυτός ο οποίος θα αντικρούσει τις θεωρίες των εχθρών μας σχετικά με την
ὃ δὴ καὶ ἐγένετο· «οὔπω, φημὶ, τοῦ κυριωτάτου τῶν κατὰ δόγμα
ανάσταση. Γι’ αυτό είπα: «η συζήτησή μας δεν έθιξε ακόμη το σπουδαιότερο
ζητουμένων ὁ λόγος ἥψατο. Φησὶ γὰρ ἡ θεόπνευστος Γραφὴ, κατά τε
μέρος του δόγματος (της αναστάσεως). Διότι λέει η θεόπνευστη Αγία Γραφή,
τὴν νέαν καὶ ἀρχαίαν διδασκαλίαν, πάντως ποτὲ τάξει τινὶ καὶ εἱρμῷ
και η Καινή και η Παλαιά διδασκαλία, ότι όταν κάποτε θα φθάσει η φύση μας
τῆς φύσεως ἡμῶν κατὰ τὴν παροδικὴν τοῦ χρόνου κίνησιν διεξιούσης,
με τάξη και συνοχή στο τέλος αυτής της παροδικής χρονικής κινήσεώς της,
στήσεσθαι μὲν τὴν ῥοώδη ταύτην φορὰν τὴν διὰ τῆς τῶν
τότε θα σταματήσει αυτή η χρονική ροή που δημιουργείται από τη διαδοχή
ἐπιγινομένων διαδοχῆς προϊοῦσαν, τῆς δὲ τοῦ παντὸς συμπληρώσεως
των γενεών· και το σύνολο του πληρώματος δεν θα δέχεται πλέον καμιά
μηκέτι τὴν ἐπὶ τὸ πλεῖον ἐπαύξησιν προδεχομένης, ἅπαν τὸ τῶν
επιπλέον αύξηση. Τότε όλο το σύνολο των ψυχών θα επιστρέψει πάλι από την
ψυχῶν πλήρωμα, πάλιν ἐκ τοῦ ἀειδοῦς καὶ ἐσκεδασμένου πρὸς τὸ
κατάσταση που ήταν αόρατο και σκορπισμένο, στην κατάσταση να έχει μορφή
συνεστὸς καὶ φαινόμενον ἐπανελεύσεσθαι, τῶν αὐτῶν στοιχείων κατὰ
και να φαίνεται· τα ίδια στοιχεία, με την ίδια τάξη. θα συνδράμουν πάλι όλα
τὸν αὐτὸν εἱρμὸν πρὸς ἄλληλα πάλιν ἀναδραμόντων. ῾Η δὲ τοιαύτη
μαζί, το ένα με το άλλο, (και θα συστήσουν τον άνθρωπο). Αυτή η (νέα)
τῆς ζωῆς κατάστασις παρά τῆς θείας τῶν Γραφῶν διδασκαλίας
κατάσταση της ζωής λέγεται από τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής
ἀνάστασις λέγεται, τῇ τοῦ γεώδους ἀνορθώσει πάσης τῆς τῶν
ανάσταση· με το όνομα αυτό, μαζί με την αναγέννηση του γηΐνου, εννοείται
στοιχείων κινήσεως συνονομαζομένης».
και όλη η κίνηση και συνδρομή των στοιχείων».
89. ΜΑΚΡ. «Τί οὖν, φησὶ, τούτων ἀμνημόνευτον ἐν τοῖς εἰρημένοις
«Ποιό, λοιπόν, απ’ αυτά, είπε εκείνη, δεν ειπώθηκε στη συζήτησή μας;».
ἐστίν;»
ΓΡΗΓ. «Αὐτὸ, φημὶ, τὸ δόγμα τῆς ἀναστάσεως».
«Αυτό, λέω, το δόγμα της αναστάσεως».
ΜΑΚΡ. «Καὶ μὴν πολλὰ, φησὶ, τῶν νῦν διεξοδικῶς εἰρημένων, πρὸς
«Και όμως, απάντησε, πολλά, που ειπώθηκαν με κάθε λεπτομέρεια, σ’ αυτό
τοῦτον τὸν σκοπὸν φέρει».
το θέμα μας οδηγούν».
ΓΡΗΓ. «Οὐ γὰρ οἶδας, εἶπον, ὅσον παρὰ τῶν ἀντιτεταγμένων ἡμῖν
«Δεν γνωρίζεις, ρώτησα, πόσο πλήθος επιχειρημάτων επιστρατεύουν οι
παρὰ τῆς ἐλπίδος ταύτης ἀντιθέσεως ἀνθυποφέρεται σμῆνος;».
αντιτιθέμενοι σ’ αυτή μας την ελπίδα;». Και επιχειρούσα ταυτόχρονα
Καὶ ἅμα λέγειν ἐπεχείρουν ὅσα πρὸς ἀνατροπὴν τῆς ἀναστάσεως
να εκθέσω τις αντιρρήσεις που οι εριστικοί μας αντίπαλοι εφευρίσκουν
παρὰ τῶν ἐριστικῶν ἐφευρίσκεται.
εναντίον της αναστάσεως.
90. ΜΑΚΡ. «῾Η δὲ, δοκεῖ μοι, φησὶ, χρῆναι πρότερον τὰ σποράδην παρὰ
Μου απάντησε εκείνη: «Μου φαίνεται ότι πρέπει πρώτα να αναφέρουμε με
τῆς θείας Γραφῆς περὶ τούτου τοῦ δόγματος ἐκτεθέντα δι᾿ ὀλίγων
συντομία όσα διάσπαρτα αναφέρει η Αγία Γραφή γι’ αυτό το δόγμα, για να
ἐπιδραμεῖν, ὡς ἂν ἐκεῖθεν ἡμῖν ἡ κορωνὶς ἐπιτεθείη τῷ λόγῳ. ῎Ηκουσα
έχουμε επικεφαλίδα του λόγου μας εκείνη (Αγ. Γραφή). Άκουσα, λοιπόν, τον
τοίνυν τοῦ Δαβὶδ ὑμνολογοῦντος ἐν θείαις ᾠδαῖς, ὅτε τὴν τοῦ παντὸς
Δαβίδ να υμνολογεί στις θεόπνευστες ωδές του, και να έχει ως περιεχόμενο
διακόσμησιν ὑπόθεσιν τοῦ ὕμνου πεποιημένος ἐν ἑκατοστῷ τρίτῳ
του ύμνου του, στον εκατοστό τρίτο Ψαλμό, το στολισμό του σύμπαντος·
ψαλμῷ πρὸς τῷ τέλει τῆς ὑμνῳδίας τοῦτό φησιν, ὅτι "᾿Αντανελεῖς τὸ
Λέει το εξής προς το τέλος του ψαλμού: "Θ’ αφαιρέσεις το πνεύμα τους
πνεῦμα αὐτῶν, καὶ ἐκλείψουσι, καὶ εἰς τὸν χοῦν αὐτῶν ἐπιστρέψουσιν.
και θα πεθάνουν· και θα επιστρέψουν πάλι στο χώμα (της προελεύσεώς) τους.
᾿Εξαποστελεῖς τὸ Πνεῦμά σου, καὶ κτισθήσονται, καὶ ἀνακαινιεῖς τὸ
Θα ξαναστείλεις το Πνεύμα σου και θα ζήσουν· και θα αναγεννήσεις όλα τα
πρόσωπον τῆς γῆς." Πάντα ἐν πᾶσιν ἐνεργοῦσαν τοῦ Πνεύματος
πρόσωπα της γης". Εννοεί, μ’ αυτά τα λόγια, τη δύναμη του Πνεύματος που
δύναμιν ζωοποιεῖν τε λέγων, οἷς ἂν ἐγγένηται, καὶ ἀφιστᾷν τῆς ζωῆς
ενεργεί και δίνει ζωή σε όλους όσους επισκέπτεται, ενώ αφαιρεί τη ζωή
πάλιν ὡς ἂν ἀπογένηται.
απ’ όσους αποχωρεί.
91. »᾿Επεὶ οὖν τῇ ἀναχωρήσει τοῦ πνεύματος τὴν τῶν ζώντων
»Επειδή, λοιπόν, λέει ότι με την αναχώρηση του πνεύματος έχουμε το θάνατο
ἔκλειψιν, τῇ δὲ τούτου παρουσίᾳ τὸν τῶν ἐκλειπόντων ἀνακαινισμὸν
των ζώντων, ενώ με την παρουσία του έχουμε την αναγέννηση των νεκρών,
γίνεσθαι λέγει, προηγεῖται δὲ κατὰ τὴν τοῦ λόγου τάξιν τῶν
σύμφωνα με τη λογική σειρά, προηγείται ο θάνατος αυτών που θα
ἀνακαινιζομένων ἡ ἔκλειψις, τούτῳ ἐκείνῳ φαμὲν τὸ κατὰ τὴν
ξαναγεννηθούν. Νομίζουμε ότι στον ψαλμό του εκείνο ο Δαβίδ,
ἀνάστασιν καταγγέλλεσθαι τῇ ᾿Εκκλησίᾳ μυστήριον, τῷ προφητικῷ
με το προφητικό του χάρισμα, προαναγγέλλει το μυστήριο της αναστάσεως
πνεύματι τοῦ Δαβὶδ τὴν χάριν ταύτην προεκφωνήσαντος.
που η Εκκλησία κηρύττει.
»᾿Αλλὰ καὶ ἑτέρωθέν φησιν ὁ αὐτὸς οὗτος προφήτης, ὅτι ὁ τοῦ παντὸς
»Αλλά και κάπου αλλού ο ίδιος προφήτης λέει ότι ο Θεός του σύμπαντος,
Θεὸς, ὁ τῶν ὄντων Κύριος "ἐπέφανεν ἡμῖν ἐπὶ τῷ συστήσασθαι τὴν
ο Κύριος όλων των όντων, "φανερώθηκε σε μας και συνέστησε τη γιορτή
ἑορτὴν ἐν τοῖς πυκάζουσι" τὴν τῶν Σκηνοπηγίων ἑορτὴν διὰ τῆς τοῦ
με τους πυκασμούς". Με τη λέξη "πυκασμό" εννοεί την εορτή της Σκηνοπηγίας,
πυκασμοῦ λέξεως ἑρμηνεύων, ἣ πάλαι μὲν ἐκ τῆς παραδόσεως τοῦ
η οποία, καθώς νομίζω, καθιερώθηκε παλαιά από την παράδοση του Μωϋσή·
Μωϋσέως νενόμιστο προφητικῶς, οἶμαι, τὰ μέλλοντα τοῦ νομοθέτου
μ’ αυτήν ο νομοθέτης προαναγγέλλει τα μέλλοντα να συμβούν· αυτή
προαγορεύοντος, ἀεὶ δὲ γινομένη οὔπω ἐγεγόνει.
(Σκηνοπηγία) γίνεται πάντοτε (συμβολικά), αλλά δεν έχει γίνει ακόμη
(πραγματικά).
»Προεδηλοῦτο μὲν γὰρ τοῖς τῶν γινομένων αἰνίγμασι τυπικῶς ἡ
»Προαγγελόταν, βέβαια, η αλήθεια τυπολογικά, με τα σύμβολα όσων γίνονταν,
ἀλήθεια, αὕτη δὲ ἡ ἀληθὴς σκηνοπηγία οὔπω ἦν, ἀλλὰ τούτου χάριν,
η αληθινή όμως σκηνοπηγία δεν γινόταν ακόμη. Αλλά, ακριβώς για το γεγονός
κατὰ τὸν προφητικὸν λόγον, ὁ Θεὸς τῶν ὅλων καὶ Κύριος ἑαυτὸν
αυτό, σύμφωνα με το λόγο του προφήτη, ο Θεός και Κύριος του σύμπαντος
ἐπέφανεν ἡμῖν, ὡς ἂν συσταίη τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει ἡ τοῦ διαλυθέντος
φανερώθηκε σε μας, για να συσταθεί στην ανθρώπινη φύση η σκηνή της
ἡμῶν οἰκητηρίου σκηνοπηγία, πάλιν διὰ τῆς συνόδου τῶν στοιχείων
διαλυμένης οικίας μας, που θα σχηματισθεί πάλι σε σώμα από τη συνδρομή
σωματικῶς πυκαζομένη. Τὴν γὰρ περιβολὴν καὶ τὸν ἐκ ταύτης κόσμον
των στοιχείων. Διότι η λέξη "πυκασμός" δηλώνει με έμφαση την ένδυση και το
ἡ τοῦ πυκασμοῦ λέξις κατὰ τὴν ἰδίαν ἔμφασιν διασημαίνει.
στολισμό της (της ανθρώπινης φύσεως).
92. »῎Εχει δὲ ἡ ῥῆσις τῆς ψαλμῳδίας τοῦτον τὸν τρόπον· "Θεὸς Κύριος
»Και τα λόγια του Ψαλμού έχουν ως εξής: "Ο Θεός Κύριος
καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν συστήσασθαι ἑορτὴν ἐν τοῖς πυκάζουσιν ἕως τῶν
φανερώθηκε σε μας, για να συστήσει εορτή με το στολισμό έως τα κέρατα
κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου". ῞Οπερ δοκεῖ μοι προαναφωνεῖν δι᾿
του θυσιαστηρίου". Μου φαίνεται ότι αυτό προαναγγέλλει συμβολικά
αἰνίγματος, τὸ μίαν ἑορτὴν πάσῃ τῇ λογικῇ κτίσει συνίστασθαι,
ότι θα συστηθεί μια γιορτή όλης της λογικής δημιουργίας, στην οποία
τῶν ὑποδεεστέρων τοῖς ὑπερέχουσιν ἐν τῇ τῶν ἀγαθῶν συνοδίᾳ
θα συμπανηγυρίζουν τα κατώτερα μα τα ανώτερα στοιχεία με τη συνοδία
συγχορευόντων.
των αγαθών.
»᾿Επειδὴ γὰρ ἐν τῇ τυπικῇ τοῦ ναοῦ κατασκευῇ, οὐ πᾶσιν ἐφεῖτο τῆς
Επειδή στην περίπτωση του κανονισμού του Ναού (του Σολομώντα), δεν
ἔξωθεν περιβολῆς ἐντὸς γενέσθαι, ἀλλὰ ἀπεκέκριτο τῆς εἰσόδου πᾶν
επιτρεπόταν σε όλους που βρισκόταν απέξω να εισέλθουν μέσα, αλλά
ὅσον ἐθνικὸν καὶ ἀλλόφυλον, τῶν τε αὖ ἐντὸς γενομένων, οὐ μέ τήν
απαγόρευαν την είσοδο στους ειδωλολάτρες και ξένους· και επίσης, οι
ἐκ τοῦ ἴσου πᾶσι τῆς ἐπὶ τὸ ἐνδότερον παρόδου, μή τινι καθαρωτέρᾳ
εισερχόμενοι δεν είχαν όλοι το ίδιο δικαίωμα να προχωρήσουν στα ενδότερα,
διαίτῃ καί τισι περιῤῥαντηρίοις ἀφαγνισθεῖσι, πάλιν δὲ καὶ ἐν αὐτοῖς
εάν δεν εξαγνιζόταν με καθαρότερη νηστεία και ραντισμούς· και πάλι, για
τούτοις οὐ πᾶσι βάσιμος ἦν ὁ ἔνδον ναὸς, ἀλλὰ τοῖς ἱερεῦσι μόνοις
εκείνους τους ίδιους δεν ήταν προσβάσιμος ο εσωτερικός ναός σε όλους, αλλά
νόμιμον ἦν κατὰ χρείαν ἱερουργίας ἐντὸς τοῦ καταπετάσματος
επιτρεπόταν μόνον στους ιερείς να επιτελούν τις αναγκαίες ιερουργίες μέσα
γίνεσθαι, τὸ δὲ ἀπόκρυφόν τε καὶ ἄδυτον τοῦ ναοῦ, ἐν ᾧ τὸ
στο καταπέτασμα· και το απόκρυφο και απροσπέλαστο μέρος του Ναού, στο
θυσιαστήριον ἵδρυτο κεράτων τισὶ προβολαῖς κεκαλλωπισμένον, καὶ
βρισκόταν το θυσιαστήριο στολισμένο με κέρατα σαν προβόλους, ήταν άβατο
αὐτοῖς τοῖς ἱερεῦσιν ἀνεπίβατον ἦν, πλὴν ἑνὸς τοῦ προτεταγμένου τῆς
και για τους ίδιους τους ιερείς· εκτός από έναν που προεξήρχε των ιερέων και
ἱερωσύνης, ὅς ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ κατά τινα νόμιμον ἡμέραν, μόνος
ο οποίος μια φορά το χρόνο, την ορισμένη ημέρα από το Νόμο, μόνος του
ἀποῤῥητοτέραν τινὰ καὶ μυστικωτέραν προσάγων ἱερουργίαν ἐπὶ τὸ
έμπαινε μέσα για να προσφέρει την πιο απόκρυφη και μυστική ιερουργία.
ἐντὸς παρεδύετο.
»Τοσαύτης οὖν οὔσης περὶ τὸν ναὸν τοῦτον διαφορᾶς, ὅστις εἰκὼν
»Εάν, λοιπόν, υπήρχε τόση διαφορά στα μέρη του Ναού εκείνου, ο οποίος ήταν
καὶ μίμημα τῆς νοητῆς ἦν καταστάσεως, τοῦτο τῆς σωματικῆς
μιμητική απεικόνιση της νοητής καταστάσεως, ο εξωτερικός και μόνο
παρατηρήσεως διδασκούσης, ὅτι οὔτε πᾶσα ἡ λογικὴ φύσις τῷ ναῷ
συμβολισμός διδάσκει το εξής: δεν είναι δυνατόν να πλησιάσει όλη η λογική
τοῦ Θεοῦ, τουτέστι τῇ ὁμολογίᾳ τοῦ μεγάλου Θεοῦ προσεγγίζει,
φύση το Θεό, δηλαδή να πιστέψει και ομολογήσει τον αληθινό Θεό,
ἀλλ᾿ οἱ πρὸς τὰς ψευδεῖς ὑπολήψεις πεπλανημένοι ἐκτός εἰσι τοῦ θείου
αλλά οι πλανεμένοι σε ψευδείς θεωρίες βρίσκονται έξω από το θείο περίβολο·
περισχοινίσματος, τῶν δὲ διὰ τῆς ὁμολογίας ἐντὸς γεγενημένων
από εκείνους πάλι, που με την ομολογία της πίστεως εισήλθαν μέσα (στο Ναό),
προτιμοτέρων τῶν ἄλλων οἱ περιῤῥαντηρίοις καὶ ἁγνείαις
προτιμώνται περισσότερο όσοι καθαρίζονται με ραντισμούς και αγνισμούς·
προκαθαιρόμενοι, καὶ τούτων οἱ ἀφιερωθέντες ἤδη τὸ πλέον ἔχουσιν,
και απ’ αυτούς τέλος πλεονεκτούν οι αφιερωμένοι,
ὥστε τῆς ἐσωτερικῆς ἀξιοῦσθαι μυσταγωγίας.
ώστε να αξιώνονται την εσωτερική μυσταγωγία.
93. »Ὡς δ᾿ ἄν τις ἐπὶ τὸ φανερώτερον προάγοι τὴν τοῦ αἰνίγματος
»Και εάν κάποιος εξηγήσει πιο φανερά αυτή την αλληγορία,
ἔμφασιν, ταῦτα ἔστι μαθεῖν τοῦ λόγου διδάσκοντος, ὅτι τῶν λογικῶν
θα καταλάβει τα εξής από τη διήγηση: από τις λογικές δυνάμεις ορισμένες
δυνάμεων, αἱ μέν τινές εἰσιν, οἷον τὸ ἅγιον θυσιαστήριον, ἐν τῷ ἀδύτῳ
βρίσκονται μέσα στο άγιο θυσιαστήριο, εγκαταστημένες στο άδυτο
τῆς θεότητος καθιδρυμέναι, αἱ δέ τινες πάλιν καὶ τούτων ἐν ἐξοχῇ
της θεότητος· άλλες πάλι απ’ αυτές εξέχουν και προβάλλονται σαν κέρατα,
θεωροῦνται, κεράτων δίκην προβεβλημέναι, καὶ ἄλλαι περὶ ἐκείνας
και άλλες βρίσκονται γύρω από εκείνες με καθορισμένη τάξη στην πρώτη
κατά τινα ἀκολουθίαν προτερεύουσί τε καὶ δευτερεύουσι· τὸ δὲ τῶν
και δεύτερη σειρά· το ανθρώπινο όμως γένος, εξαιτίας της κακίας
ἀνθρώπων γένος διὰ τὴν ἐγγινομένην κακίαν ἔξω τῆς θείας περιβολῆς
που εισήλθε μέσα του, εξορίστηκε έξω από το θείο περίβολο· όταν όμως
ἀπεώσθη· ὅπερ τῷ περιρραντηρίῳ λουτρῷ καθηράμενον ἐντὸς γίνεται.
καθαρισθεί με το ραντιστήριο λουτρό (βάπτισμα), πάλι εισέρχεται μέσα.
»᾿Αλλ᾿ ἐπειδὴ μέλλει ποτὲ τὰ μετὰ ταῦτα παραφράγματα λύεσθαι,
Αλλά επειδή πρόκειται κάποτε να καταργηθούν οι εσωτερικές περιφράξεις,
δι᾿ ὧν ἡμᾶς ἡ κακία πρὸς τὰ ἐντὸς τοῦ καταπετάσματος ἀπετείχισεν,
με τις οποίες η κακία μας έβγαλε έξω από το εσωτερικό του καταπετάσματος,
ὅταν σκηνοπηχθῇ πάλιν διὰ τῆς ἀναστάσεως ἡμῶν ἡ φύσις καὶ πᾶσα
όταν η φύση μας θα ανακαινισθεί με την ανάσταση και θα εξαφανισθεί όλη
ἡ κατὰ κακίαν ἐγγενομένη διαφθορὰ ἐξαφανισθῇ τῶν ὄντων, τότε
η φθορά των όντων που προήλθε από την κακία, τότε θα συστηθεί κοινή
κοινὴ συστήσεται ἡ περὶ τὸν Θεὸν ἑορτὴ τοῖς διὰ τῆς ἀναστάσεως
γιορτή γύρω από το Θεό από εκείνους που θα είναι στολισμένοι με την
πυκασθεῖσιν, ὡς μίαν τε καὶ τὴν αὐτὴν προκεῖσθαι πᾶσι τὴν
ανάσταση. Και έτσι όλοι θα γεύονται την ίδια χαρά και ευφροσύνη,
εὐφροσύνην, μηκέτι διαφορᾶς τινος τῆς τῶν ἴσων μετουσίας τὴν
και καμία διαφορά δεν θα ξεχωρίζει τις λογικές φύσεις από το να μετέχουν
λογικὴν φύσιν διατεμνούσης, ἀλλὰ τῶν νῦν ἔξω διὰ τὴν κακίαν ὄντων
εξίσου· αλλά και αυτοί που τώρα βρίσκονται έξω (από το καταπέτασμα)
ἐντὸς τῶν ἀδύτων τῆς θείας μακαριότητός ποτε γενησομένων, καὶ
εξαιτίας της κακίας, θα εισέλθουν κάποτε μέσα στα άδυτα της θείας ευτυχίας
τοῖς κέρασι τοῦ θυσιαστηρίου, τουτέστι ταῖς ἐξεχούσαις τῶν
και θα συνενωθούν με τα κέρατα του θυσιαστηρίου, δηλαδή με τις
ὑπερκοσμίων δυνάμεσιν ἐν ἑαυτοῖς συναπτόντων.
σπουδαιότερες υπερκόσμιες (αγγελικές) δυνάμεις.
»῞Οπερ δὴ γυμνότερόν φησιν ὁ ᾿Απόστολος τὴν τοῦ παντὸς πρὸς τὸ
»Αυτό το λέει ξεκάθαρα ο Απόστολος (Παύλος) όταν περιγράφει τη συμφωνία
ἀγαθὸν συμφωνίαν διερμηνεύων, ὅτι αὐτῷ "πᾶν γόνυ κάμψει
όλων προς το αγαθό, ότι, δηλαδή, μπροστά του "θα γονατίσουν οι επουράνιες,
ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα
οι επίγειες και οι καταχθόνιες δυνάμεις, και κάθε γλώσσα θα δοξολογήσει
ἐξομολογήσεται, ὅτι Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός"·
ότι αυτός είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός, η δόξα του Θεού Πατέρα".
ἀντὶ μὲν τῶν κεράτων λέγων τὸ ἀγγελικόν τε καὶ ἐπουράνιον, διὰ δὲ
Αντί για κέρατα αναφέρει τις αγγελικές και επουράνιες δυνάμεις, ενώ με τις
τῶν λοιπῶν σημαίνων τὴν μετ᾿ ἐκείνους νοουμένην κτίσιν, ἡμᾶς, ὧν
υπόλοιπες ορολογίες εννοεί τη μετά από τους αγγέλους δημιουργία, δηλαδή
πάντων μία καὶ σύμφωνος ἑορτὴ κατακρατήσει. ῾Εορτή ἐστιν ἡ τοῦ
εμάς, για τους οποίους όλους θα στηθεί μία αρμονική γιορτή. Και γιορτή είναι
ὄντως ὄντος ὁμολογία τε καὶ ἐπίγνωσις.
η ομολογία και επίγνωση του αληθινού Θεού.
94. »῎Εστι δὲ, φησὶ, καὶ ἄλλα πολλὰ τῆς ἁγίας Γραφῆς πρὸς σύστασιν
»Είναι δυνατόν, συνέχισε, να επιλεγούν και άλλα πολλά χωρία της Αγίας
τοῦ κατὰ τὴν ἀνάστασιν δόγματος ἀναλέξασθαι. ῞Ο τε γὰρ ᾿Ιεζεκιὴλ
Γραφής για τη στήριξη του δόγματος της αναστάσεως. Πράγματι και ο Ιεζεκιήλ,
τῷ προφητικῷ πνεύματι τὸν ἐν τῷ μέσῳ πάντα χρόνον καὶ τὸ ἐν
ξεπερνώντας με το προφητικό του πνεύμα όλο τον ενδιάμεσο χρόνο και το
τούτῳ διάστημα ὑπερβὰς, ἐπ᾿ αὐτοῦ ἵσταται τοῦ καιροῦ τῆς
αντίστοιχο διάστημα, σταματά ακριβώς στη στιγμή της αναστάσεως· και
ἀναστάσεως τῇ προγνωστικῇ δυνάμει καὶ τὸ ἐσόμενον ὡς ἤδη
βλέποντας με την προγνωστική του δύναμη αυτό που θα έλθει, ήδη ως παρόν,
τεθεαμένος ὑπ᾿ ὄψιν ἄγει τῷ διηγήματι.
το αναπαριστά με τη διήγησή του.
»Πεδίον γάρ μέγα καὶ εἰς ἄπειρον εἶδε διηπλωμένον, ὀστέων τε
»Είδε, λοιπόν, μια απέραντη πεδιάδα να απλώνεται, γεμάτη από πολλούς
σωρείαν ἐπὶ τούτῳ πολλὴν, ἄλλων ἀλλαχῆ πρὸς τὸ συμβὰν
σωρούς με οστά, που ήταν πεταμένα άλλα από δω κι άλλα από κει.
διεῤῥιμμένων, εἶτα θείᾳ δυνάμει πρὸς τὰ συγγενῆ καὶ ἴδια
Έπειτα, με τη θεία δύναμη, το κάθε οστό κινούνταν προς το συγγενικό του
συγκινουμένων καὶ ταῖς οἰκείαις ἁρμονίαις ἐμφυομένων, εἶτα νεύροις
και ενώνονταν μ’ αυτό αρμονικά· στη συνέχεια, καλύφθηκαν(τα οστά) με
καὶ σαρξὶ καὶ δέρμασι καλυπτομένων (ὅπερ ἡ ψαλμῳδία πυκαζομένων
νεύρα, σάρκα και δέρμα (το οποίο ο Ψαλμός το ονομάζει στολισμό)· και τέλος
λέγει), καὶ πνεῦμα ζωοποιοῦν τε καὶ διεγεῖρον ἅπαν τὸ κείμενον.
το πνεύμα έδωσε ζωή και ανάστησε όλο το πλήθος των οστών που ήταν
πεταμένα εκεί.
95. Τὴν δὲ τοῦ ᾿Αποστόλου τῶν κατὰ τὴν ἀνάστασιν θαυμάτων
»Και ποιός να πει τη διήγηση του Αποστόλου σχετικά με το θαυμαστό γεγονός
διασκευὴν, ὡς πρόχειρον οὖσαν τοῖς ἐντυγχάνουσιν, τί ἄν τις λέγοι;
της αναστάσεως, αφού είναι πασίγνωστη στους αναγνώστες;
῞Οπως ἐν κελεύσματί τινι καὶ σαλπίγγων ἤχῳ φησὶν ὁ λόγος ἐν
Ότι, δηλαδή, όπως διηγείται ο λόγος, με κάποιο πρόσταγμα και ήχο σαλπίγγων,
ἀκαρεῖ τοῦ χρόνου ἅπαν ἀθρόως τὸ τεθνηκός τε καὶ κείμενον, εἰς
ακαριαία όλο μαζί το πλήθος των νεκρών και πεθαμένων,
ἀθανάτου φύσεως κατάστασιν ὑπαμειφθήσεσθαι; ᾿Αλλὰ καὶ τὰς
θα μεταλλαγεί στην κατάσταση της αθανάτου φύσεως; Θα αφήσουμε στην
εὐαγγελικὰς φωνὰς, ὡς προδήλους ἅπασιν οὔσας, παρήσομεν.
άκρη επίσης και τις ευαγγελικές διηγήσεις, διότι όλοι τις γνωρίζουν.
Οὐ γὰρ μόνῳ λόγῳ φησὶν ὁ Κύριος τοὺς νεκροὺς ἀναστήσεσθαι, ἀλλὰ
Κι αυτό διότι ο Κύριος δεν διδάσκει μόνο με το λόγο ότι οι νεκροί
καὶ αὐτὴν ἐνεργεῖ τὴν ἀνάστασιν, ἀπὸ τῶν ἐγγυτέρων ἡμῖν καὶ ἧττον
θ’ αναστηθούν, αλλά και έμπρακτα ανασταίνει, αρχίζοντας τα θαύματα από τα
ἀπιστεῖσθαι δυναμένων τῆς θαυματοποιίας ἀρξάμενος.
πιο κοντινά σε μας και λιγότερο αμφισβητήσιμα.
»Πρῶτον μὲν γὰρ ἐν τοῖς ἐπιθανασίοις τῶν νοσημάτων τὴν ζωοποιὸν
»Πρώτα, δηλαδή, δείχνει τη ζωοποιό δύναμή του στα θανατηφορά νοσήματα,
δείκνυσι δύναμιν, ἀπελαύνων προστάγματι καὶ λόγῳ τὰ πάθη· εἶτα
απομακρύνοντας τις αρρώστιες με το πρόσταγμα και το λόγο του. Έπειτα,
ἀρτιθανὲς ἐγείρει παιδίον, εἶτα νεανίαν τοῖς τάφοις ἤδη
ανασταίνει ένα πρόσφατα πεθαμένο παιδί. Κατόπιν, ανασταίνει ένα νέο την
προσκομιζόμενον τῆς σοροῦ διαναστήσας τῇ μητρὶ δίδωσι· μετὰ τοῦτο
ώρα που μετέφεραν τη σορό του στον τάφο και τον παραδίδει στη μητέρα του.
διαπεπτωκότα ἤδη τετραημέρῳ χρόνῳ τὸν Λάζαρον νεκρὸν ἐξάγει
Μετά απ’ αυτό, βγάζει ζωντανό από τον τάφο το νεκρό Λάζαρο, που ήταν ήδη
ζῶντα τοῦ τάφου φωνῇ καὶ προστάγματι ζωοποιήσας τὸν κείμενον·
πεθαμένος τέσσερις ημέρες, και ανασταίνει το νεκρό με φωνή και προσταγή.
εἶτα τὸν ἑαυτοῦ ἄνθρωπον ἥλοις καὶ λόγχῃ διαπεπαρμένον ἐκ νεκρῶν
Τέλος, τον εαυτό του, που τον είχαν τρυπήσει με καρφιά και λόγχη, τον
διὰ τρίτης ἡμέρας διανίστησι, τοὺς τύπους τῶν ἥλων καὶ τὴν πληγὴν
ανασταίνει από τους νεκρούς την τρίτη ημέρα, για να φέρνει ως απόδειξη της
τῆς λόγχης εἰς μαρτυρίαν τῆς ἀναστάσεως ἐπαγόμενον. Περὶ ὧν
αναστάσεως τα σημάδια των καρφιών και τη λογχισμένη πληγή. Νομίζω ότι
οὐδὲν οἶμαι χρῆναι διεξιέναι, μηδεμιᾶς ἀμφιβολίας ἐν τοῖς τὰ
δεν χρειάζεται να τα πω αυτά διεξοδικά, διότι δεν μένει καμιά αμφιβολία σ’
γεγραμμένα παραδεδειγμένοις ὑπούσης».
όσους παραδέχονται τα γραπτά του Ευαγγελίου».
96. ΓΡΗΓ. «᾿Αλλ᾿ οὐ τοῦτο, εἶπον ἐγὼ, τὸ ζητούμενον ἦν· τὸ γὰρ
«Αλλά το ζητούμενο, είπα εγώ, δεν ήταν αυτό. Τό ότι κάποτε θα γίνει
ἔσεσθαί ποτε τὴν ἀνάστασιν καὶ τὸ ὑπαχθήσεσθαι τῇ ἀδεκάστῳ κρίσει
η ανάσταση και ο άνθρωπος θα οδηγηθεί στην αδέκαστη κρίση του Θεού,
τὸν ἄνθρωπον, διά τε τῶν γραφικῶν ἀποδείξεων, καὶ τῶν ἤδη
οι περισσότεροι ακροατές θα συμφωνήσουν ότι αυτά αποδεικνύονται
προεξητασμένων, οἱ πολλοὶ τῶν ἀκουόντων συνθήσονται.
και από την Αγία Γραφή και απ’ όσα ήδη αναφέραμε.
῾Υπόλοιπον δ᾿ ἂν εἴη σκοπεῖν, φησὶν, εἰ ὥσπερ τὸ νῦν καὶ τὸ
Μένει να εξετάσουμε, εάν η μελλοντική κατάσταση θα είναι όπως και
ἐλπιζόμενον ἔσται. ῞Οπερ εἰ ὄντως εἴη, φευκτὸν ἄν εἶπον τοῖς
η παρούσα. Αν κάτι τέτοιο συνέβαινε, θα έλεγα ότι δεν συμφέρει στους
ἀνθρώποις τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως εἶναι. Εἰ γὰρ οἷα γίνεται,
ανθρώπους να ελπίζουν σε ανάσταση. Διότι, εάν τα ανθρώπινα σώματα
ὅταν λήγεται τοῦ ζῇν τὰ ἀνθρώπινα σώματα, τοιαῦτα τῇ ζωῇ πάλιν
αποκατασταθούν πάλι στην κατάσταση που ήταν στο τέλος της ζωής τους,
ἀποκαθίσταται, ἄρα τις ἀτέλεστος συμφορὰ διὰ τῆς ἀναστάσεως τοῖς
τότε οι άνθρωποι προσδοκούν με την ανάσταση μια συμφορά δίχως τέλος.
ἀνθρώποις ἐλπίζεται.
»Τί γὰρ ἂν ἐλεεινότερον γένοιτο θέαμα, ἢ ὅταν ἐν ἐσχάτῳ γήρᾳ
»Διότι, ποιό θέαμα είναι πιο τρισάθλιο από τα σώματα που στα βαθιά
καταῤῥικνωθέντα τὰ σώματα μεταποιηθῇ πρὸς τὸ εἰδεχθές τε καὶ
γεράματα έχουν συρρικνωθεί και έχουν πάρει μια απαίσια και άσχημη μορφή,
ἄμορφον, τῆς μὲν σαρκὸς αὐτοῖς ἀναλωθείσης τῷ χρόνῳ, ῥυσοῦ δὲ
καθώς η σάρκα έχει μαραζώσει από το χρόνο, ενώ το ροζιασμένο δέρμα
τοῖς ὀστέοις περιεσκληκότος τοῦ δέρματος; Τῶν δὲ δὴ νεύρων
κολλάει πάνω στα κόκαλα; Καθώς, επίσης, τα νεύρα κάνουν συσπάσεις,
συνεσπασμένων διὰ τὸ μηκέτι τῇ φυσικῇ ἰκμάδι ὑποπιαίνεσθαι καὶ διὰ
επειδή δεν διατηρούνται σε φυσική ικμάδα, και γι’ αυτό όλο το σώμα
τοῦτο παντὸς συνελκομένου τοῦ σώματος, ἄτοπόν τι καὶ ἐλεεινὸν
καμπουριάζει και παρουσιάζει ένα άθλιο και ελεεινό θέμα.
θέαμα γίνεται, τῆς μὲν κεφαλῆς ἐπὶ τὸ γόνυ συγκεκλιμένης, τῆς δὲ
Ακόμη, το κεφάλι πέφτει στα γόνατα, ενώ τα χέρια πέφτουν από δω
χειρὸς ἔνθεν καὶ ἔνθεν πρὸς μὲν τὴν κατὰ φύσιν ἐνέργειαν ἀπρακτούσης,
κι από κει· αδυνατούν να κάμουν τις ενέργειες της φύσεως, τρέμουν
ἐντρόμως δὲ κατὰ τὸ ἀκούσιον ἀεὶ κραδαινομένης.
χωρίς τη θέλησή τους και κουνιούνται συνεχώς.
»Οἷα δὲ πάλιν τῶν ταῖς χρονίαις νόσοις ἐκτετηκότων τὰ σώματα; ῝Α
»Ποιά είναι πάλι τα σώματα αυτών που λιώνουν σε χρόνια νοσήματα; Αυτά
τοσοῦτον διαφέρει τῶν γυμνωθέντων ὀστέων, ὅσον ἐπικαλύφθαι δοκεῖ
τόσο διαφέρουν από τα απογυμνωμένα οστά, ώστε φαίνονται σαν να έχουν
λεπτῷ, καὶ ἐκδεδαπανημένῳ ἤδη τῷ δέρματι. Οἷα δὲ καὶ τῶν ἐν ταῖς
καλυφθεί μ’ ένα λεπτό και φθαρμένο δέρμα. Ποιά είναι, επίσης, τα σώματα
ὑδερικαῖς ἀῤῥωστίαις ἐξῳδηκότων; Τῶν δὲ τῇ ἱερᾷ νόσῳ
εκείνων που έχουν φουσκώσει από την υδρωπικία; Ποιά λόγια να πει κανείς,
κεκρατημένων τὴν ἀσχήμονα λώβην, τίς ἂν ὑπ᾿ ὄψιν ἀγάγοι λόγος,
για να περιγράψει την απαίσια λέπρα όσων προσβλήθηκαν από την ιερή νόσο;
ὡς κατ᾿ ὀλίγον αὐτοῖς πάντα τὰ μέλη τὰ ὀργανικά τε καὶ αἰσθητήρια
Πώς, δηλαδή, η σήψη προχώρησε σιγά σιγά και κατατρώει όλα τα μέλη, και τα
προϊοῦσα ἡ σηπεδὼν ἐπιβόσκεται; Τῶν δὲ ἐν σεισμοῖς ἢ πολέμοις ἢ ἐξ
όργανα και τα αισθητήριά τους; Και τί να πει κάποιος για τους
ἑτέρας τινὸς αἰτίας ἠκροτηριασμένων καὶ πρὸ τοῦ θανάτου χρόνον
ακρωτηριασμένους από σεισμούς ή πολέμους ή από κάποια άλλη αιτία, που
τινὰ ἐν τῇ συμφορᾷ ταύτῃ ἐπιβιούντων ἢ τῶν ἀπὸ γενέσεως λώβῃ
ζουν πολλά χρόνια πριν πεθάνουν μ’ αυτή την αναπηρία; Ή τί να πει για
τινὶ συναποτελεσθέντων ἐνδιαστρόφοις τοῖς μέλεσι, περιὸν, τί ἄν τις
εκείνους που από τη γέννησή τους είχαν κάποια ανωμαλία στο σώμα και
λέγοι;
μεγάλωσαν με αναπηρία στα μέλη τους;
»Περὶ τῶν ἀρτιγενῶν νηπίων τῶν τε ἐκτιθεμένων καὶ τῶν
»Και τι πρέπει να σκεφθούμε για τα νεογέννητα νήπια, όσα εκτίθενται,
καταπνιγομένων καὶ τῶν κατὰ τὸ αὐτόματον ἀπολλυμένων, τί ἐστι
όσα πνίγονται και όσα πεθαίνουν αμέσως;
λογίσασθαι, εἰ τὰ τοιαῦτα πάλιν πρὸς τὴν ζωὴν ἐπανάγοιτο, ἄρα
Εάν αυτά επανέλθουν στη ζωή, άραγε θα μείνουν στη νηπιότητα;
ἐναπομένει τῇ νηπιότητι, καὶ τί ἀθλιώτερον; Ἀλλ᾿ ἐπὶ τὸ ἄκρον ἥξει
Και τί είναι πιο ελεεινό απ’ αυτό; Θα φθάσουν στο άκρο της ηλικίας;
τῆς ἡλικίας, καὶ ποίῳ γάλακτι πάλιν ἡ φύσις αὐτὰ τιθηνήσεται;
Με τί είδους γάλα πάλι θα τ’ αναθρέψει η φύση;
97. »῞Ωστε εἰ μὲν διὰ πάντων ταὐτὸν ἡμῖν τὸ σῶμα πάλιν
»Ώστε, εάν αναστηθεί το σώμα μας πάλι στην ίδια σε όλα κατάσταση,
ἀναβιώσεται, συμφορὰ ἔσται τὸ προσδοκώμενον· εἰ δὲ μὴ ταὐτὸν,
το προσδοκώμενο θα είναι συμφορά. Εάν πάλι δεν είναι το ίδιο σώμα,
ἄλλος τις ὁ ἐγειρόμενος ἔσται παρὰ τὸν κείμενον. Εἰ γὰρ πέπτωκε μὲν
τότε ο αναστημένος θα είναι άλλος και όχι εκείνος που πέθανε. Πράγματι, εάν
τὸ παιδίον, ἀνίσταται δὲ τέλειος, ἢ τὸ ἔμπαλιν, πῶς ἔστιν εἰπεῖν αὐτὸν
πέθανε παιδί και ανασταίνεται τέλειος άνθρωπος, και το αντίστροφο, τότε πώς
ἀνωρθῶσθαι τὸν κείμενον, ἐν τῇ τῆς ἡλικίας διαφορᾷ τοῦ πεπτωκότος
μπορούμε να πούμε ότι αναστήθηκε ο πεθαμένος, αφού ο πεθαμένος άλλαξε
ὑπηλλαγμένου ὄντος· ἀντὶ γὰρ τοῦ παιδίου τέλειον καὶ ἀντὶ τοῦ
ηλικία; Διότι, όταν κανείς βλέπει αντί για παιδί ώριμο άνθρωπο
πρεσβυτέρου τὸν ἀκμηστήν τις ὁρῶν, ἕτερον ἀνθ᾿ ἑτέρου τεθέαται, καὶ
και αντί για γέρο νέο και αντί για ανάπηρο βλέπει αρτιμελή
ἀντὶ τοῦ λελωβημένου τὸν ἄρτιον, καὶ ἀντὶ τοῦ ἐκτετηκότος τὸν
και αντί για λιπόσαρκο εύσωμο και τα υπόλοιπα κατά παρόμοιο τρόπο
εὔσαρκον, καὶ τὰ ἄλλα πάντα ὡσαύτως, ἵνα μὴ, τὰ καθ᾿ ἕκαστόν τις
–για να μη πολυλογεί κανένας αναφέροντας με λεπτομέρειες τα καθέκαστα–,
διεξιὼν, ὄχλον ἐπεισάγῃ τῷ λόγῳ;
τότε βλέπει άλλο άνθρωπο στη θέση άλλου.
98. »Εἰ μὴ οὖν τοιοῦτον ἀναβιώῃ τὸ σῶμα πάλιν, οἷον ἦν ὅτε τῇ γῇ
»Εάν όμως δεν αναστηθεί το σώμα πάλι όπως ήταν όταν παραχώθηκε στη γη,
κατεμίγνυτο, οὐ τὸ τεθνηκὸς ἀναστήσεται, ἀλλ᾿ εἰς ἄλλον ἄνθρωπον
τότε δεν θα αναστηθεί ο πεθαμένος, αλλά θα πλασθεί από το χώμα άλλος
ἡ γῆ διαπλασθήσεται. Τί οὖν πρὸς ἐμὲ ἡ ἀνάστασις, εἰ ἀντ᾿ ἐμοῦ τις
άνθρωπος. Τι θα με ωφελήσει, λοιπόν, η ανάσταση, εάν αντί για μένα κάποιος
ἄλλος ἀναβιώσεται; Πῶς γὰρ ἂν ἐπιγνοίην αὐτὸς ἐμαυτὸν, βλέπων ἐν
άλλος θ’ αναστηθεί; Πώς θ’ αναγνώριζα εγώ τον εαυτό μου, βλέποντας στον
ἐμαυτῷ οὐκ ἐμαυτόν; Οὐ γὰρ ἂν εἴην ἀληθῶς ἐγὼ, εἰ μὴ διὰ πάντων
εαυτό μου όχι τον εαυτό μου; Διότι δεν θα ήμουν αληθινά εγώ, εάν δεν ήμουν
εἴην ὁ αὐτὸς ἐμαυτῷ.
σε όλα ίδιος με τον εαυτό μου.
»Καθάπερ γὰρ κατὰ τὸν παρόντα βίον εἴ τινος ἔχοιμι διὰ μνήμης τὸν
»Όπως, λοιπόν, στην παρούσα ζωή, εάν έχω στη μνήμη μου τα χαρακτηριστικά
χαρακτῆρα, ὑποκείσθω δὲ κατὰ τὸν λόγον ψεδνὸς ὁ τοιοῦτος εἶναι,
κάποιου, και αυτός είναι, για παράδειγμα, φαλακρός,
προχειλὴς, ὑποσιμὸς, λευκόχρους, γλαυκόμματος, ἐν πολιᾷ τῇ τριχὶ,
μεγαλόχειλος, πλακομύτης, λευκός, γαλανομάτης, λευκότριχος και
καὶ ῥυσῷ τῷ σώματι· εἶτα ζητῶν τὸν τοιοῦτον, ἐντύχοιμι νέῳ, κομήτῃ,
με ρυτίδες στο σώμα· κι έπειτα, ενώ ζητώ αυτόν, βρίσκω (μετά την ανάσταση)
γρυπῷ, μελανόχροϊ, καὶ τὰ λοιπὰ πάντα τοῦ κατὰ τὴν μορφὴν
ένα νέο, τριχωτό, γαμψομύτη, μελαχροινό και σ’ όλα τ’ άλλα με διαφορετικά
χαρακτῆρος ἑτέρως ἔχοντι. ῏Αρα τοῦτον ἰδὼν ἐκεῖνον οἰήσομαι;
χαρακτηριστικά. Άραγε, βλέποντας αυτόν, θα νομίσω ότι είδα εκείνον;
Μᾶλλον δὲ τί χρὴ ταῖς ἐλάττοσι τῶν ἐνστάσεων ἐνδιατρίβειν τὸν
Αλλά, γιατί χρονοτριβώ σ’ αυτές τις μικρές αντιρρήσεις για την ανάσταση και
ἰσχυρότερον ἀφιέμενον; Τίς γὰρ οὐκ οἶδεν, ὅτι ῥοῇ τινι προσέοικεν ἡ
αφήνω τη σπουδαιότερη; Ποιός δεν γνωρίζει ότι η ανθρώπινη φύση μοιάζει
ἀνθρωπίνη φύσις, ἀπὸ γενέσεως εἰς θάνατον ἀεὶ διά τινος κινήσεως
με ρεύμα, προχωρώντας από τη γέννηση στο θάνατο πάντοτε με μια κίνηση,
προϊοῦσα, τότε τῆς κινήσεως λήγουσα, ὅταν καὶ τοῦ εἶναι παύσηται;
η οποία τότε σταματά, όταν παύει και η ύπαρξη;
99. »῾Η δὲ κίνησις αὕτη οὐ τοπική τίς ἐστι μετάστασις (οὐ γὰρ ἐκβαίνει
»Και η κίνηση αυτή δεν είναι τοπική μετάσταση –διότι δεν βγαίνει από τον
ἑαυτὴν ἡ φύσις), ἀλλὰ δι᾿ ἀλλοιώσεως ἔχει τὴν πρόοδον. ῾Η δὲ
εαυτό της η φύση­–, αλλά προχωρεί με αλλοίωση. Και αλλοίωση
ἀλλοίωσις ἕως ἂν ᾖ τοῦτο ὃ λέγεται, οὐδέποτε ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ μένει
σημαίνει αυτό που λέει το όνομά της, δεν μένει δηλαδή ποτέ στα ίδια
(πῶς γὰρ ἂν ἐν ταὐτότητι φυλαχθείη τὸ ἀλλοιούμενον;) ἀλλ᾿ ὥσπερ
(διότι πώς αυτό που αλλοιώνεται θα παραμένει στην ταυτότητά του;)· αλλά,
τὸ ἐπὶ τῆς θρυαλλίδος πῦρ, τῷ μὲν δοκεῖν ἀεὶ τὸ αὐτὸ φαίνεται
όπως η φλόγα του φυτιλιού φαίνεται ότι είναι πάντοτε η ίδια
(τὸ γὰρ συνεχὲς ἀεὶ τῆς κινήσεως ἀδιάσπαστον αὐτὸ καὶ ἡνωμένον
(διότι η συνεχής κίνησή της κάνει τη φλόγα να φαίνεται πάντοτε αδιάσπαστα
πρὸς ἑαυτὸ δείκνυσι), τῇ δὲ ἀληθείᾳ πάντως πάντοτε ἑαυτὸ αὐτὸ
ενωμένη με τον εαυτό της), ενώ στην πραγματικότητα ποτέ δεν μένει η ίδια,
διαδεχόμενον, οὐδέποτε αὐτὸ μένει (ἡ γὰρ ἐξελκυσθεῖσα διὰ τῆς
διότι διαδέχεται η ίδια τον εαυτό της· (η ύλη που βγαίνει από τη θερμότητα
θερμότητος ἰκμὰς, ὁμοῦ τε ἐξεφλογώθη καὶ εἰς λιγνῦν ἐκκαυθεῖσα
γίνεται φλόγα και με την καύση γίνεται καπνός,
μετεποιήθη, καὶ ἀεὶ τῇ ἀλλοιωτικῇ δυνάμει ἡ τῆς φλογὸς κίνησις
και πάντοτε η κίνηση της φλόγας ενεργεί με τη δύναμη της αλλοιώσεως
ἐνεργεῖται, εἰς λιγνῦν δι᾿ ἑαυτῆς ἀλλοιοῦσα τὸ ὑποκείμενον)· ὥσπερ
μεταβάλλοντας το ενεργούμενό της σε καπνό)· όπως, λοιπόν, αν κάποιος
τοίνυν δὶς κατὰ ταὐτὸν τῆς φλογὸς θίγοντα, οὐκ ἔστι τῆς αὐτῆς τὸ δὶς
αγγίξει δύο φορές στο ίδιο σημείο τη φλόγα, δεν είναι δυνατό να αγγίξει δύο
ἅψασθαι (τὸ γὰρ ὀξὺ τῆς ἀλλοιώσεως οὐκ ἀναμένει τὸν ἐκ δευτέρου
φορές την ίδια φλόγα (διότι η ταχύτητα της αλλαγής δεν περιμένει αυτόν που
πάλιν ἐπιθιγγάνοντα, κἂν ὡς τάχιστα τοῦτο ποιῇ), ἀλλ᾿ ἀεὶ καινή τε
την αγγίζει πάλι για δεύτερη φορά, όσο γρήγορα κι αν το κάμει), αλλά πάντοτε
καὶ πρόσφατός ἐστιν ἡ φλὸξ πάντοτε γινομένη, καὶ ἀεὶ ἑαυτὴν
η φλόγα γίνεται καινούργια και νωπή, και πάντοτε διαδέχεται τον εαυτό της
διαδεχομένη, καὶ οὐδέποτε ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ μένουσα· τοιοῦτόν τι καὶ
και ποτέ δεν μένει στο ίδιο σημείο. Κάτι παρόμοιο γίνεται και με τη φύση
περὶ τὴν τοῦ σώματος ἡμῶν φύσιν ἐστί.
του σώματός μας.
»Τὸ γὰρ ἐπίῤῥυτον τῆς φύσεως ἡμῶν, καὶ τὸ ἀπόῤῥυτον διὰ τῆς
»Διότι η ροή και η απορροή της φύσεώς μας προχωρεί πάντοτε με την
ἀλλοιωτικῆς κινήσεως ἀεὶ πορευόμενον, τότε κινούμενον ἵσταται,
κίνηση της αλλοιώσεως· και τότε παύει να κινείται, όταν λήξει
ὅταν καὶ τῆς ζωῆς ἀπολήξῃ· ἕως δ᾿ ἂν ἐν τῷ ζῇν ᾖ, στάσιν οὐκ ἔχει·
και η ζωή. Όσο χρόνο όμως ζει, δεν σταματά καθόλου· διότι ή γεμίζει
ἤ γὰρ πληροῦται ἢ διαπνέεται ἢ δι᾿ ἑκατέρων πάντως εἰσαεὶ
ή αδειάζει ή πάντοτε κινείται με συνδυασμό και των δύο καταστάσεων.
διεξάγεται. Εἰ τοίνυν οὐδὲ τῷ χθιζῷ τις ὁ αὐτός ἐστιν, ἀλλ᾿ ἕτερος τῇ
Εάν, λοιπόν, κανείς δεν είναι ίδιος με το χθεσινό εαυτό του, αλλά με την
ὑπαλλαγῇ γίνεται, ὅταν ἐπαναγάγῃ πάλιν τὸ σῶμα ἡμῶν πρὸς τὴν
αλλοίωση γίνεται διαφορετικός, όταν η ανάσταση θα επαναφέρει πάλι το
ζωὴν ἡ ἀνάστασις, δῆμός τις ἀνθρώπων πάντως ὁ εἷς γενήσεται,
σώμα μας στη ζωή, ο ένας θα γίνει πλήθος ανθρώπων, για να μην απουσιάζει
ὡς ἂν μηδὲν ἐλλείποι τοῦ ἀνισταμένου τὸ βρέφος, τὸ νήπιον, ὁ παῖς,
από τον αναστημένο τίποτε, το βρέφος, το νήπιο, το παιδί, ο έφηβος, ο άνδρας,
τὸ μειράκιον, ὁ ἀνὴρ, ὁ πατὴρ, ὁ πρεσβύτης, καὶ τὰ διὰ μέσου πάντα.
ο πατέρας, ο γέροντας και όλες οι ενδιάμεσες καταστάσεις της ηλικίας.
100. »Σωφροσύνης δὲ καὶ ἀκολασίας διὰ σαρκὸς ἐνεργουμένης, τῶν τε
»Εφόσον όμως και η σωφροσύνη και η ακολασία γίνονται με τη σάρκα, πώς
ὑπομενόντων ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας τὰς ἀλγεινὰς τῶν κολάσεων τῶν τε
είναι δυνατόν στην Κρίση ν’ αποδοθεί το δίκαιο τόσο σ’ εκείνους που
αὖ μαλακιζομένων πρὸς ταῦτα, διὰ τῆς σωματικῆς αἰσθήσεως
υπομένουν τις οδυνηρές τιμωρίες για την ευσέβεια, όσο και σ’ εκείνους που τις
ἑκατέρων τούτων ἐπιδεικνυμένων, πῶς ἔστι παρὰ τὴν κρίσιν
αποφεύγουν από φιλοσαρκία; Καθώς και οι δύο κατηγορίες (ανθρώπων)
διασωθῆναι τὸν δίκαιον; ῍Η τοῦ αὐτοῦ νῦν μὲν πεπλημμεληκότος,
δείχνουν τη διαγωγή τους με τις αισθήσεις του σώματος; Ή, στην περίπτωση
αὖθις δὲ διὰ μεταμελείας ἑαυτὸν ἐκκαθάραντος, κἂν οὕτω τύχῃ πάλιν
του ανθρώπου, που τώρα αμαρτάνει και κατόπιν με τη μετάνοια καθαρίζεται,
ἐπὶ τὸ πλημμελὲς ὀλισθήσαντος, ὑπαμειφθέντος δὲ κατὰ τὴν
αν τύχει να πέσει πάλι ο ίδιος σε σφάλμα, οπότε το σώμα θα έχει γευθεί,
ἀκολουθίαν τῆς φύσεως καὶ τοῦ μεμολυσμένου καὶ τοῦ ἀμολύντου
σύμφωνα με την ροή της φύσεως, και την κατάσταση της ακολασίας και της
σώματος, καὶ μηδετέρου τούτων εἰς τὸ διηνεκὲς ἐξαρκέσαντος, ποῖον
καθαρότητος, χωρίς καμία από τις δύο να καταφέρει να διαρκέσει για πάντα,
τῷ ἀκολάστῳ σῶμα συγκολασθήσεται; Τὸ ῥικνωθὲν ἐν τῷ γήρᾳ πρὸς
τότε ποιό σώμα θα τιμωρηθεί για την ακολασία; Αυτό που ζάρωσε στα
τῷ θανάτῳ; ᾿Αλλ᾿ ἕτερον ἦν τοῦτο παρὰ τὸ τὴν ἁμαρτίαν
γεράματα, λίγο πριν το θάνατο; Αλλά αυτό ήταν διαφορετικό απ’ αυτό που
κατειργασμένον. Ἀλλ᾿ ὅπερ κατεμολύνθη τῷ πάθει; Καὶ ποῦ ὁ
διέπραξε την αμαρτία. Μήπως αυτό που μολύνθηκε από το πάθος; Και πού θα
πρεσβύτης; ῍Η γὰρ οὐκ ἀναστήσεται οὗτος, καὶ οὐκ ἐνεργὸς ἡ
είναι τότε ο γέρος άνθρωπος; Διότι, ή δεν θ’ αναστηθεί αυτός, οπότε δεν θα έχει
ἀνάστασις· ἢ οὗτος ἐγερθήσεται, καὶ διαφεύξεται τὴν δίκην ὁ
γενική ισχύ η ανάσταση· ή θα αναστηθεί αυτός, αλλά θα ξεφύγει από την
ὑποκείμενος.
τιμωρία αυτός (ο νέος) που την διέπραξε.
101. »Εἴπω τι καὶ ἄλλο τῶν προφερομένων ἡμῖν παρὰ τῶν οὐ
»Ας αναφέρω και κάτι άλλο απ’ όσα λένε αυτοί που δεν δέχονται τη
δεδεγμένων τὸν λόγον. Οὐδὲν, φησὶν, ἄπρακτον τῶν ἐν τῷ σώματι
διδασκαλία μας (για την ανάσταση). Η φύση, λένε, κανένα μόριο του σώματος
μορίων ἡ φύσις ἐποίησε. Τὰ μὲν γὰρ τὴν τοῦ ζῇν αἰτίαν καὶ δύναμιν ἐν
δεν έπλασε, για να είναι άπραγο. Ορισμένα (μόρια) έχουν την αιτία και τη
ἡμῖν ἔχει, ὧν ἄνευ συστῆναι τήν διὰ σαρκὸς ζωὴν ἡμῶν, οὐκ ἐνδέχεται,
δύναμη της ζωής μέσα μας, χωρίς τα οποία δεν μπορεί να υπάρξει η ζωή του
οἷον, καρδία, ἧπαρ, ἐγκέφαλος, πνεύμων, γαστὴρ, καὶ τὰ λοιπὰ
σώματος· για παράδειγμα, η καρδιά, το συκώτι, ο εγκέφαλος, τα πνευμόνια, το
σπλάγχνα, τὰ δὲ τῇ αἰσθητικῇ κινήσει ἀποκεκλήρωται, τὰ δὲ τῆς
στομάχι και τα άλλα σπλάγχνα. Άλλα μόρια έχουν αποστολή να λειτουργούν
πρακτικῆς καὶ μεταβατικῆς ἐνεργείας ἐστίν, ἄλλα δὲ πρὸς τὴν
τις αισθήσεις, άλλα είναι για να ενεργούν τις πράξεις και κινήσεις και άλλα
διαδοχὴν τῶν ἐπιγινομένων ἐπιτηδείως ἔχει.
είναι αρμόδια για την αναπαραγωγή των απογόνων.
»Εἰ μὲν οὖν ἐν τοῖς αὐτοῖς ἡμῖν ὁ μετὰ ταῦτα βίος ἔσται, πρὸς οὐδὲν ἡ
»Εάν, λοιπόν, η μετέπειτα ζωή μας θα συνίσταται στην ίδια αποστολή (με την
μετάστασις γίνεται· εἰ δὲ ἀληθὴς ὁ λόγος (ὥσπερ οὖν ἐστιν ἀληθὴς),
παρούσα), τότε η ανάσταση δεν ωφελεί καθόλου. Εάν όμως είναι αλήθεια
ὁ μήτε γάμον ἐμπολιτεύεσθαι τῷ μετὰ τὴν ἀνάστασιν βίῳ
–όπως και είναι–, ότι στη ζωή μετά την ανάσταση δεν έχει θέση ο γάμος,
διοριζόμενος, μήτε διὰ βρώσεως καὶ πόσεως τὴν τότε διακρατεῖσθαι
ούτε η ζωή συντηρείται από το φαγητό και το πιοτό, τότε ποιά ανάγκη θα
ζωὴν, τίς ἔσται χρῆσις τῶν μερῶν τοῦ σώματος, οὐκέτι τῶν δι᾿ ἃ νῦν
υπάρχει για τα μόρια του σώματος, αφού στην άλλη ζωή δεν θα χρειάζονται
ἐστι τὰ μέλη κατὰ τὴν ζωὴν ἐκείνην ἐλπιζομένων; Εἰ γὰρ τοῦ γάμου
για όσα τώρα αυτά τα μέλη χρησιμεύουν; Πράγματι, εάν χάρη στο γάμο
χάριν τὰ πρὸς τὸν γάμον ἐστὶ, ὅταν ἐκεῖνος μὴ ᾖ, οὐδὲ τῶν πρὸς
υπάρχουν τα σχετικά με το γάμο, όταν εκείνος δεν θα υφίσταται, δεν θα
ἐκεῖνον δεόμεθα· οὕτω καί πρὸς τὸ ἔργον αἱ χεῖρες καὶ πρὸς τὸν
χρειαζόμαστε τίποτε από τα σχετικά γάμου. Παρόμοια, δεν θα είναι αναγκαία
δρόμον οἱ πόδες καὶ πρὸς τὴν παραδοχὴν τῶν σιτίων τὸ στόμα καὶ οἱ
τα χέρια για την εργασία, τα πόδια για το δρόμο, το στόμα για τη λήψη τροφής,
ὀδόντες πρὸς τὴν τῆς τροφῆς ὑπηρεσίαν καὶ πρὸς τὴν πέψιν τὰ
τα δόντια για να τη μασήσουν, τα σπλάγχνα για την πέψη και οι διεξοδικοί
σπλάγχνα καὶ πρὸς τὴν ἀποβολὴν τῶν ἀχρειωθέντων οἱ ἐξοδικοὶ τῶν
πόροι για την αποβολή των αχρήστων. Όταν, λοιπόν, οι λειτουργίες εκείνες
πόρων. ῞Οταν οὖν ἐκεῖνα μὴ ᾖ, τὰ δι᾿ ὧν ἐκεῖνα γίνονται πῶς ἢ ὑπὲρ
δεν υπάρχουν, πώς και γιατί να υπάρχουν τα όργανα τα οποία τις εκτελούν;
τίνος ἔσται;
»Ὡς ἀνάγκην εἶναι, εἰ μὲν μή εἴη περί τό σῶμα τά πρὸς οὐδὲν τῶν πρὸς
»Είναι, επομένως, ανάγκη, εάν δεν θα υπάρχουν στο σώμα τα μόρια που δεν
τὴν ζωὴν ἐκείνην συνεργεῖν μέλλοντα, μηδὲ εἴη τι τῶν νῦν
πρόκειται να συμβάλλουν στη ζωή εκείνη, ούτε όσα είναι συμπληρωματικά
συμπληρούντων ἡμῖν τὸ σῶμα (ἐν ἄλλοις γὰρ ἡ ζωὴ), καὶ οὐκέτ᾿ ἄν τις
στο τωρινό μας σώμα (διότι η ζωή συνίσταται από άλλα), και κανείς αυτό να
τὸ τοιοῦτον ἀνάστασιν ὀνομάσειε, τῶν καθ᾿ ἕκαστον μελῶν διὰ τὴν ἐν
μην το ονομάσει ανάσταση, αφού δεν συγκροτούν το σώμα καθένα από τα
ἐκείνῃ τῇ ζωῇ ἀχρηστίαν οὐ συνανισταμένων τῷ σώματι; Εἰ δὲ διὰ
μέλη του λόγω της αχρησίας τους σ’ εκείνη τη ζωή; Εάν όμως σε όλα τα μέλη
πάντων ἔσται τούτων ἐναργὴς ἡ ἀνάστασις, μάταια ἡμῖν καὶ ἀνόνητα
του σώματος θα συμβεί η ανάσταση, τότε αυτός που ενεργεί την ανάσταση θα
ἅ πρὸς τὴν ζωὴν ἐκείνην δημιουργήσει ὁ ἐνεργῶν τὴν ἀνάστασιν.
δημιουργήσει για εκείνη τη (μέλλουσα) ζωή μάταια και ανώφελα μέλη.
᾿Αλλὰ μὴν καὶ εἶναι πιστεύειν χρὴ τὴν ἀνάστασιν, καὶ μὴ ματαίαν εἶναι.
Αλλ’ όμως, πρέπει να πιστέψουμε ότι και η ανάσταση θα γίνει και δεν είναι
Οὐκοῦν προσεκτέον τῷ λόγῳ, ὅπως ἂν ἡμῖν διὰ πάντων ἐν τῷ
άσκοπη. Γι’ αυτό πρέπει να προσέξουμε στο ζήτημα, μέ ποιό τρόπο θα
δόγματι τὸ εἰκὸς διασώζοιτο».
διασωθεί στο δόγμα το ορθό».
102. ΜΑΚΡ. ᾿Εμοῦ δὲ ταῦτα διεξελθόντος, «οὐκ ἀγεννῶς, φησὶν ἡ
Αφού, λοιπόν, είπα εγώ αυτά, μου λέει η δασκάλα: «με δεξιότητα και σύμφωνα
διδάσκαλος, κατὰ τὴν λεγομένην ῥητορικὴν τῶν τῆς ἀναστάσεως
με την καλούμενη ρητορική τέχνη, παρουσίασες το δόγμα της αναστάσεως·
δογμάτων κατεπεχείρησας, πιθανῶς τοῖς ἀνασκευαστικοῖς τῶν
κατοχύρωσες την αλήθεια με πειστικά ανασκευαστικά επιχειρήματα,
λόγων ἐν κύκλῳ περιδραμὼν τὴν ἀλήθειαν, ὥστε τοὺς μὴ λίαν
ώστε εκείνοι που δεν γνωρίζουν καλά το μυστήριο αυτό της αλήθειας,
ἐπεσκεμμένους τὸ τῆς ἀληθείας μυστήριον παθεῖν ἄν τι κατὰ τὸ εἰκὸς
να επηρεασθούν σοβαρά από τα επιχειρήματά σου
πρὸς τὸν λόγον καὶ οἰηθῆναι μὴ ἔξω τοῦ δέοντος ἐπῆχθαι τοῖς
και να πιστέψουν ότι η απορία για τα λεγόμενα δεν είναι έξω από το δέον.
εἰρημένοις τὴν ἐπαπόρησιν.
»῎Εχει δὲ οὐχ οὕτω, φησὶν, ἡ ἀλήθεια, κἂν ἀδυνάτως ἔχωμεν ἐκ τῶν
»Η αλήθεια, όμως, δεν είναι αυτή, αν και δεν θα μπορούσαμε να τα
ὁμοίων ἀντιρητορεύειν τῷ λόγῳ, ἀλλ᾿ ὁ μὲν ἀληθὴς περὶ τούτων
αναιρέσουμε αυτά με την ίδια ρητορική δύναμη. Η αλήθεια γι’ αυτά είναι
λόγος ἐν τοῖς ἀποκρύφοις σοφίας θησαυροῖς τεταμίευται, τότε εἰς τὸ
αποταμιευμένη στους απόκρυφους θησαυρούς της σοφίας· και τότε θα
ἐμφανὲς ἥξων, ὅταν ἔργῳ τὸ τῆς ἀναστάσεως διδαχθῶμεν μυστήριον,
εμφανισθεί, όταν έμπρακτα θα μάθουμε το μυστήριο της αναστάσεως· οπότε
ὅτε οὐκέτι δεήσει ῥημάτων ἡμῖν πρὸς τὴν ἐλπιζομένην φανέρωσιν.
δεν θα μας χρειάζονται λόγια για να φανερώσουμε όσα ελπίζουμε.
᾿Αλλ᾿ ὥσπερ ἐν νυκτὶ πολλῶν κινουμένων τοῖς διαγρυπνοῦσι λόγοις
Αλλά, όπως ακριβώς τη νύχτα, όσοι ξαγρυπνούν, λένε πολλά για τη λάμψη
περὶ τῆς τοῦ ἡλίου λαμπηδόνος, οἵά ἐστὶν, ἀργὴν ποιεῖ τὴν τοῦ λόγου
του ήλιου, πώς (φαντάζονται ότι) είναι· μόλις όμως εμφανισθεί η χάρη της
ὑπογραφὴν προφανεῖσα μόνον τῆς ἀκτῖνος ἡ χάρις, οὕτω πάντα
ακτίνας του ήλιου, καταργεί κάθε περιγραφή των λόγων· έτσι, όταν το
λογισμὸν στοχαστικῶς τῆς μελλούσης καταστάσεως ἐφαπτόμενον,
προσδοκώμενο αποκτηθεί με την πείρα, θ’ αποδείξει χωρίς καμιά αξία
ἀντ᾿ οὐδενὸς ἀποδείκνυσιν, ὅτε γένηται ἡμῖν ἐν τῇ πείρᾳ τὸ
κάθε συλλογισμό ο οποίος στοχάζεται τη μέλλουσα κατάσταση.
προσδοκώμενον. ᾿Επειδὴ δὲ χρὴ μὴ παντάπασιν ἀνεξετάστους ἐαθῆναι
Επειδή, όμως, δεν πρέπει να αφήσουμε ολοκληρωτικά ανεξέταστες τις
τὰς ἀντυπενεχθείσας ἡμῖν ἐνστάσεις, οὑτωσὶ τὸν περὶ τούτων λόγον
ενστάσεις που υπέβαλαν σε μας, γι’ αυτό θα συζητήσουμε τα επιχειρήματα
διαληψόμεθα.
αυτά.
103. »Νοῆσαι χρὴ πρῶτον τίς ὁ σκοπὸς τοῦ κατὰ τὴν ἀνάστασιν
»Πρέπει πρώτα να καταλάβουμε ποιός είναι ο σκοπός του δόγματος της
δόγματος, καὶ ὅτου χάριν καὶ εἴρηται τοῦτο παρὰ τῆς ἁγίας φωνῆς
αναστάσεως και για χάρη τίνος έχει λεχθεί αυτό από την αγία φωνή και έγινε
καὶ πεπίστευται. Οὐκοῦν, ὡς ἄν τις ὅρῳ τινὶ τὸ τοιοῦτον περιλαβὼν
πιστευτό. Λοιπόν, για να το ορίσουμε, αφού το βάλουμε σε συγκεκριμένες
ὑπογράψειεν, οὕτως ἐροῦμεν· ὅτι ἀνάστασίς ἐστιν ἡ εἰς τὸ ἀρχαῖον τῆς
συντεταγμένες, λέμε το εξής: ανάσταση είναι η αποκατάσταση της φύσεώς μας
φύσεως ἡμῶν ἀποκατάστασις. ᾿Αλλ᾿ ἐν τῇ πρώτῃ ζωῇ, ἧς αὐτὸς
(στο αρχαίο κάλλος της). Αλλά, στην αρχική ζωή που μας έπλασε ο Θεός,
γέγονε δημιουργὸς ὁ Θεὸς, οὔτε γῆρας ἦν, ὡς εἰκὸς, οὔτε νηπιότης,
δεν υπήρχαν, όπως ήταν φυσικό, ούτε γεράματα, ούτε νηπιακή ηλικία,
οὔτε τά κατὰ τὰς πολυτρόπους ἀῤῥωστίας πάθη, οὔτε ἄλλο τῆς
ούτε τα βάσανα των πολύμορφων ασθενειών, ούτε τίποτε άλλο από την
σωματικῆς ταλαιπωρίας οὐδὲν (οὔτε γὰρ εἰκὸς ἦν τὰ τοιαῦτα
σωματική ταλαιπωρία (διότι δεν είναι φυσικό να δημιουργεί τέτοιου είδους
δημιουργεῖν τὸν Θεὸν), ἀλλὰ θεῖόν τι χρῆμα ἦν ἡ ἀνθρωπίνη φύσις
καταστάσεις ο Θεός)· αλλά η ανθρώπινη φύση ήταν κάτι το θείο, προτού
πρὶν ἐν ὁρμῇ γίνεσθαι τοῦ κακοῦ τὸ ἀνθρώπινον. Ταῦτα δὲ πάντα τῇ
ορμήσει στην ανθρωπότητα το κακό. Και όλα αυτά ήλθαν σε μας με την
εἰσόδῳ τῆς κακίας ἡμῖν συνεισέβαλεν. Οὐκοῦν οὐδεμίαν ἀνάγκην ἕξει
έλευση της κακίας. Επομένως, ο βίος που είναι χωρίς κακία, δεν θα έχει
ὁ ἄνευ κακίας βίος ἐν τοῖς διὰ ταῦτα συμβεβηκόσιν εἶναι.
καμιά ανάγκη να γεύεται τις συνέπειες της κακίας.
104. »῞Ωσπερ γὰρ ἐπακολουθεῖ τῷ διὰ κρυμῶν ὁδοιποροῦντι τὸ
»Συμβαίνει ό,τι μ’ αυτόν που πεζοπορεί στην παγωνιά και αισθάνεται το ψύχος
ψύχεσθαι τὸ σῶμα, ἢ τῷ διὰ θερμῶν ἀκτίνων πορευομένῳ τὸ
στο σώμα του, ή ό,τι μ’ αυτόν που βαδίζει κάτω από τις θερμές ακτίνες του
μελαίνεσθαι τὴν ἐπιφάνειαν, εἰ δὲ ἐκτὸς ἑκατέρου γένοιτο τούτων
ήλιου και μαυρίζει το δέρμα του· και όταν κάποιος απομακρυνθεί και από τα
συναπαλλαγήσεται πάντως καὶ τοῦ μελασμοῦ καὶ τῆς ψύξεως, καὶ
δύο αυτά, θα απαλλαγεί σίγουρα και από το μαύρισμα και από την ψύξη· διότι,
οὐκ ἄν τις εὐλόγως ἐπιζητοίη τὸ ἔκ τινος αἰτίας συμβαῖνον, τῆς αἰτίας
όταν δεν υπάρχει η αιτία, κανείς δεν δικαιολογείται να ζητεί το αποτέλεσμά
οὐκ οὔσης· οὕτως ἡ φύσις ἡμῶν ἐμπαθὴς γενομένη, τοῖς ἀναγκαίως
της. Έτσι και η φύση μας, όταν έγινε εμπαθής, αναγκαστικά υπέστη όσα
ἐπακολουθοῦσι τῇ παθητικῇ ζωῇ συνηνέχθη, πρὸς δὲ τὴν ἀπαθῆ
συνεπάγεται η ζωή των παθών. Όταν όμως επιστρέψει πάλι στην απαθή
μακαριότητα πάλιν ἀναδραμοῦσα, οὐκέτι τοῖς ἐπακολουθοῦσι τῆς
μακαριότητα, τότε δεν θα φέρει μαζί της τις συνέπειες της κακίας.
κακίας συνενεχθήσεται.
»᾿Επεὶ οὖν ὅσα ἐκ τῆς ἀλόγου ζωῆς τῇ ἀνθρωπίνῃ κατεμίχθη φύσει, οὐ
Επειδή, λοιπόν, όσα από την άλογη ζωή αναμίχθηκαν στην ανθρώπινη φύση,
πρότερον ἦν ἐν ἡμῖν πρὶν εἰς πάθος διὰ κακίας πεσεῖν τὸ ἀνθρώπινον,
δεν ανήκαν σε μας προτού πέσουμε στα πάθη με την κακία, σίγουρα,
ἀναγκαίως καταλιπόντες τὸ πάθος καὶ πάντα ὅσα μετ᾿ αὐτοῦ
όταν καθαρισθούμε από τα πάθη, θα εγκαταλείψουμε μαζί και όλα τα
καθορᾶται συγκαταλείψομεν. ῞Ωστε οὐκ ἄν τις εὐλόγως ἐν τῷ βίῳ
συνακόλουθά τους. Επομένως, δεν είναι ορθό σ’ εκείνη τη ζωή (της
ἐκείνῳ τὰ ἐκ τοῦ πάθους ἡμῖν συμβεβηκότα ζητήσειεν.
αναστάσεως) να ζητάει κανείς όσα συνέβησαν σε μας εξαιτίας των παθών.
»῞Ωσπερ γὰρ εἴ τις ῥωμαλέον περὶ ἑαυτὸν ἔχων χιτῶνα, γυμνωθείη
»Όπως όταν κάποιος έχοντας ξεσχισμένο χιτώνα τον πετάξει από πάνω του,
τοῦ περιβλήματος, οὐκέτι ἂν τὴν τοῦ ἀποῤῥιφέντος ἀσχημοσύνην ἐφ᾿
δεν θα βλέπει πλέον στον εαυτό του την ασχήμια του πεταμένου ρούχου,
ἑαυτοῦ βλέποι, οὕτω καὶ ἡμῶν ἀποδυσαμένων τὸν νεκρὸν ἐκεῖνον καὶ
έτσι όταν κι εμείς θα απεκδυθούμε από πάνω μας εκείνο τον νεκρό και απαίσιο
εἰδεχθῆ χιτῶνα, τὸν ἐκ τῶν ἀλόγων δερμάτων ἡμῖν ἐπιβληθέντα
χιτώνα, που μας επιβλήθηκε από τα άλογα δέρματα (όταν ακούω δέρμα εννοώ
(δέρμα δὲ ἀκούων τὸ σχῆμα τῆς ἀλόγου φύσεως νοεῖν μοι δοκῶ, ᾧ
τη μορφή της αλόγου φύσεως, την οποία φορέσαμε αφού εξοικειωθήκαμε
πρὸς τὸ πάθος οἰκειωθέντες περιεβλήθημεν), πάντα ὅσα τοῦ ἀλόγου
με τα πάθη), τότε μαζί με την έκδυση του δέρματος θα αποβάλλουμε
δέρματος περὶ ἡμᾶς ἦν ἐν τῇ ἀπεκδύσει τοῦ χιτῶνος συναποβαλούμεθα.
και όλα όσα ήταν γύρω με το δέρμα της αλόγου φύσεως.
»῎Εστι δὲ ἃ προσελάβομεν ἀπὸ τοῦ ἀλόγου δέρματος, ἡ μίξις, ἡ
»Και αυτά που πήραμε από το άλογο δέρμα είναι η γαμική μίξη, η σύλληψη,
σύλληψις, ὁ τόκος, ὁ ῥύπος, ἡ θηλὴ, ἡ τροφὴ, ἡ ἐκποίησις, ἡ κατ᾿ ὀλίγον
η γέννηση, η ακαθαρσία, ο θηλασμός, η τροφή, η αποβολή των ακαθαρσιών,
ἐπὶ τὸ τέλειον αὔξησις, ἡ ἀκμὴ, τὸ γῆρας, ἡ νόσος, ὁ θάνατος. Εἰ οὖν
η βαθμιαία αύξηση προς το τέλειο, η νεότητα, τα γεράματα, η ασθένεια, ο
ἐκεῖνο περὶ ἡμᾶς οὐκ ἔσται, πῶς ἡμῖν τὰ ἐξ ἐκείνου ὑπολειφθήσεται;
θάνατος. Εάν, λοιπόν, δεν θα έχουμε πάνω μας εκείνο (το δέρμα), πώς θα
῞Ωστε μάταιον ἄλλης τινὸς καταστάσεως κατὰ τὴν μέλλουσαν ζωὴν
μείνουν σε μας εκείνα που προέρχονται απ’ αυτό; Επομένως, αφού ελπίζουμε
ἐλπιζομένης, διὰ τῶν μηδὲν αὐτῇ κοινωνούντων ἐνίστασθαι πρὸς τὸ
στη μέλλουσα ζωή μια άλλη κατάσταση, είναι μάταιος κόπος να αντιδρούν στο
δόγμα τῆς ἀναστάσεως. Τί γὰρ κοινὸν ἔχει ἡ ῥικνότης καὶ πολυσαρκία
δόγμα της αναστάσεως με στοιχεία που δεν έχουν καμιά σχέση μ’ αυτήν. Διότι,
καὶ τηκεδὼν καὶ πληθώρα καὶ εἴ τι ἄλλο τῇ ῥευστῇ φύσει τῶν
τί κοινό έχει το ζάρωμα και η παχυσαρκία, η αδυναμία και η πληθωρικότητα
σωμάτων ἐπισυμβαίνει πρὸς τὴν ζωὴν ἐκείνην, ἣ τῆς ῥοώδους τε καὶ
και ό,τι άλλο αφορά στη ρευστή φύση των σωμάτων με τη ζωή εκείνη, η οποία
παροδικῆς τοῦ βίου διαγωγῆς ἠλλοτρίωται;
είναι ξένη με τη ρευστή και παροδική διαγωγή της παρούσης ζωής;
105. »῝Εν ζητεῖ μόνον ὁ τῆς ἀναστάσεως λόγος, τὸ φυῆναι διὰ
»Ένα μόνο ζητάει το δόγμα της αναστάσεως, άνθρωπο που προήλθε
γενέσεως ἄνθρωπον, μᾶλλον δὲ, καθώς φησι τὸ Εὐαγγέλιον, εἰ
από γέννηση, ή καλύτερα, όπως λέει το Ευαγγέλιο, "εάν γεννήθηκε
"ἐγενήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον", τὸ δὲ μακρόβιον ἢ ὠκύμορον,
άνθρωπος στον κόσμο"· το αν υπήρξε μακρός ή βραχύς ο βίος του
ἢ τὸν τοῦ θανάτου τρόπον τοιῶσδε ἢ ἑτέρως συμβεβηκέναι, μάταιον
ή ο θάνατός του συνέβη με τον άλφα ή βήτα τρόπο, είναι μάταιο να
τῷ τῆς ἀναστάσεως λόγῳ συνεξετάζειν. ῞Οπως γὰρ ἂν τοῦτο δῶμεν
συνεξετάζεται με το δόγμα της αναστάσεως. Όπως κι αν υποθέσουμε ότι
καθ᾿ ὑπόθεσιν ἔχειν, ἐν τῷ ὁμοίῳ πάντως ἐστὶν, οὔτε δυσκολίας οὔτε
έγιναν αυτά, είναι σχεδόν το ίδιο, και από τη διαφορά αυτή
ῥᾳστώνης ἐκ τῆς τοιαύτης διαφορᾶς περὶ τὴν ἀνάστασιν οὔσης. Τὸν
δεν προκαλείται ούτε δυσκολία ούτε ευκολία στην ανάσταση.
γὰρ τοῦ ζῇν ἀρξάμενον ζῆσαι χρὴ πάντως, τῆς ἐν τῷ μέσῳ διὰ τοῦ
Εκείνος που άρχισε να ζει, πρέπει πάντως να ζήσει, αφού διορθωθεί με την
θανάτου συμβάσης αὐτῷ διαλύσεως ἐν τῇ ἀναστάσει διορθωθείσης.
ανάσταση η διάλυσή του, που στο μεταξύ έφερε ο θάνατος.
Τὸ δὲ πῶς ἢ πότε ἡ διάλυσις γίνεται, τί τοῦτο πρὸς τὴν ἀνάστασιν;
Το πώς και το πότε γίνεται η διάλυση, τί σχέση έχει με την ανάσταση;
106. »Πρὸς ἕτερον γὰρ σκοπὸν βλέπει ἡ περὶ τούτου σκέψις, οἷον καθ᾿
»Η εξέταση γι’ αυτό (το δόγμα της αναστάσεως) λαμβάνει υπόψη της άλλη
ἡδονήν τις ἐβίω, ἢ ἀνιώμενος, κατ᾿ ἀρετὴν ἢ κακίαν, ἐπαινετῶς ἢ
προϋπόθεση, αν δηλαδή έζησε κανείς με απολαύσεις ή με στερήσεις, με αρετή
ὑπαίτιως, ἐλεεινῶς ἢ μακαρίως παρῆλθε τὸν χρόνον. Ταῦτα γὰρ
ή κακία, επαινετά ή με ενοχές, αν πέρασε τη ζωή του ελεεινά ή ευτυχισμένα.
πάντα καὶ τὰ τοιαῦτα ἐκ τοῦ μέτρου τῆς ζωῆς καὶ ἐκ τοῦ εἴδους κατὰ
Διότι όλα αυτά και τα παρόμοια βρίσκονται από το μάκρος και το είδος της
τὸν βίον εὑρίσκεται, καὶ οὕτω πρὸς τὴν κρίσιν τῶν βεβιωμένων
παρούσης ζωής. Και έτσι, όταν θα γίνει η κρίση για όσα έζησε (ο άνθρωπος),
ἀναγκαῖον ἂν εἴη τῷ κριτῇ πάθος καὶ λώβην καὶ νόσον καὶ γῆρας καὶ
υποχρεωτικά ο κριτής θα ερευνήσει το πάθος, την πληγή, την ασθένεια, τα
ἀκμὴν καὶ νεότητα καὶ πλοῦτον καὶ πενίαν διερευνᾶσθαι, ὅπως τις δι᾿
γεράματα, τη νεότητα, τον πλούτο, τη φτώχεια· πώς ο καθένας συμπεριφέρθηκε
ἑκάστου τούτων γενόμενος, ἢ εὖ ἢ κακῶς τὸν συγκληρωθέντα βίον
στην ανάλογη κατάσταση, αν πέρασε το βίο που του έλαχε καλώς ή κακώς,
παρέδραμε, καὶ εἰ πολλῶν ἐγένετο δεκτικὸς ἀγαθῶν ἢ κακῶν, ἐν μακρῷ
εάν δέχθηκε πολλά αγαθά ή κακά σε μεγάλο χρονικό διάστημα,
τῷ χρόνῳ ἢ οὐδὲ τὴν ἀρχὴν ὅλως ἑκατέρου τούτων ἐφήψατο, ἐν
ή μήπως δεν δοκίμασε κανένα απ’ αυτά, διότι έπαυσε να ζει
ἀτελεῖ τῇ διανοίᾳ τοῦ ζῇν παυσάμενος; ῞Οταν δὲ πρὸς τὴν πρώτην
προτού καν ωριμάσει; Όταν, λοιπόν, ο Θεός επαναφέρει
τοῦ ἀνθρώπου κατασκευὴν δι᾿ ἀναστάσεως ὁ Θεὸς ἐπανάγῃ τὴν φύσιν,
τη φύση του ανθρώπου στην πρώτη της κατάσταση,
ἀργὸν ἂν εἴη τὰ τοιαῦτα λέγειν, καὶ τὸ διὰ τῶν τοιούτων ἐνστάσεων
θα ήταν άσκοπο να συζητάει κανείς τέτοια, και να πιστεύει ότι με αυτές τις
οἴεσθαι τὴν τοῦ Θεοῦ δύναμιν πρὸς τὸν σκοπὸν ἐμποδίζεσθαι.
αντιρρήσεις θα εμποδίσει τη δύναμη του Θεού να φθάσει στον σκοπό της.
107. »Σκοπὸς δὲ αὐτῷ εἷς, τὸ τελειωθέντος ἢδη διὰ τῶν καθ᾿ ἕκαστον
»Και ο σκοπός του (Θεού) είναι ένας· όταν το πλήρωμα όλης της φύσεώς μας
ἀνθρώπων παντὸς τοῦ τῆς φύσεως ἡμῶν πληρώματος, τῶν μὲν εὐθὺς
τελειωθεί με αυτά που αφορούν στον κάθε άνθρωπο, αφού άλλοι ευθύς αμέσως
ἤδη κατὰ τὸν βίον τοῦτον ἀπὸ κακίας κεκαθαρμένων, τῶν δὲ μετὰ
από την παρούσα ζωή θα έχουν καθαρθεί από την κακία, ενώ άλλοι θα
ταῦτα διὰ τοῦ πυρὸς τοῖς καθήκουσι χρόνοις ἰατρευθέντων, τῶν
γιατρευθούν με το πυρ στο μέλλον στα αναγκαία χρόνια, και τέλος άλλοι
ἐπίσης καὶ τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ τὴν πεῖραν παρὰ τὸν τῇδε βίον
που δεν γνώρισαν στον παρόντα βίο τη γεύση ούτε του καλού ούτε του κακού,
ἀγνοησάντων, πᾶσι προθεῖναι τὴν μετουσίαν τῶν ἐν αὐτῷ καλῶν,
(σκοπός του Θεού είναι) σ’ όλους να προσφέρει τη συμμετοχή στα αγαθά του,
ἅπερ φησὶν ἡ Γραφὴ, μήτε ὀφθαλμὸν ἰδεῖν μήτε ἀκοὴν δέξασθαι μήτε
τα οποία, όπως λέει η Αγία Γραφή, μήτε οφθαλμός τα είδε μήτε αυτί τα άκουσε
λογισμοῖς ἐφικτὸν γενέσθαι.
μήτε σκέψη τα διανοήθηκε.
»Τοῦτο δὲ οὐδὲν ἄλλο ἐστὶ, κατά γε τὸν ἐμὸν λόγον, ἢ τὸ ἐν αὐτῷ τῷ
»Και αυτό, σύμφωνα με την αντίληψή μου, δεν σημαίνει τίποτε άλλο, παρά το
Θεῷ γενέσθαι· τὸ γὰρ ἀγαθὸν τὸ ὑπὲρ ἀκοὴν καὶ ὀφθαλμὸν καὶ
να είναι μέσα στην ύπαρξη του Θεού. Διότι το αγαθό που ξεπερνά την ακοή,
καρδίαν, αὐτὸ ἂν εἴη τὸ τοῦ παντὸς ὑπερκείμενον. ῾Η δὲ τοῦ κατ᾿
την όραση και τη σκέψη, είναι αυτό(ς) (ο Θεός) που βρίσκεται πάνω απ’ όλα.
ἀρετὴν ἢ κακίαν βίου διαφορὰ ἐν τῷ μετὰ ταῦτα κατὰ τοῦτο
Και η διαφορά μεταξύ του εναρέτου και αμαρτωλού βίου στη μέλλουσα ζωή
δειχθήσεται μάλιστα, ἐν τῷ θᾶττον ἢ σχολαιότερον μετασχεῖν τῆς
θα φανεί περισσότερο στο εξής, στη γρήγορη ή αργή (χρονικά) συμμετοχή
ἐλπιζομένης μακαριότητος. Τῷ γὰρ μέτρῳ τῆς ἐγγενομένης ἑκάστῳ
στην προσδοκώμενη μακαριότητα. Διότι ο χρόνος της θεραπείας θα εξαρτηθεί
κακίας ἀναλογήσει πάντως καὶ ἡ τῆς ἰατρείας παράτασις. ᾿Ιατρεία δὲ
σίγουρα από το ποσό της κακίας που έχει ο καθένας. Και θεραπεία της ψυχής
ἂν εἴη ψυχῆς τὸ τῆς κακίας καθάρσιον· τοῦτο δὲ ἄνευ ἀλγεινῆς
εννοείται η κάθαρση από την κακία. Αυτή δεν είναι δυνατόν να κατορθωθεί
διαθέσεως κατορθωθῆναι οὐχ οἷόν τε, καθὼς ἐν τοῖς προλαβοῦσιν
χωρίς πόνο, όπως το αναφέραμε προηγουμένως.
ἐξήτασται.
108. »Μᾶλλον δὲ ἄν τις ἐπιγνοίη τῶν ἐνστάσεων τὸ περιττὸν καὶ
»Αλλά, οπωσδήποτε, μπορεί κανείς εύκολα να καταλάβει πόσο περιττές και
ἀνοίκειον, εἰς τὸ βάθος τῆς ἀποστολικῆς διακύψας σοφίας. Τοῖς γὰρ
ανάρμοστες είναι οι αντιρρήσεις, εάν ενδιατρίψει στο βάθος της σοφίας των
Κορινθίοις τὸ περὶ τούτων σαφηνίζων μυστήριον, τάχα τά αὐτά
Αποστόλων. Πράγματι ο Απόστολος εξηγεί το μυστήριο αυτό στους Κορινθίους,
προτεινόντων αὐτῷ κἀκείνων, ἃ παρὰ τῶν νῦν κατεπιχειρούντων
οι οποίοι πιθανόν είχαν τις ίδιες αντιρρήσεις, όπως ακριβώς έχουν όσοι τώρα
τοῦ δόγματος ἐπὶ ἀνατροπῇ τῶν πεπιστευμένων προφέρεται, τῷ ἰδίῳ
προσπαθούν να ανατρέψουν την πίστη στο δόγμα της αναστάσεως. Λέει τα
ἀξιώματι τὸ τῆς ἀμαθίας αὐτῶν ἐπικόπτων θράσος, οὑτωσὶ λέγει.
εξής (ο Απόστολος), για να κόψει με τη γνώση του το θράσος της δικής τους
"᾿Ερεῖς οὖν μοι· πῶς ἐγείρονται οἱ νεκροί; Ποίῳ δὲ σώματι ἔρχονται;
αμάθειας: "Θα μου πεις· πώς θ’ αναστηθούν οι νεκροί; Με ποιό σώμα θα
῎Αφρων," φησὶ, "σὺ ὃ σπείρεις οὐ ζωοποιεῖται ἐὰν μὴ ἀποθάνῃ, καὶ ὃ
έλθουν; Ανόητε", λέει, "εσύ αυτό που σπέρνεις δεν φυτρώνει, αν δεν σαπίσει·
σπείρεις, οὐ τὸ σῶμα τὸ γενησόμενον σπείρεις, ἀλλὰ γυμνὸν κόκκον, εἰ
και δεν σπέρνεις το φυτό που θα φυτρώσει, αλλά σπέρνεις ξερό σπόρο σταριού
τύχοι σίτου, ἢ ἄλλου τινὸς τῶν σπερμάτων· ὁ δὲ Θεὸς δίδωσιν αὐτῷ
ή κάποιου άλλου φυτού· ο Θεός όμως είναι που δίνει το σώμα (του φυτού),
σῶμα καθὼς ἠθέλησεν."
όπως ο ίδιος θέλει".
»᾿Ενταῦθα γὰρ ἐπιστομίζειν μοι δοκεῖ τοὺς ἀγνοοῦντας τὰ οἰκεῖα
»Εδώ, νομίζω, αποστομώνει αυτούς που δεν γνωρίζουν τα πραγματικά όρια
μέτρα τῆς φύσεως καὶ πρὸς τὴν ἑαυτῶν ἰσχὺν τὴν θείαν
της φύσεώς μας και ερευνούν τη θεία δύναμη σύμφωνα με τη δική τους
ἀντεξετάζοντας δύναμιν καὶ οἰομένους τοσοῦτον εἶναι τῷ Θεῷ
αντίληψη· πιστεύουν ότι ο Θεός έχει τόση μόνο δυνατότητα, όση
δυνατὸν, ὅσον χωρεῖ καὶ ἡ ἀνθρωπίνη κατάληψις· τὸ δὲ ὑπὲρ ἡμᾶς ὂν,
αντιλαμβάνεται ο νους του ανθρώπου· και ότι αυτό που είναι πάνω από τις
καὶ τοῦ Θεοῦ παριέναι τὴν δύναμιν. ῾Ο γὰρ ἐρωτήσας τὸν
δικές μας δυνατότητες, ξεπερνά και τη δύναμη του Θεού. Βέβαια, αυτός που
᾿Απόστολον τὸ "πῶς ἐγείρονται οἱ νεκροὶ", ὡς ἀμήχανον ὂν τὸ
ρώτησε τον Απόστολο, "πώς θ’ αναστηθούν οι νεκροί", πιστεύει ότι είναι
ἐσκεδασμένων τῶν τοῦ σώματος στοιχείων εἰς συνδρομὴν πάλιν ἐλθεῖν
αδύνατο τα σκορπισμένα στοιχεία του σώματα να συγκροτηθούν και πάλι.
ἀποφαίνεται, καὶ ὡς τούτου μὴ δυναμένου, ἄλλου δὲ σώματος παρὰ
Και αφού αυτό είναι αδύνατο, και άλλο σώμα δεν γίνεται
τὴν συνδρομὴν τῶν στοιχείων οὐχ ὑπολειπομένου, τοῦτό φησι κατὰ
εκτός από τη συνδρομή των στοιχείων, καταλήγει στο εξής, που το συμπέρανε
τοὺς δεινοὺς τῶν διαλεγομένων συμπεράνας διά τινος ἀκολουθίας
μ’ ένα υποθετικό συλλογισμό, όπως κάνουν οι ικανοί συζητητές:
ἅπερ ὑπέθετο· εἰ σῶμά ἐστι συνδρομὴ στοιχείων, τούτων δὲ ἀμήχανος
εάν το σώμα αποτελεί συνδρομή στοιχείων και η συνδρομή αυτών για δεύτερη
ἐκ δευτέρου ἡ σύνοδος, ποίῳ χρήσονται σώματι οἱ ἀνιστάμενοι;
φορά δεν είναι δυνατή, τότε ποιό σώμα θα έχουν οι αναστημένοι;
109. »Τοῦτο τοίνυν τὸ δοκοῦν διά τινος τεχνικῆς σοφίας αὐτοῖς
»Αυτό το συμπέρασμα, το οποίο βγήκε από ένα φιλοσοσφικό τέχνασμα,
συμπεπλέχθαι, ἀφροσύνην ὠνόμασε τῶν μὴ κατιδόντων ἐν τῇ λοιπῇ
το ονόμασε (ο Απόστολος) ανοησία εκείνων που δεν είδαν στην υπόλοιπη
κτίσει τὸ ὑπερέχον τῆς θείας δυνάμεως. Καταλιπὼν γὰρ τὰ
δημιουργία την υπεροχή της θείας δυνάμεως. Πράγματι, άφησε στην άκρη τα
ὑψηλότερα τοῦ Θεοῦ θαύματα, δι᾿ ὧν ἦν εἰς ἀπορίαν ἀγαγεῖν τὸν
σπουδαιότερα θαύματα του Θεού, με τα οποία θα μπορούσε να φέρει σε
ἀκούοντα (οἷον, τί τὸ οὐράνιον σῶμα καὶ πόθεν, τί δὲ τὸ ἡλιακὸν ἢ τὸ
αμηχανία τον ακροατή του –για παράδειγμα, τί είναι το σύμπαν και από πού
σεληναῖον ἢ τὸ ἐν τοῖς ἄστροις φαινόμενον, ὁ αἰθὴρ, ὁ ἀὴρ, τὸ ὕδωρ,
έρχεται, τί είναι ο ήλιος, η σελήνη ή το φαινόμενο των άστρων, ο αιθέρας,
ἡ γῆ;) ἐκ τῶν συντρόφων ἡμῖν καὶ κοινοτέρων ἐλέγχει τῶν
ο αέρας, το νερό, η γη;–, (αφήνοντας όλα αυτά) ελέγχει την απερισκεψία των
ἐνισταμένων τὸ ἀνεπίσκεπτον.
αντιρρησιών με κοινά και κοντινά μας παραδείγματα.
»Οὐδὲ ἡ γεωργία σε διδάσκει, φησὶν, ὅτι μάταιός ἐστιν ὁ πρὸς τὸ
»Διότι, δεν σε διδάσκει η γεωργία, ρωτάει (ο Απόστολος), ότι ματαιοπονεί
ἑαυτοῦ μέτρον τῆς θείας δυνάμεως τὸ ὑπερέχον στοχαζόμενος; Πόθεν
όποιος μετράει την ανώτερη δύναμη του Θεού με τα δικά του μέτρα; Από πού
τοῖς σπέρμασι τὰ περιφυόμενα σώματα; Τί δὲ καθηγεῖται τῆς βλάστης
προέρχονται τα σώματα που φυτρώνουν γύρω στους σπόρους; Τί γίνεται πριν
αὐτῶν; οὐχὶ θάνατος, εἴπερ θάνατός ἐστιν ἡ τοῦ συνεστηκότος
βλαστήσουν; Δεν γίνεται ο θάνατος, εφόσον θάνατος είναι η διάλυση των
διάλυσις; Τὸ γὰρ σπέρμα οὐκ ἄν ἔλθοι εἰς ἔκφυσιν μὴ διαλυθὲν ἐν τῇ
συστατικών στοιχείων; Διότι ο σπόρος δεν πρόκειται να φυτρώσει, εάν δεν
βώλῳ, καὶ γενόμενον ἀραιὸν καὶ πολύπορον, ὥστε καταμιχθῆναι πρὸς
διαλυθεί στο χώμα και δεν γίνει αραιός και πορώδης, ώστε ν’ αναμιχθεί η ουσία
τὴν παρακειμένην ἰκμάδα τῇ οἰκείᾳ ποιότητι, καὶ οὕτως εἰς ῥίζαν καὶ
του με την υγρασία του περιβάλλοντος, και έτσι να δώσει ρίζα και βλαστό·
βλάστην μεταποιηθῆναι, καὶ μηδὲ ἐν τούτῳ μεῖναι, ἀλλὰ μεταβαλεῖν
και ούτε εκεί θα μείνει, αλλά θα μεταποιηθεί σε καλαμιά που θα έχει
εἰς καλάμην, τοῖς διὰ μέσου γόνασιν οἷόν τισι συνδέσμοις ὑπεζωσμένην,
πάνω της, σαν να είναι ζωσμένη με συνδέσμους, τα ενδιάμεσα γόνατα,
πρὸς τὸ δύνασθαι φέρειν ἐν ὀρθίῳ τῷ σχήματι τὸν στάχυν τῷ καρπῷ
για να μπορεί να σηκώσει το στάχυ σε όρθια στάση, όταν θα είναι γεμάτο από
βαρυνόμενον. Ποῦ τοίνυν ταῦτα περὶ τὸν σῖτον ἦν πρὸ τῆς ἐν τῇ
καρπό. Πού ήταν αυτά στο στάρι, προτού από τη διάλυση του σπόρου
βώλῳ αὐτοῦ διαλύσεως; ᾿Αλλὰ μὴν ἐκεῖθεν τοῦτό ἐστιν. Εἰ γὰρ μὴ
στο χώμα; Και βέβαια, από κει είναι όλα αυτά. Διότι, αν δεν υπήρχε εκείνο
ἐκεῖνο πρότερον ἦν οὐδ᾿ ἂν ὁ στάχυς ἐγένετο.
προηγουμένως, ούτε το στάχυ θα γινόταν.
110, »῞Ωσπερ τοίνυν τὸ κατὰ τὸν στάχυν σῶμα ἐκ τοῦ σπέρματος
»Όπως, λοιπόν, το σώμα του στάχυ φυτρώνει από τον σπόρο, επειδή
φύεται, ὡς τῆς θείας δυνάμεως ἐξ αὐτοῦ ἐκείνου τοῦτο φιλοτεχνούσης,
η θεία δύναμη το επιμελείται για να γίνει απ’ αυτόν (σπόρο) εκείνο (στάχυ)·
καὶ οὔτε δι᾿ ὅλου ταὐτόν ἐστι τῷ σπέρματι οὔτε παντάπασιν ἕτερον,
και δεν είναι απόλυτα όμοιο με το σπόρο αλλά ούτε και διαφορετικό σε όλα·
οὕτω, φησὶ, καὶ τὸ μυστήριον τῆς ἀναστάσεως ἤδη σοι διὰ τῶν ἐν τοῖς
κατά τον ίδιο τρόπο, λέει, και το μυστήριο της αναστάσεως σού έχει
σπέρμασι θαυματοποιουμένων προερμηνεύεται, ὡς τῆς θείας
προτυπωθεί με τα θαυμαστά συμβάντα των σπόρων. Διότι, η θεία δύναμη,
δυνάμεως ἐν τῷ περιόντι τῆς ἐξουσίας, οὐ μόνον ἐκεῖνο τὸ διαλυθέν σοι
με την πολλή της εξουσία, δεν σου αποδίδει μόνο εκείνο που έχει διαλυθεί,
πάλιν ἀποδιδούσης, ἀλλὰ σοι καί ἕτερα μεγάλα τε καὶ καλὰ
αλλά σου προσθέτει και άλλα μεγάλα και καλά σ’ αυτό,
προστιθείσης, δι᾿ ὧν σοι πρὸς τὸ μεγαλοπρεπέστερον ἡ φύσις
με τα οποία η ανθρώπινη φύση σου παρουσιάζεται πιο μεγαλοπρεπής.
κατασκευάζεται. "Σπείρεται," φησὶν, "ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ·
"Σπείρεται", λέει, "στη φθορά, ανασταίνεται σε κατάσταση αφθαρσίας·
σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ,
σπείρεται ασθενικό, ανασταίνεται δυνατό· σπείρεται άτιμο και
ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται σῶμα ψυχικὸν, ἐγείρεται σῶμα
ανασταίνεται ένδοξο· σπείρεται (πεθαίνει) σώμα ψυχικό και ανασταίνεται
πνευματικόν."
σώμα πνευματικό".
»῾Ως γὰρ καταλιπὼν μετὰ τὸ διαλυθῆναι ἐν τῇ βώλῳ σῖτος τὴν ἐν τῷ
»Όπως ο σπόρος του σταριού, μετά τη διάλυσή του στο χώμα, αφήνει τη
ποσῷ βραχύτητα καὶ τὴν ἐν τῷ ποιῷ τοῦ σχήματος αὐτοῦ ἰδιότητα,
μικρή του ποσότητα και την ποιοτική ιδιότητα της μορφής του, αλλά δεν
ἑαυτὸν οὐκ ἀφῆκεν, ἀλλ᾿ ἐν ἑαυτῷ μένων στάχυς γίνεται, πάμπολλα
αφήνει την ταυτότητά του, παρά μένοντας στον εαυτό του γίνεται στάχυς και
διαφέρων αὐτὸς ἑαυτοῦ, μεγέθει, καὶ κάλλει, καὶ ποικιλίᾳ, καὶ σχήματι·
πολύ διαφέρει από τον εαυτό του στο μέγεθος, την ομορφιά, την ποικιλία,
κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἐναφεῖσα τῷ θανάτῳ
το σχήμα. Κατά παρόμοιο τρόπο, και η ανθρώπινη φύση αφήνει με το θάνατο
πάντα τὰ περὶ αὑτὴν ἰδιώματα, ὅσα διὰ τῆς ἐμπαθοῦς διαθέσεως
όλες τις ιδιότητές της, τις οποίες απόκτησε με την εμπαθή της διάθεση,
ἐπεκτήσατο, τὴν ἀτιμίαν λέγω, τὴν φθορὰν, τὴν ἀσθένειαν, τὴν κατὰ
και εννοώ την ατιμία, τη φθορά, την ασθένεια, τη διαφορά κατά ηλικία,
τῆς ἡλικίας διαφορὰν, ἑαυτὴν οὐκ ἀφίησιν, ἀλλ᾿ ὥσπερ εἰς στάχυν τινὰ
χωρίς όμως να εγκαταλείπει τον εαυτό της· αλλά, σαν στάχυ, μεταφέρεται
πρὸς τὴν ἀφθαρσίαν μεθίσταται καὶ τὴν δόξαν καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν
στην αφθαρσία, τη δόξα, την τιμή, τη δύναμη και την τελειότητα σε όλα.
δύναμιν καὶ τὴν ἐν παντὶ τελειότητα καὶ τὸ μηκέτι τὴν ζωὴν αὐτῆς
Η ζωή της δεν ρυθμίζεται πλέον από τις ιδιότητες της φύσεως,
οἰκονομεῖσθαι τοῖς φυσικοῖς ἰδιώμασιν, ἀλλ᾿ εἰς πνευματικήν τινα καὶ
αλλά έχει εισέλθει σε κάποια πνευματική και απαθή κατάσταση.
ἀπαθῆ μεταβῆναι κατάστασιν. Αὕτη γάρ ἐστιν ἡ τοῦ ψυχικοῦ
Αυτή είναι ακριβώς η ιδιότητα του ψυχικού σώματος,
σώματος ἰδιότης, τό ἀεὶ διά τινος ῥοῆς καὶ κινήσεως ἀπὸ τοῦ ἐν ᾧ
το να αλλοιώνεται διαρκώς με συνεχή ροή και κίνηση και να μεταβάλλεται
ἐστιν ἀλλοιοῦσθαι, καὶ μεταβάλλειν εἰς ἕτερον. ῝Α γὰρ οὖν οὐκ ἐπ᾿
από την κατάσταση που είναι σε κάτι άλλο. Απ’ αυτά, λοιπόν, τα οποία δεν
ἀνθρώποις μόνον ὁρῶμεν, ἀλλὰ καὶ ἐν φυτοῖς καὶ ἐν βοσκήμασι,
τα βλέπουμε μόνο στους ανθρώπους αλλά και στα φυτά και τα ζώα,
τούτων οὐδὲν ἐν τῷ τῷδε βίῳ ὑπολειφθήσεται.
τίποτε δεν θα μείνει στην άλλη ζωή.
111. »Δοκεῖ δέ μοι καὶ διὰ πάντων συναγορεύειν ὁ ἀποστολικὸς λόγος
»Μου φαίνεται ότι και με όλα αυτά συμφωνεί ο λόγος του Αποστόλου με τη
τῇ καθ᾿ ἡμᾶς ὑπολήψει τῆς ἀναστάσεως καὶ τοῦτο δεικνύειν ὅπερ ὁ
αντίληψή μας για την ανάσταση· και φανερώνει αυτό που περιέχει
ἡμέτερος ὁρισμὸς περιέχει λέγων, μηδὲν ἕτερον εἶναι ἀνάστασιν, ἢ τὴν
ο δικός μας ορισμός, που λέει ότι ανάσταση δεν είναι τίποτε άλλο
εἰς τὸ ἀρχαῖον τῆς φύσεως ἡμῶν ἀποκατάστασιν. ᾿Επειδὴ γὰρ ἐν τῇ
παρά η αποκατάσταση στην αρχαία φύση μας. Επειδή διδαχθήκαμε από την
πρώτῃ κοσμογονίᾳ τοῦτο παρὰ τῆς Γραφῆς μεμαθήκαμεν, ὅτι πρῶτον
Αγία Γραφή το εξής, ότι στην πρώτη δημιουργία πρώτα βλάστησε η γη
ἐβλάστησεν ἡ γῆ βοτάνην χόρτου, καθὼς ὁ λόγος φησὶν, εἶτα ἐκ τῆς
βοτάνη από χόρτα, όπως το λέει το κείμενο, και έπειτα από το βλαστό
βλάστης τό σπέρμα ἐγένετο, οὗπερ ἐπὶ τὴν γῆν καταῤῥυέντος,
έγινε ο σπόρος, ο οποίος, όταν πέσει στο χώμα, φυτρώνει πάλι
τὸ αὐτὸ πάλιν εἶδος τοῦ ἐξ ἀρχῆς φυέντος ἀνέδραμε, φησὶ δή τοῦτο
το ίδιο είδος του δένδρου που φυτεύθηκε αρχικά· αυτό γίνεται,
ὁ θεῖος ᾿Απόστολος καὶ ἐπὶ τῆς ἀναστάσεως γίνεσθαι.
λέει ο θείος Απόστολος, και με την ανάσταση.
»Οὐ μόνον δὲ τοῦτο παρ᾿ αὐτοῦ διδασκόμεθα, τὸ πρὸς τὸ
»Και δεν διδασκόμαστε μόνον αυτό απ’ αυτόν, ότι δηλαδή το ανθρώπινο
μεγαλοπρεπέστατον μεθίστασθαι τὸ ἀνθρώπινον, ἀλλ᾿ ὅτι τὸ
γένος μετακομίζει σε πιο μεγαλοπρεπή κατάσταση, αλλά και ότι αυτό που
ἐλπιζόμενον οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν ἢ ὅπερ ἐν πρώτοις ἦν. ᾿Επειδὴ γὰρ τὸ
ελπίζουμε δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτό που ήταν αρχικά. Επειδή όμως
κατ᾿ ἀρχὰς οὐχ ὡς στάχυς ἀπὸ τοῦ σπέρματος, ἀλλ᾿ ἐκεῖθεν τὸ
αρχικά δεν προήλθε ο στάχυς από το σπόρο αλλά ο σπόρος από το στάχυ,
σπέρμα, μετὰ ταῦτα δὲ οὗτος τῷ σπέρματι περιφύεται, ἡ τοῦ
και κατόπιν ο στάχυς βλαστάνει γύρω από το σπόρο, η σειρά του
ὑποδείγματος ἀκολουθία σαφῶς ἐπιδείκνυσι, τὸ πᾶσαν τὴν διὰ τῆς
παραδείγματος δείχνει με σαφήνεια ότι όλη η μακαριότητα,
ἀναστάσεως ἀναβλαστήσουσαν ἡμῖν μακαριότητα, πρὸς τὴν ἐξ ἀρχῆς
που ξεπηδά από την ανάσταση, μας επαναφέρει στην πρωταρχική
ἐπανιέναι χάριν.
χάρη.
112. »Στάχυς γὰρ ὄντες τό καταρχὰς τρόπον τινὰ καὶ ἡμεῖς, ἐπειδὴ τῷ
»Και εμείς στην αρχή ήμασταν κατά κάποιο τρόπο στάχυς. Αφού, όμως,
καύσωνι τῆς κακίας κατεξηράνθημεν, ὑπολαβοῦσα ἡμᾶς ἡ γῆ διὰ τοῦ
ξεραθήκαμε από τον καύσωνα της κακίας και μας παρέλαβε η γη μετά τη
θανάτου λυθέντας, πάλιν κατὰ τὸ ἔαρ τῆς ἀναστάσεως στάχυν
διάλυση του θανάτου, πάλι η άνοιξη της αναστάσεως θα αναδείξει
ἀναδείξει τὸν γυμνὸν τοῦτον κόκκον τοῦ σώματος, εὐμεγέθη τε καὶ
το γυμνό αυτό κόκκο του σώματος σε στάχυ μεστωμένο, πλούσιο και
ἀμφιλαφῆ καὶ ὄρθιον, εἰς τὸ οὐράνιον ὕψος ἀνατεινόμενον, καί ἀντὶ
όρθιο· να εκτείνεται σε ουράνιο ύψος, και αντί για καλάμη ή ανθέρικο
καλάμης ἢ ἀνθέρικος τῇ ἀφθαρσίᾳ καὶ τοῖς λοιποῖς τῶν θεοπρεπῶν
να είναι στολισμένο (το σώμα) με την αφθαρσία και τις υπόλοιπες θεοπρεπείς
γνωρισμάτων ὡραϊζόμενον. "Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι
ιδιότητες. "Διότι πρέπει το φθαρτό σώμα να ντυθεί την αφθαρσία".
ἀφθαρσίαν."
»῾Η δὲ ἀφθαρσία καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ δύναμις ἴδια τῆς θείας
»Η αφθαρσία πάλι, η δόξα, η τιμή και η δύναμη, κατά κοινή ομολογία,
φύσεως εἶναι ὁμολογεῖται, ἅπερ πρότερόν τε περὶ τὸν κατ᾿ εἰκόνα
αποτελούν ιδιότητες της θείας φύσεως· αυτές προηγουμένως ανήκαν στον
γενόμενον ἦν καὶ εἰσαῦθις ἐλπίζεται. ῾Ο γὰρ πρῶτος στάχυς ὁ πρῶτος
κατ’ εικόνα Θεού (άνθρωπο) και ελπίζεται ότι θα ανήκουν πάλι. Διότι ο πρώτος
ἄνθρωπος ἦν ᾿Αδάμ. ᾿Αλλ᾿ ἐπειδὴ τῇ τῆς κακίας εἰσόδῳ εἰς πλῆθος ἡ
στάχυς ήταν ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ. Αλλά, αφότου με την είσοδο της
φύσις κατεμερίσθη, καθὼς γίνεται ὁ καρπὸς ἐν τῷ στάχυϊ, οὕτως οἱ
κακίας η φύση τεμαχίστηκε σε πολλά κομμάτια, όπως συμβαίνει με τον καρπό
καθ᾿ ἕκαστον γυμνωθέντες τοῦ κατὰ τὸν στάχυν ἐκεῖνον εἴδους καὶ τῇ
του στάχυος, έτσι και ο καθένας μας που γυμνωθήκαμε από το είδος εκείνου
γῇ καταμιχθέντες, πάλιν ἐν τῇ ἀναστάσει κατὰ τὸ ἀρχέγονον κάλλος
του στάχυος και αναμιχθήκαμε με τη γη, στην ανάσταση θα ξαναγεννηθούμε
ἀναφυόμεθα, ἀντὶ ἑνὸς τοῦ πρώτου στάχυος αἱ ἄπειροι μυριάδες τῶν
πάλι στο πρώτο κάλλος, και θα γίνουμε στη θέση του πρώτου στάχυος άπειρες
ληΐων γενόμενοι.
μυριάδες στάχεις των αγρών.
113. »῾Ο δὲ κατ᾿ ἀρετὴν βίος ἐν τούτῳ πρὸς τὴν κακίαν τὸ διάφορον
»Ο ενάρετος βίος πάλι αυτή τη διαφορά έχει από την κακία,
ἔχει, ὅτι οἱ μὲν ἐνταῦθα παρὰ τὸν βίον δι᾿ ἀρετῆς ἑαυτοὺς
ότι όσοι στην παρούσα ζωή καλλιέργησαν τον εαυτό τους με την αρετή,
γεωργήσαντες, εὐθὺς ἐν τελείῳ τῷ στάχυϊ φύονται· οἷς δὲ διὰ κακίας
ευθύς αμέσως φυτρώνουν σαν τέλειοι στάχεις. Όσοι πάλι στον παρόντα βίο
ἐξίτηλός τις καὶ ἀνεμόφθορος κόκκος γέγονε παρὰ τὸν βίον τοῦτον ἡ
έκαναν τη δύναμη της ψυχής σαν ξεθωριασμένο και ανεμοδαρμένο σπόρο,
ἐν τῷ ψυχικῷ σπέρματι δύναμις, καθάπερ τὰ λεγόμενα κεράσβολα οἱ
τότε οι γνώστες αυτών των πραγμάτων λένε ότι γίνονται σαν τα
τῶν τοιούτων ἐπιστήμονες λέγουσι γίνεσθαι· οὕτω καὶ οὗτοι, κἂν
ονομαζόμενα κεράσβολα. Το ίδιο κι αυτοί, παρόλο που θα φυτρώσουν
φυῶσι διὰ τῆς ἀναστάσεως, πολλὴν ἀποτομίαν παρὰ τῷ κριτῇ
με την ανάσταση, θα υποστούν μεγάλη επιτίμηση από τον Κριτή,
ἕξουσιν, ἅτε δὴ οὐκ ἰσχύοντες ἀναδραμεῖν ἐπὶ τὸ εἶδος τοῦ στάχυος,
επειδή δεν μπορούν να βλαστήσουν σαν το είδος του στάχυος και να
καὶ γενέσθαι ἐκεῖνο ὅπερ ἦμεν πρὸ τῆς ἐπὶ τὴν γῆν καταπτώσεως.
γίνουν όπως ήμασταν πριν από την πτώση στη γη.
»῾Η δὲ θεραπεία τοῦ ἐπιστατοῦντος τῶν γεννημάτων ἡ τῶν ζιζανίων
»Η θεραπεία πάλι την οποία προσφέρει ο επιστάτης είναι η συλλογή των
τε καὶ τῶν ἀκανθῶν ἐστι συλλογὴ, τῶν συναναφυέντων τῷ σπέρματι,
ζιζανίων και των αγκαθιών, τα οποία φύτρωσαν μαζί με το σπόρο· διότι, όλη
πάσης τῆς ὑποτρεφούσης τὴν ῥίζαν δυνάμεως πρὸς τὸ νόθον
η δύναμη που τρέφει τη ρίζα, πήγε στα παράσιτα και εξαιτίας τους
μεταῤῥυείσης, δι᾿ ὧν ἄτροφόν τε καὶ ἀτελεσφόρητον τὸ γνήσιον ἔμεινε
ο καλός σπόρος έμεινε ατροφικός και άγονος, αφού τον έπνιξαν οι παρά
σπέρμα τῇ παρὰ φύσιν βλαστῇ συμπεπνιγμένον. ᾿Επειδὰν οὖν πᾶν
φύσιν βλαστοί. Όταν, λοιπόν, κάθε παράσιτο και ξένο βλαστάρι
ὅσον νόθον τε καὶ ἀλλότριον ἐκτιλῇ τοῦ τροφίμου καὶ εἰς ἀφανισμὸν
χωριστεί από το καλό φυτό και οδηγηθεί στον αφανισμό με την
ἔλθῃ, τοῦ πυρὸς τὸ παρὰ φύσιν ἐκδαπανήσαντος, τότε καὶ τούτοις
καταστροφή του από την παρά φύσιν φωτιά, τότε και σ’ αυτούς
εὐτροφήσει ἡ φύσις καὶ εἰς καρπὸν ἁδρυνθήσεται διὰ τῆς τοιαύτης
(τους ανθρώπους) θ’ αναπτυχθεί η φύση και θα δώσει καρπό χάρη σ’ αυτήν τη
ἐπιμελείας, μακραῖς ποτε περιόδοις τὸ κοινὸν εἶδος τὸ ἐξ ἀρχῆς ἡμῖν
φροντίδα· θ’ αποκτήσει πάλι, μετά μακρύ χρονικό διάστημα, το αρχικό κοινό
θεόθεν ἐπιβληθὲν ἀπολαβοῦσα. Μακάριοι δέ εἰσιν οἷς εὐθὺς τὸ τέλειον
είδος, που μας έδωσε ο Θεός. Και ευτυχισμένοι είναι πράγματι εκείνοι στους
κάλλος τῶν ἀσταχύων συνανατελεῖ φυομένοις διὰ τῆς ἀναστάσεως.
οποίους το τέλειο κάλλος των στάχυων φυτρώνει αμέσως με την ανάσταση.
114. »Ταῦτα δέ φαμεν οὐχ ὡς σωματικῆς τινος διαφορᾶς ἐν τοῖς κατ᾿
»Και λέμε αυτά, όχι διότι τάχα θα υπάρχει κάποια σωματική διαφορά κατά την
ἀρετὴν ἢ κακίαν βεβιωκόσιν ἐν τῇ ἀναστάσει φανησομένης, ὡς τὸν μὲν
ανάσταση στους ενάρετους από τους αμαρτωλούς, ώστε να νομίζει κανείς ότι ο
ἀτελῆ κατὰ τὸ σῶμα νομίζειν, τὸν δὲ τὸ τέλειον ἔχειν οἴεσθαι· ἀλλ᾿
ένας είναι ατελής στο σώμα και ο άλλος τέλειος. Αλλά, όπως στον παρόντα βίο
ὥσπερ παρὰ τὸν βίον ὁ δεσμώτης τε καὶ ἄνετος ἔχουσι μὲν ἀμφότεροι
ο φυλακισμένος και ο ελεύθερος έχουν βέβαια και οι δύο ομοιότητα στο
παραπλησίως τῷ σώματι, πολλὴ δὲ μεταξὺ ἀμφοτέρων ἡ καθ᾿ ἡδονήν
σώμα, υπάρχει όμως μεγάλη διαφορά μεταξύ τους σχετικά με την ευχαρίστηση
τε καὶ λύπην διαφορά, οὕτως οἶμαι χρῆναι τῶν ἀγαθῶν τε καὶ κακῶν
και τη λύπη, παρόμοια νομίζω πρέπει να θεωρούμε τη διαφορά μεταξύ των
ἐν τῷ μετά ταῦτα χρόνῳ λογίζεσθαι τὸ διάφορον.
αγαθών και των κακών στη μέλλουσα κατάσταση.
»῾Η γὰρ τελείωσις τῶν ἐκ τῆς φθορᾶς ἀναφυομένων σωμάτων ἐν
»Διότι η τελείωση των αναστημένων από τη φθορά σωμάτων
ἀφθαρσίᾳ τε καὶ δόξῃ καὶ τιμῇ καὶ δυνάμει παρὰ τοῦ ᾿Αποστόλου
φανερώνεται, όπως λέει ο Απόστολος, στην αφθαρσία, τη δόξα, την τιμή
γίνεσθαι λέγεται· ἡ δὲ τῶν τοιούτων ἐλάττωσις οὐ σωματικήν τινα
και τη δύναμη. Η μείωση αυτών των ιδιοτήτων δεν σημαίνει κάποια αναπηρία
τοῦ φυέντος διασημαίνει κολόβωσιν, ἀλλ᾿ ἑκάστου τῶν κατὰ τὸ
του αναστημένου σώματος, αλλά στέρηση και αλλοτρίωση καθενός
ἀγαθὸν νοουμένων στέρησίν τε καὶ ἀλλοτρίωσιν. ᾿Επεὶ οὖν ἕν τι χρὴ
από τα νοητά αγαθά (της αναστάσεως). Επειδή, λοιπόν, το ήθος του ανθρώπου
πάντως περὶ ἡμᾶς εἶναι τῶν κατ᾿ ἀντίθεσιν νοουμένων, ἢ ἀγαθὸν ἢ
ένα από τα δύο αντίθετα πρέπει να το διακρίνει, ή το αγαθό ή το κακό,
κακὸν, δηλονότι τὸ ἐν τῷ ἀγαθῷ τινα λέγειν μὴ εἶναι, ἀπόδειξις
είναι φανερό ότι, όταν λέμε ότι κάποιος δεν βρίσκεται μέσα στο αγαθό,
γίνεται τοῦ ἐν τῷ κακῷ πάντως εἶναι. ᾿Αλλὰ μὴν περὶ τὴν κακίαν, οὐ
δείχνουμε ότι σίγουρα βρίσκεται μέσα στο κακό. Και βέβαια στην κακία δεν
τιμὴ, οὐ δόξα, οὐκ ἀφθαρσία, οὐ δύναμις.
υπάρχει ούτε τιμή, ούτε δόξα, ούτε αφθαρσία, ούτε δύναμη.
»᾿Ανάγκη πᾶσα οὖν περὶ ὃν μὴ ἦν ταῦτα, τὰ τούτοις ἐξ ἀντιθέτου
»Υποχρεωτικά, λοιπόν, δεν πρέπει ν’ αμφιβάλλουμε ότι σ’ όποιον δεν
νοούμενα παρεῖναι, μὴ ἀμφιβάλλειν, ἀσθένειαν, ἀτιμίαν, φθορὰν, καὶ
υπάρχουν αυτά, υπάρχουν τα αντίθετά τους, δηλαδή ασθένεια, ατιμία, φθορά
ὅσα τοῦ τοιούτου γένους ἐστὶν, ἃ ἐν τοῖς ἔμπροσθεν εἴρηται λόγοις,
και όσα ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Αυτά, όπως είπαμε στη συζήτησή μας
ὅσα δυσαπάλλακτα γίνεται τῇ ψυχῇ τὰ ἐκ κακίας πάθη, δι᾿ ὅλης αὐτῆς
παραπάνω, αποτελούν τα πάθη της κακίας για την ψυχή που δύσκολα
ἀνακραθέντα καὶ συμφυέντα, καὶ ἓν πρὸς ἐκείνην γενόμενα. Τῶν
διώχνονται, διότι αναμειγνύονται και φυτρώνουν μαζί, και γίνονται ένα
τοιούτων οὖν ταῖς διὰ πυρὸς ἰατρείαις ἐκκαθαρθέντων τε καὶ
μ’ αυτήν. Αφού, όμως, αυτά (τα πάθη) με τη θεραπεία της φωτιάς (της κρίσεως)
ἀφανισθέντων, ἕκαστον τῶν πρὸς τὸ κρεῖττον νοουμένων
καθαρισθούν και χαθούν, θα έλθει στη θέση τους καθένα από τα θεωρούμενα
ἀντεισελεύσεται, ἡ ἀφθαρσία, ἡ ζωὴ, ἡ τιμὴ, ἡ χάρις, ἡ δόξα, ἡ δύναμις,
αγαθά, δηλαδή η αφθαρσία, η ζωή, η τιμή, η χάρη, η δόξα, η δύναμη και
καὶ εἴ τι ἄλλο τοιοῦτον ἔν τε τῷ Θεῷ ἐπιθεωρεῖσθαι εἰκάζομεν, καὶ τῇ
οτιδήποτε άλλο παρόμοιο φανταζόμαστε ότι υπάρχει τόσο στο Θεό όσο και
εἰκόνι αὐτοῦ, ἥ τίς ἐστιν ἡ ἀνθρωπίνη φύσις».
στην εικόνα Του, που είναι η ανθρώπινη φύση».
 
Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού